Αρχείο

Πορτοκάλι

4247838-orange.jpg

Να θυμηθώ:

Να ζω!

Να ζω τη ζωή μου καθημερινά σαν μια φέτα πορτοκάλι.

Γλυκιά και τρυφερή σε μεγάλες ποσότητες.

Μισοφέγγαρο χαμόγελο κόντρα σε κάθε πικραμένο!

Ξυνή όσο χρειάζεται – πάντα χρειάζεται –  σε δόσεις μικρές…

Γεμάτη ενέργεια για αυτούς που αγαπώ. Και κάθε τι ξένο που χρήζει τη βοήθειά μου.

Γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον καρπό που μου δόθηκε. – Υπάρχει αλήθεια, νοστιμότερη ζάχαρη από τούτη; 

Γεμάτη χυμούς απόλαυσης για την Ομορφιά αυτού του κόσμου.

Με λαχτάρα το κουκούτσι μου να κάνει κι άλλα δέντρα να ανθίσουν…

 

Advertisements

Διήγημα των 20′ – Nο. 2 (σχήματα λόγου/κοινοτοπίες)

lygaria«Λυγαριά, λυγαριά, εσένα έχω στη καρδιά»

Για χρόνια του έψηνε το ψάρι στα χείλη, του έβγαζε το λάδι καθημερινά, τα φώτα του άλλαζε, αλλά εκείνος εκεί, το χαβά του. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Οι φίλοι του έλεγαν πως η τρέλα δεν πάει στα βουνά, βρήκε τον Αναστάση. Άλλοι πάλι υποστήριζαν πως κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, τόσο ταιριαστοί ήταν. Στο κάτω κάτω της γραφής, τι ρόλο έπεφτε στον καθένα; Χέστηκε η φοράδα στ’αλώνι τι έκαναν στη ζωή τους, αν δεν ταιριάζανε δεν θα συμπεθεριάζανε.

Κυλούσαν τα χρόνια και το κουτσομπολιό για τον αταίριαστο αυτό γάμο του Αναστάση και της Μαρίνας γίνηκε ιστορία χτεσινή, περσινά ξινά σταφύλια που λένε. Το νέο πια ήταν άλλο, σταφύλι ώριμο και ζουμερό, μπουμπούκι άκοπο και σαν τα κρύα τα νερά, η νεοδιορισθείσα δασκάλα του χωριού, η Λυγαριά με το όνομα και τη χάρη. Χρόνια και ζαμάνια είχε να εμφανιστεί τόσο όμορφο κορίτσι στο χωριό κι ενώ ήταν Αθηναία και κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι καπνό φουμάρει, γινόταν το μάλλε βράσε στο χωριό και τα αντρόγυνα τσακώνονταν σαν το σκύλο και τη γάτα, οι γυναίκες ζήλευαν και οι άντρες το έπαιζαν πολλά βαρείς, τσάμπα μάγκες όμως οι άμοιροι στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν το κορίτσι το λυγερό…Και τούτη η σουσουράδα, πως το ΄παθε και από όλους τον χοντρό τον Αναστάση, το σπυριάρη και τον παντρεμένο διάλεξε, τρία πουλάκια κάθονται. Ο άμοιρος…λαχείο την έκανε, κάγκελο έμεινε σαν εκείνη έκανε την επιλογή της, αλλά δεν ήξερε πως η κοπελιά δεν ήταν το ένα το καλό, αλλά μάρκα μ’έκαψες και πως τον εκμεταλλευόταν…

Γρήγορα το νέο γνωστό έγινε, το ‘μαθε κι η κουτσή Μαρία. Η Μαρίνα τα έκανε όλα φύλλο και φτερό από τα νεύρα της στο σπίτι, φώναζε πως πήρε ο κώλος του αέρα και γινόντουσαν συνέχεια μαλλιά κουβάρια…Τόσον καιρό, υποστήριζε, φάγαμε ψωμί κι αλάτι κ κείνος που το ‘παιζε τίμιος, αχ δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις, με την δασκάλα κατέληξε!!!

Ήθελε να του κάνει τα μούτρα κρέας. Και κείνος, λάδι στη ψωτιά έριχνε σαν παρφουμαριζόταν και την έκανε για το…καφενείο, όπως έλεγε. Κολοκύθια τούμπανα!!

Τον έπιασε κάποια στιγμή στα πράσα μαζί της…Και πέρα από το λάδι…του φαγε και τις ελιές, ότι χωραφάκια είχε και δεν είχε…και προχώρησε η Μαρίνα, με τη Λυγαριά την ερωμένη της, χεράκι χεράκι στο ηλιοβασίλεμα πίσω στην Αθήνα, πιο πλούσιες πια και οι δυο και ερωτευμένες… Πιασ’ το αυγό και κούρευ’ το πως γνωρίστηκαν και τι απέγινε ο Αναστάσης…Σιγά τον πολυέλαιο θα μου πεις, χιλιοειπωμένη ιστορία…

Ο Αναστάσης όμως, είπε την τελευταία του λέξη;

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά… 🙂 🙂

Vitex_agnus-castus_2a

ΥΓ1: Εννοείται πως οι φράσεις που είναι στο κείμενο με μπλε χρώμα, είναι και αυτές που μας δόθηκαν και έπρεπε να ενσωματωθούν οι περισσότερες αν όχι όλες (!!) στο 20 λεπτο γράψιμο. Τι φράσεις αυτές πρώτα τις είχαμε προτείνει/συζητήσει στο μάθημα ομαδικά και εν συνεχεία σημειώσει στα τετράδιά μας για να έχουμε όλοι τις ίδιες…

ΥΓ2: Νομίζω πως η συγγραφή του συγκεκριμένου κειμένου, και δεδομένου των φράσεων που έπρεπε να ενσωματώσει, είναι από αυτές που με διασκέδασαν περισσότερο! (και όχι μόλις μου ήρθε η κεντρική ιδέα, εντός ολίγων λεπτών, μπορώ να πως πως δεν αγχώθηκα καθόλου!) 🙂

Διήγημα των 20′ – (σκουπίδια δρόμου/ονομασίες μαγαζιών)

sweet_pea «Δυο βαρκούλες πράσινες και ένας κόκκος ρύζι»

Πέρασε έξω από το ψητοπωλείο «Το Λιβάδι». Οι μυρωδιές του ψητού κρέατος για τους θαμώνες του σαββατιάτικου απόβραδου του ξελίγωσαν το στομάχι. Ψαχούλεψε τη μια τσέπη του. Λεφτά δεν υπήρχαν, μόνο ένα χαρτάκι από τα στριφτά, που κάποτε είχε την πολυτέλεια ν’ αγοράσει, δέσποζαν στις τσέπες του. Το πόδι του σκόνταψε σ’ ένα καλαμάκι μαύρο και άραχνο, σαν το μέσα του. Θα προτιμούσε να ήταν καλαμάκι από σουβλάκι που μόλις είχε φάει.

Το χέρι του βουτά στην άλλη τσέπη. Τίποτα. Μια γόπα πιπιλισμένη με αγωνία, μια σταγόνα τελευταία νικοτίνης στο νευρικό του σύστημα. Την είχε πετάξει και ύστερα περιμαζέψει με τρυφερότητα. Ήταν το τελευταίο του τσιγάρο. Το ήξερε.

Συνέχισε το περπάτημα. Βιαστικά. Να διώξει τις έννοιες του. Μαγαζί με κλωστές, καλσόν, φερμουάρ.Στη γωνιά του ο μεταλλικός λαιμός μιας σπασμένης κρεμάστρας, ίδιο μεταλλικό ερωτηματικό. Τον κορόιδευε, ή τον ρώταγε και κείνο. «Πως βρέθηκες εδώ;» «Τι κάνεις στη ζωή σου;» Το παπούτσι του κόλλησε σε ένα παρδαλό χαρτάκι που τίναξε περπατώντας βιαστικά και απογείωσε στον αέρα. Προσγειώθηκε αλεξιπτωτικά στο πάτωμα και τον κορόιδευε με τη σειρά του: Έγραφε Kinder, και έπαιζε και τούτο με τον πόνο του. Εκείνη και τα παιδιά τους είχαν φύγει για τη Γερμανία πρόσφατα σε συγγενείς, η κρίση είχε ρημάξει την οικονομική και συναισθηματική του ζωή. Άνεργος, χωρίς παιδιά, με μόνη συντροφιά ένα χαρτάκι Kinder αντί για τα πραγματικά του, ένα ερωτηματικό κρεμάστρας και ένα καλαμάκι.

Ξαφνικά, τα αντικείμενα στο πεζοδρόμιο που έβλεπε, ένιωσε πως ήταν οι μόνοι του σύντροφοι, κι άρχισε να παρατηρεί γύρω του. Ένα περιστέρι βρώμικο πήρε από λάθος ένα τσόφλι φιστικιού για φαγητό και προσπάθησε να το τσιμπήσει. Πιο κάτω δυο παιδιά έπαιζαν μπάλα μ’ένα πατημένο πλαστικό μπουκάλι από νερό κ το ένα πετούσε κάτω το θαλασσί κουταλάκι από το παγωτό που μόλις τελείωσε. Το άλλο πρέπει να είχε πετάξει εκείνο το βρώμικο ξυλάκι, σκέφτηκε. Κάπου στη Γερμανία τα παιδιά του θα τρώγαν το δικό τους παγωτό.

Περνούσε τώρα μπροστά από τη «Νάνσυ», τη βιοτεχνία με τα γυναικεία εσώρουχα. «Ποτέ δεν θα ξαναθαυμάσω τη σιλουέτα της», αναλογίστηκε, ενώ κλωτσούσε με μίσος ένα τακούνι, βρώμικο απομεινάρι γυναικείου παπουτσιού που βρέθηκε μπροστά του. Η «μπάλα»των παιδιών έπεσε στις παρακείμενες νερατζιές και έλουσε με πράσινο για μια ακόμη φορά το βρώμικο δρόμο με τα φύλλα τους. Βαρκούλες πράσινες, που στροφάριζαν στα απόνερα του διπλανού φρεατίου ομβρίων.

Η περιοριστική ταινία της Αστυνομίας έκλεισε το δρόμο του, σαν θέλησε να στρίψει τη γωνία. Περιπολικά κι ασθενοφόρο σφύριζαν από μακρυά, ενώ βρέθηκε να κοιτά με απορία μια γυναίκα έξω από την χαρτοπαικτική λέσχη «Το 1», που έκλαιγε γοερά…

Ο δρόμος του είχε εμπόδιο για μια ακόμη φορά…Έτσι πήρε τη Σικίνου προς τα πίσω. Στόχος το σούπερμαρκετ «Βερόπουλος». Όλο και κάτι θα είχαν πετάξει στα κιβώτια σκουπιδιών, να ξεγελάσει την πείνα του. Σαν έφτασε εκεί, το μόνο πεταμένο στο έδαφος, ένα φασολάκι πράσινο, δεύτερη πράσινη βαρκούλα στα πεινασμένα του όνειρα. Σκέφτηκε την παραβολή με της σούπας με την πέτρα: «Έχω ένα φασολάκι, βάλε ένα καρότο, ξέρεις τι ωραία είναι η σούπα από φασολάκι;» Θα ήθελε ουσιαστικά να πει…:»Έχω τη μοναξιά μου, θέλεις να βάλεις κ συ κάτι να τη νοστιμίσουμε λίγο;»

Κατευθύνθηκε όλο ελπίδα προς το μίνι μάρκετ που ήταν κοντά στο «Βερόπουλο». Το Μίνι Μάρκετ Των Θεών –  «The Gods», ονομαζόταν. Έψαξε στα σκουπίδια του, κάτι να φάει δεν βρήκε. Κάτι γυάλιζε στο δρόμο, ένα κέρμα! Σκέφτηκε πως πρώτη φορά μέσα στη μέρα άνοιξε η τύχη του. Έκανε να το πάρει. Καπάκι μπύρας «Μύθος» ήταν. Τελικά. Εκεί, among the greek Gods, προσπαθούσε να live his myth in Greece. Τζίφος.

Πιο κάτω δυο σχιστομάτηδες στο μαγαζί «World Store» τσακώνονταν μεταξύ τους, ενώ έτρωγαν με ξυλάκια ρύζι από μπολάκια πλαστικά. «Παγκόσμια Οικονομία», σκέφτηκε. «Θα ζητήσω και γω σαν τον Πρωθυπουργό την κινεζική βοήθεια»- και η βαρκούλα του ξαφνικά σαν να γίνηκε άσπρη, ένας κόκκος ρύζι.

Ή ήταν οι κόρες των ματιών του, ίδιες βαρκούλες ασπρες, σε μια θάλασσα δακρύων;

5530598616_eb4d10bb27_b

ΥΓ1: Τα αντικείμενα/σκουπίδια που αναφέρονται στο κείμενο (ξυλάκι, παπούτσι, φασολάκι κλπ) ήταν πραγματικά. Τα βρήκε κάνοντας μια βόλτα στο δρόμο έξω από το εργαστήρι κατόπιν εντολής του Δασκάλου και τα έφερε στο μάθημα ένας από τους συμμαθητές μας. Το ίδιο αληθινά είναι και τα ονόματα μαγαζιών που μας δόθηκαν και είναι από τη γύρω περιοχή.
ΥΓ2: Την εποχή που γράφτηκε το κείμενο, ο Σαμαράς έκανε συζητήσεις με τους Κινέζους. Φαίνεται ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε και έτσι, κ δεδομένων των ημερών ήταν το πρώτο διήγημα που διάλεξα να αναρτήσω στο ιστολόγιο, από τα διάφορα διηγήματα που έγραψα…
ΥΓ3: Δύσκολο κάποια διηγήματα να μην τελειώσουν απότομα, σαν άκουγες την εντολή: «Τα μολύβια κάτω!» 🙂

Μονόλογος στο φεγγάρι

panselinos

 

Μόνος και απόψε… Μια δύναμη με τραβάει, σαν να θέλει να ανοίξω τις κουρτίνες και να κοιτάξω έξω από το παράθυρο.

Πηγαίνω.

Τις άνοιγω, έχει πανσέληνο…Ποτέ δεν κοιτούσα το φεγγάρι μέχρι απόψε.
Tότε λοιπόν γιατί σήμερα, γιατί τώρα;

Πέφτει πάνω στις στέγες των σπιτιων, στις ταράτσες από τις απέναντι πολυκατοικίες.

Για δες πόσο τις ομορφαίνει!…

Αυτά τα πλακόστρωτα περιφραγμένα καρυδότσουφλα, με τις κεραίες των τηλεοράσεων για κατάρτια…

Πόσο θα θελα…

 

Nα γίνει κάτι μαγικό απόψε.

Να φύγουμε όλοι μαζί, για πολιτείες μακρυνές!
Να ανεβεί καθείς ένοικος στη ταράτσα.

Και μόλις δηλώσουν όλοι το παρον, αυτό λέει να αποκολληθεί από το υπόλοιπο κουτί και να φύγουμε…
Με πλοηγό μας τα άστρα.
Σαν τους παλιούς καπεταναίους…

Και θα εκπέμπουν τα άστρα φως.
Θα στέλνουν σήματα μορς.
Στη τηλεορασένια κεραία μας.

Και έτσι εμείς θα ακολουθούμε τη σωστή πορεία…
Και όρτσα πανί θα φωνάζουμε στα σεντόνια που έχει κρεμάσει η γειτόνισσα…

Θα φουσκώνουν στο βραδινο αεράκι και θα τα λούζει και το δικό σου φως, πλανητένιο κεφάλι από τυρί,που θυμίζεις το στομάχι του Ηλιόπουλου…

Φίλε μου Ντίνο, εγώ έχω ένα πρόβλημα διαφορετικό.
Το στομάχι μου είναι κάθε μέρα γεμάτο αλλά η ψυχή άδεια.

Είναι αυτή που είναι γεμάτη μόνο μια φορά το μήνα…

Και πολύ λέω..
Και συνήθως οι ταράτσες δεν μου θυμίζουν πλοία, λουσμένα στο φεγγαρόφως.
Μου θυμίζουν τάφους.
Και όσες οι κεραίες στις ταράτσες, τόσοι και οι σταυροί.
Κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, όλων των χριστιανών που μένουμε απο κάτω…

Θέλω ένα ακόμα τσιγάρο.
Ψάξε και τον αναπτήρα, που είναι τα πράγματά μου;
Περίεργος εκνευρισμός…Περίεργες σκέψεις…

Είμαι μόνος…Δεν είναι η μόνη νύχτα σήμερα!
Αλλά είναι μοναχική…

2 ρουφιξιές και θα έχω έρθει στα ίσια μου…
φουυουυυ…

Αλλά…

Ξανά, σαν μαγνήτης με τραβάς έξω…
Και να σαι πάλι που σε κοιτάζω.

Ενα ρημαδοτόπι είσαι, με βράχους και ηφαίστεια.
Κοινότοπο σαν όλους τους άλλους πλανήτες.

Δεν ξεχωρίζεις σε τίποτα και απο κανέναν.
Δανείζεσαι το φως ενός άλλου, καλύτερου και φωτεινότερου απο σένα…

Έπεσε πάνω μου η κάφτρα του τσιγάρου.
Κάηκα!

Γιατί αφερέθηκα.
ΑΦΑΙΡΕΘΗΚΑ απ’όλα αυτά που με ενοχλούν αυτή τη νύχτα…
Δίνω πρώτη φορά το δικαίωμα στον εαυτό μου να γίνω αφηρημένος.
Και ΑΦΑΙΡΕΜΕΝΟΣ..
Από την ολότητα που έχω συνηθήσει. Από το καθημερινό. Από το συνηθισμένο…

Πίκρισε και το στόμα μου -ποιό τσιγάρο της ημέρας σιγοκαίει την ψυχή μου;
Ηρεμία δεν βρίσκω… γιατί με κοιτάς.
Με κοιτάς.

Τι με έχεις καρφώσει έτσι ρε ετερόφωτε κύκλε;

Θα μπορούσες να σαι ένα φωτεινό και καλοσυνάτο πρόσωπο, γεμάτο αλήθειες.
Να με συμβουλέψεις.
Να με παρηγορήσεις.
Να με οδηγήσεις στη δική μου αλήθεια.

Να αναμοσβήσεις σαν φάρος φωτεινός. Στα ναι και στα όχι μου, στα πρέπει και στα θέλω μου.

Γιατί έχω μπερδευτεί και δεν ξέρω τι κάνω.
Ποιός είμαι τελικά;
Δεν ξέρω τι θέλω, που πάω, ζαλίστηκα…μα θαρρώ δεν είναι το ποτό ή τα άπειρα τσιγάρα που έχω καπνίσει…

Αλλά…Τι στο ζητάω;;;;;

Ένας ετερόφωτος κύκλος είσαι ρε, που παριστάνει στη συνείδηση και στα μάτια των άλλων ότι είναι αυτόφωτος.

Αλλά…
είσαι στ’αλήθεια;

ΕΙΣΑΙ;

Ποιος αλήθεια είναι ο ήλιος και ποιό το φεγγάρι;
Τί δίνει φως και ποιός κλέβει φως;

Καλοκαιρινές εικόνες ΙΙ

karabi ilios 3
Άνοιξε πανιά, και πάμε να συναντήσουμε το άγνωστο.
Και αν το μπλε της θάλασσας είναι πιο βαθύ, απ’ότι το ζωγραφίζαμε μικροί,
και αν η αλμύρα του ανέμου πιο πολλή, από ότι περιμέναμε σε κάθε μας βήμα,
ας είναι ο ήλιος που παραμένει ο ίδιος.
Που φωτίζει τις καρδιές, τα όνειρα και των συναισθημάτων μας τα βάθη.
Και ας βγαίνει μετά τη φουσκοθαλασσιά.
Και ας παλεύει με τα σύννεφα στο σκοτάδι.
Αρκεί που θα υπάρχει πάντα εκεί, ο ίδιος, έστω και ντροπαλά κρυμμένος.
Αρκεί που θα το ξέρουμε, εγώ και συ…

Καλοκαιρινές εικόνες

lake garda view from hotel room

 

Υγρά τα ονειρά μου μέσα στη θάλασσα
μεγεθύνονται στο βάθος της
καθώς κολυμπώ να ανακαλύψω
το φως του ήλιου που διαρκεί αυτές τις μέρες περισσότερο
που μου δίνει περισσότερες ευκαιρίες και ελευθερία
Κάνει τις ιδέες μου να ανθίζουν και να μοσχοβολούν ομορφα
σαν ένα ταπεινό χαμομηλάκι, ενα μικρό γιασεμί,
Και οι οριζοντές μου σκαρφαλώνουν σαν τσίφτισσα βοκαμβίλια, στους τοίχους
που οι άλλοι θέτουν εμπρός μου
για να διακρίνω από κει πάνω
ένα χάρτινο καραβάκι
να με ταξιδέψει στη χαμένη παιδικότητα
κλωτσώντας ένα ρόδι που θα σπάσει, ξεχύνοντας την ευτυχία…

Το δέντρο της Γνώσης (μέρος ΙΙ)

Tree%20of%20Happiness2

(…) Ο Άρχοντας του Νότου, σαν να τους περίμενε από χρόνια, τους υποδέχτηκε θερμά στην Αυλή του. Και μόλις του εξήγησαν τον σκοπό του ταξιδιού τους, δέχτηκε αμέσως να τους βοηθήσει.

Το επόμενο διάστημα βρήκε τον Τεντώρ να μαθητεύει δίπλα στο γέρο βασιλιά. Κάτι όμως που δεν γνώριζε ήταν, πως ο Ισοκράτης είχε φίλο τον πατέρα του από παλιά. Ποτέ δεν έμαθε πως οι δυο νέοι, σα χώρισαν στο παρελθόν για να κυβερνήσουν στα δύο σημεία του ορίζοντα, είχαν υποσχεθεί, να φροντίσει ο ένας την οικογένεια του άλλου σε μια δύσκολη στιγμή.

Ένα χρόνο περίπου κράτησε ο Ισοκράτης κοντά το νεαρό βασιλιά. Και στο διάστημα αυτό κατάφερε να του διδάξει πολλά. Ο Τεντώρ έμαθε πρώτα να «ακούει» και να «διαβάζει»: Τη φωνή του προδότη, το βλέμμα του εχθρού. Την κραυγή τρομαγμένου πουλιού, που κρυμμένη απειλή προμηνύει. Το καλοσυνάτο χαμόγελο φίλου αδελφικού. Γνώρισε πως η γνώση μπορεί να βρεθεί και στο πιο ταπεινό πράγμα: Ένα μικρό φύλλο βότανου, βάλσαμου για τις πληγές,  ή την αγκαλιά ενός ανθρώπου, σωστό μικρό θαύμα.

Έμαθε να μην κυνηγά το χρυσάφι και τους πολύτιμους λίθους, χάνοντας παράλληλα τον χρυσό της ψυχής, σε όσα τον περιέβαλαν μικρά. Πάνω από όλα όμως, έμαθε καλά, πως για να κατακτήσεις κάποιον, από το πιο μικρό θήραμα μέχρι τον πιο πονηρό εχθρό, το όπλο είναι σύμμαχος κακός…Και πως είναι η γνώση που ρίχνει φως γύρω από το αντικείμενο που σε αφορά κάθε φορά, αυτή που σε κάνει να βγαίνεις νικητής…

Με την βοήθεια του Ισοκράτη και των καινούργιων του συμμάχων, ο νεαρός βασιλιάς έθεσε και πάλι υπό έλεγχο τους εχθρούς. Κατάφερε να συγκεντρώσει μάλιστα και φίλους παλιούς. Σιγά σιγά, έμαθε να εκτιμά την διαφορετικότητα κάθε ατόμου αλλά και κάθε λαού. Τη σημασία του να προσπαθεί να συνεργάζεται μαζί τους, αντί να τους κατακτά με την βία. Να ανακαλύπτει κοινά συμφέροντα, να υπερπηδά τα εμπόδια με διπλωματία.

Στο διάστημα που ακολούθησε, το κράτος του Μακρινού Βορρά επέστρεψε και πάλι στα αρχικά του όρια. Η ευημερία του τόπου και πάλι μεγαλύτερη από ποτέ γινόταν. Το χρυσάφι αυξανόταν, όχι όμως από λάφυρα που έφερναν στρατιώτες από επιδρομές στα ξένα, αλλά από τις ειρηνικές συναλλαγές που είχε ο Βορράς με τους λαούς του κόσμου. Οι μάχες έληξαν σταδιακά και ο κόσμος ηρέμησε, απολαμβάνοντας οικονομική ευημερία και μέρες ειρήνης μετά από χρόνια πολλά.

Ο νεαρός βασιλιάς μεγάλωσε. Το μυαλό με την ψυχή του αντάμωσε.

Και έπειτα, σαν ερωτεύτηκε πρώτη φορά, την κόρη του Ισοκράτη και την έκανε γυναίκα του, κοντά στη νέα πια Βασίλισσα, έμαθε κάτι ακόμα:

Πως κανείς πιο καθαρά βλέπει με την καρδιά, παρά με τα μάτια…

 

Είχε περάσει πια καιρός. Είχε έρθει η ώρα για τον Τεντώρ να γυρίσει και πάλι με το κεφάλι ψηλά στη χώρα του και το παλάτι.

Και τότε, εκείνο το βράδυ, που κουρασμένοι από το ταξίδι ο Τεντώρ και η γυναίκα του έφτασαν εκεί, ανακάλυψαν με έκπληξη πως κάτι μαγικό είχε συμβεί: Στο ποτήρι, που ο Βασιλιάς είχε ξεχάσει το κλαράκι ελιάς του Ισοκράτη, το νερό όχι μόνο δεν είχε σωθεί, αλλά το ποτήρι ήταν γεμάτο, το κλαράκι ζωντανό και η ελίτσα είχε βγάλει ρίζες…

Αυτή τη φορά, δεν φυτεύτηκε το κλαράκι στην ζαρντινιέρα του νεαρού βασιλιά. Αλλά, λίγες μέρες μετά, Ο Τεντώρ, κρατώντας από το χέρι τη νέα του βασίλισσα, βγήκε μαζί της να το φυτέψει. Στο χώμα, στη γη, μπροστά από το παλάτι.

Και σαν ο κόσμος απόρησε, βλέποντας το νεαρό ζευγάρι να λερώνει τα χέρια του, ο Τεντώρ τους καθησύχασε:

«Στο Μακρινό Νότο από όπου προέρχεται η γυναίκα μου και το κλαδάκι αυτό», τους είπε, «η ελιά ειρήνης και σοφίας είναι σύμβολο». «Η κίνησή μου να το φυτέψω εδώ, συμβολίζει την πρόθεσή μου η χώρα να κυβερνάται  ειρηνικά. Σήμερα και από δω και πέρα. Και, όπως κάθε δέντρο εκτός από γη χρειάζεται σωστό προσανατολισμό, νερό και χάδι ανθρώπινο μέρα με τη μέρα, τώρα πια γνωρίζω πως τις ίδιες ανάγκες έχει και η πατρίδα μας: Να προσανατολίζεται σωστά. Να μεγαλώνει ειρηνικά, επιδιώκοντας με τους γείτονές της συνεργασία. Να γίνεται με δουλειά από όλους μας πιο πλούσια. Με το χάδι κάθε ανθρώπου που είναι κάτοικός της, αφού καθένας από μόνος του είναι σημαντικός για κείνη.»

«Κάποτε», κατέληξε, «νόμιζα ότι η μοίρα μου, η μοίρα σε αυτή τη χώρα, εξαρτιόταν μόνο από τα δικά μου χέρια. Γνωρίζω τώρα, ότι τα χέρια του καθενός είναι εξίσου σημαντικά. Τόσο για την πρόοδο της χώρας μας, όσο και για τον καθένα μας ξεχωριστά».

Το επόμενο πρωί, μουρμούριζαν πως κάτι παράξενο είχε συμβεί, αυτοί που περνούσαν μπροστά από το παλάτι. Βλέπετε, κατά τη διάρκεια της νύχτας το κλαράκι ελιάς άλλαξε μορφή και γίνηκε ένα μικρό, κανονικό δεντράκι..

Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τότε που ανέλαβε βασιλιάς ο Τεντώρ. Πλησίαζαν και πάλι Χριστούγεννα. Στο διάστημα που πέρασε, το δεντράκι της Ελιάς μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Ο κορμός του χόντραινε και τα φύλλα του πύκνωναν γρήγορα, βρίσκοντας τροφή και προσοδοφόρο έδαφος μέσα στη γη. Το ύψος του αυξανόταν συνεχώς. Κάτοικοι του Μακρινού Βορρά ερχόντουσαν από όλα τα μέρη ανελλιπώς, για να το θαυμάσουν και να μνημονεύσουν ξανά τα λόγια του νέου, αλλαγμένου βασιλιά τους την πρώτη εκείνη μέρα που το φύτεψε. Έρχονταν κάτοικοι κι από την Δύση, αλλά και απ’ την Ανατολή. Βλέπετε, η διακυβέρνησή του Τεντώρ σ’όλα τα σημεία του ορίζοντα είχε γίνει γνωστή…

Εκείνο το βράδυ, ο Βασιλιάς καληνύχτισε όπως κάθε μέρα τη γυναίκα του, έριξε μια ματιά στο νεογέννητο γιο του και έπεσε να κοιμηθεί, νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα από αγαλλίαση. Όμως, η σκέψη του έτρεχε σε όλα αυτά, που είχαν γίνει τα τελευταία χρόνια και έτσι δεν τον έπαιρνε ο ύπνος για ώρες πολλές. Το μυαλό του γύριζε αδιάκοπα στο χτες.

Μα και κάποια στιγμή, σαν επιτέλους τα μάτια του έκλεισε, ένα άγγιγμα, σαν χάδι, αισθάνθηκε στο μάγουλό του. Θάρρησε πως ένιωσε το χέρι της μάνας του στο πρόσωπό του και ξύπνησε. Η γυναίκα του κοιμόταν ήρεμη δίπλα του, ο γιος του στη κούνια του το ίδιο. Μα ένιωσε κάποιον ακόμα κοντά του. Στο μισοσκόταδο διέκρινε μια φιγούρα με μαλλιά μακριά.

Μα δεν φοβήθηκε τούτη τη φορά.

«Τώρα, ξέρεις», του είπε η μορφή.

«Η γνώση είναι δύναμη. Η πείρα δεν μεταφέρεται, αλλά μεταγγίζεται σιγά σιγά. Και αυτό γίνεται αργά, μέσω του ενδιαφέροντος για κάθε τι που μας περιβάλλει. Συνέχισε λοιπόν να μαθαίνεις όσα μπορείς περισσότερα για αυτά που σε αφορούν, αλλά και για τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Γιατί, γνωρίζοντάς τους, και γνωρίζοντας αυτοί εσένα, ανταλλάσσετε ο καθένας το δικό του κομμάτι αλήθειας. Και σαν αυτό μεγαλώσει, σαν αυτό τραφεί, γεννιέται η ειλικρινής αγάπη. Για τα πράγματα και τους ανθρώπους…»

«Συνετός, γίνεσαι μέσω της Γνώσης», συνέχισε, «και η αληθινή Τύχη, η Μοίρα, είναι με τους συνετούς. Ανήκουν πραγματικά στους τυχερούς εκείνοι που μέσω της γνώσης, αναγνωρίζουν τη χρονική στιγμή για την υλοποίηση των στόχων τους. ‘Η εκείνοι, που η πείρα τους τούς οδηγεί να αντιδράσουν με τρόπο σωστό στις δυσοίωνες καταστάσεις…Γιατί, γνώση πραγματική, για τον εαυτό μας και τους άλλους σημαίνει Αγάπη, και μόνο η Αγάπη στην Ευτυχία οδηγεί…»

«Τώρα πια που έχεις Γνώση, τώρα που έχεις φτάσει στην Αγάπη, τώρα πια μπορείς να φροντίσεις σωστά της Τύχης και της Ευτυχίας σου τα Δέντρα…», κατέληξε. «Τώρα πραγματικά μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο…». Και με τα τελευταία αυτά λόγια η σκιά της στις ακτίνες του ήλιου χάθηκε, καθώς ξημέρωνε.

Λίγες μέρες αργότερα, Παραμονή Χριστουγέννων, κάποιοι παρατήρησαν δυο νεαρά φυτά να μεγαλώνουν κοντά στο δέντρο της Ελιάς. Ήταν μια νεαρή κερασιά και μια μικρή βελανιδιά…

Το ίδιο βράδυ χιόνισε. Χιόνισε όμως πολύ, όπως στο Μακρινό Βορρά δεν είχε χιονίσει ποτέ πριν. Οι κάτοικοι ευτυχισμένοι πια στα σπίτια τους, στόλισαν το παραδοσιακό τους δέντρο, το Έλατο, σύμβολο της αναγέννησης, του νέου χρόνου που πλησίαζε. Τις επόμενες μέρες, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, ο καιρός άλλαξε και βγήκε ήλιος που χαμογέλασε ζεστός, αφύσικος στην καρδιά του χειμώνα. Κάποιοι αστειεύτηκαν ότι ο ήλιος συμβόλιζε την ζεστασιά που είχε μπει πια στην καρδιά τους, τόσο καιρό μετά τον πόλεμο. Πως ήταν τα πρώτα αληθινά, «ζεστά» τους Χριστούγεννα. Και όλοι, μα όλοι έμειναν έκπληκτοι, όταν ανήμερα Πρωτοχρονιά, αντίκρισαν πλήθος από κόκκινα λουλούδια, που έμοιαζαν με παπαρούνες μικρές, να ξεπροβάλλουν μέσα από το χιονιά, που σε ορισμένα κομμάτια είχε λιώσει, ακριβώς κάτω απ’ την Ελιά. Ήταν τόσο έντονο το κόκκινο μέσα στο λευκό, που έμοιαζε θαρρείς με στολίδι πορφυρό.

«Πορφυρό στολίδι που συμβολίζει την Αγάπη  πια σε αυτόν τον τόπο», σχολίασαν ορισμένοι.

Τότε, κάποια από τα μικρά παιδιά έκοψαν τις παπαρούνες και γελώντας με αυτά που οι μεγάλοι ονόμαζαν μικρό «θαύμα» , άρχισαν να στολίζουν το δεντράκι της Ελιάς…

Από τότε, έχουν περάσει χρόνια πολλά, αλλά στολίζεται πάντα παραδοσιακά στη χώρα του Βορρά μαζί με το Έλατο και η Ελιά. Ονομάζεται αλλιώς Δέντρο της Γνώσης ή και Δέντρο της Αγάπης. Όλοι οι κάτοικοι παρακολουθούν τα παιδιά να στολίζουν το γιγαντιαίο, γέρικο πια δέντρο, με τις παπαρούνες που φυτρώνουν έκτοτε κάθε χρόνο, μέσα στο καταχείμωνο. Μάλιστα, κοντά στην Ελιά, θα διακρίνει κανείς κάτι εξίσου αξιοπερίεργο για τη καρδιά του χειμώνα:

Τη μόνη Βελανιδιά που δε ρίχνει χειμωνιάτικα τα φύλλα της και μια ολάνθιστη Κερασιά, ντυμένη νυφούλα λουλούδια ολόλευκα…

*****

Κλείνοντας πια το παραμύθι αυτό

για το μικρό δέντρο του  Βορρά το μαγικό,

στολίδι τα Χριστούγεννα

στην ψυχή σας σαν θα μπει,

εύχομαι να είναι η Αγάπη,

η παντοτινή…

 scarlett raven

Εύχομαι σε όλους σας Καλή Δημιουργική Χρονιά, γεμάτη υγεία και όνειρα…!!!