Διήγημα των 20′ (υποχρεωτική χρήση εικόνων, αντικειμένων, των τιμών τους ή και της λεζάντας τους από τον κατάλογο του… ΙΚΕΑ (!)

20134_poang_PE369436 «Κούνια που τον κούναγε…»

Η Μαρίζα και η Λένα μπαίνουν αγκαζέ σε ένα γνωστό κατάστημα επίπλων. Η Μαρίζα φαίνεται σκασμένη, κοιτά γύρω της τα αντικείμενα και περιγράφει στη φίλη της με υπερένταση κάνοντας χειρονομίες:

Μ: Έτσι που τα λες, Λένα μου (για να δω αυτό το φωτιστικό)(κάνει την αντίστοιχη κίνηση), πουού φως στην άκρη του τούνελ, τι έμελλα να πάθω με το Θανάση δεν ήξερα, φως στη ψυχή μου τον νόμιζα, σαν τον είχα μπροστά μου θα ήθελα να του στρίψω το λαρύγγι, ααα στρίβει αυτό ε (και πιάνει τον μεταλλικό λαιμό μιας λάμπας γραφείου), να, έτσι!

Λ: Σε καταλαβαίνω, Μαρίζα μου. Δύσκολο πράγμα ο γάμος. Νομίζεις πως σαν παντρευτείς, όπως έφτιαξες το σπιτικό σου, έστρωσες το νυφικό κρεββάτι σου, έτσι στρωμένη και θα είναι η κοινή σας ζωή. Σαν βελούδινος τριθέσιος καναπές με τις κοινές σας εμπειρίες μαλακά, διακοσμητικά μαξιλάρια που θα στήριζαν τη μέση σας στα δύσκολα.

Μ: Μμμμ, τώρα που το λες για τα μαξιλάρια, έπρεπε να τον είχα υποψιαστεί!!Έφευγα το πρωί κι ενώ είχα ταχτοποιήσει το σπίτι, σαν γυρνούσα, τις περισσότερες φορές το έβρισκα ψιλοανακατωμένο.Τα χαρτιά πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου έβλεπα περίεργους λεκέδες από ποτήρια. Στο μπάνιο όπου την τραβούσα για να στεγνώσει τη λουλουδένια κουρτίνα και την έβρισκα ΠΑΝΤΑ υγρή, έβρισκα πετσέτες πεταγμένες  στο πάτωμα!Μάλιστα ανακάλυπτα και κάποιες που δεν ήταν δικές μας! Πάντα άκουγα τις δικαιολογίες του και τις έχαφτα…»Αγάπη μου«, μου έλεγε, «η αγορά μιας ακόμα πετσέτας δεν είναι υπερβολή. Μπορεί να κάνει τη διαφορά στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας! Έκανε μόνο 14,99 Ε το τεμάχιο, ήταν ωραία, μοσχοβόλαγε, ήταν απαλή και χνουδωτή ε, τη λιμπίστηκα!»

– ΠΟΥ να καταλάβω οτι δεν αναφερόταν μόνο στη πετσέτα!

Λ: Ώστε την έβαλε στο σπίτι σας μέσα, ε;

Μ: Μόνο αυτή; Και τα ρούχα της! Μια μέρα, γύρισα νωρίτερα το μεσημέρι και βρήκα να κρέμεται πάνω από τη μπανιέρα ένα κόκκινο νεγλιζέ με δαντέλα στο μπούστο. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και θέλησα απ’ τα νεύρα μου να σπάσω τον καθρέπτη του μπάνιου. Το μετάνιωσα όμως, αναλογίστηκα ότι τον είχαμε πληρώσει 49 Ε. Περιορίστηκα να του πετώ τα βαμβάκια που υπήρχαν στο γυάλινο μπολάκι πάνω στο νιπτήρα (μη σπάσω και τίποτα) και τα λούτρινα παιχνίδια της μικρής(φτηνά ήταν, μόνο 7,99 Ε άσε που δεν κάνουν ζημιές στο πάτωμα). «Ομολόγα», του ζήτησα! «Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις», μου είπε, «δώρο για τη γιορτή σου που είναι σε λίγες μέρες, το πήρα!»

Λ: Και το ‘φαγες;

Μ: Το χώνεψα κιόλας…Λίγες μέρες όμως μετά βρήκα πάνω στα ράφια του υπνοδωματίου κάτω από τα 380 Ε ντουλάπια μας (να ίδια με τούτα δω, τα βλέπεις) (δείχνει τα αντίστοιχα ντουλάπια), δίπλα από το μπιμπελό με τα σπιτάκια και το διακοσμητικό με τα κέρατα, ένα δαχτυλίδι!

Λ: Δίπλα από το διακοσμητικό με τα κέρατα, ε;

Μ:Ναι…και πάλι μου είπε ότι ήταν έκπληξη και το είχε ξεχάσει εκεί δα –

Λ: Ε, όχι!!

Μ: Ήταν και που στη καινούργια μου ντουλάπα με τα ωραία εσωτερικά εξαρτήματα – 320Ε την είχαμε πάρει -δίπλα στα φουλάρια και τις μπλούζες, τα κουτιά για τις ζώνες και τις κάλτσες, κάπου ανάμεσα στη ψάθινη τσάντα μου και κείνες τις δυο άσπρες – ξέρεις – (την μια την είχαμε αγοράσει μαζί στον Πόρο, θυμάσαι;) βρήκα ταχτοποιημένη και μια ΜΑΥΡΗ, που ποτέ δεν είχα!

Λ: Μη μου πεις ότι είπε πάλι τα ίδια!

Μ: Δεν του είπα τίποτα. Άρχισα να ψάχνω όλο το σπίτι: Στις συρταριέρες -κοίτα την ίδια έχουμε!- (δείχνει αντίστοιχα μέσα στο ΙΚΕΑ) δεν είναι όμορφη;-119Ε!- με τα εσώρουχα βρήκα ένα σουτιέν που δεν ήταν δικό μου, κάποια γυαλιά ηλίου που δεν είχα αγοράσει ποτέ…

Λ: Αχ, κορίτσι μου τελικά τι έκανες, έβαλες ντέτεκτιβ;;; Τη βρήκες τη σκύλα, να τη ξεσκίσεις ποια είναι;;;

Μ: Ναι, αλλά δεν ήταν…σκύλα!

Λ: Δηλαδή;

(είναι τώρα στο τμήμα επίπλων, η Μαρίζα στέκεται μπροστά από ένα έπιπλο και διαβάζει)

Μ: Poang Poang 139 Ε. Καθαρίζεται εύκολα γιατί έχει αφαιρούμενο κάλυμμα που πλένεται στο πλυντήριο.

Μ: Μόλις κατάλαβα γιατί το αγαπημένο του κάθισμα ήταν αυτή η κουνιστή πολυθρόνα!!!

rocking chair

ΥΓ: Το έχουμε ξαναπεί. Όταν έχω αναδουλειές στο γράψιμο, βγάζω και σας σερβίρω κάτι από την…κατάψυξη! 🙂

ΥΓ2: Εννοείται πως με πράσινο είναι κάποιες από τις εικόνες που έβλεπα στο κατάλογο, ή οι λεζάντες τους, τα δε italics με πράσινο αποτελούν τα…διαφημιστικά…slogan του καταλόγου, όπως με τη… χνουδωτή πετσέτα που κάνει τη διαφορά στο τέλος χμ, μιας κουραστικής ημέρας!!!!

ΥΓ3: Νομίζω ότι τούτη η άσκηση με δυσκόλεψε πολύ περισσότερο και από αυτήν, με τα σχήματα λόγου και τις κοινοτοπίες. Ωστόσο ήταν εξίσου απολαυστικό το γράψιμό της, και μου θύμισε εκείνες τις «αθώες» εποχές που συμπλήρωνα σχολές Μάρκετινγκ και Οικονομικών στο μηχανογραφικό μου, με κρυφό πόθο να ενταχθώ ίσως κάποτε και σε μια διαφημιστική εταιρία, ως…κειμενογράφος…! (και μετά, βεβαίως, με ξύπνησε η Ζωή – όχι η Κωνσταντοπούλου, ευτυχώς!!) 🙂

Advertisements

Μουσικές καρέκλες

image

‘Όταν ήμουν μικρή, παίζαμε στα πάρτυ ένα παιχνίδι που λεγόταν μουσικές καρέκλες. Θεωρούσα ότι αφορούσε μόνο τα παιδιά, αλλά μάλλον έκανα λάθος. Μπορούσαν να πάρουν μέρος πολλοί παίχτες, αγόρια ή κορίτσια. Μέτραγες πόσοι συμμετείχαν και έστηνες τις αντίστοιχες αριθμητικά καρέκλες μείον μια, σε σχέση με τον αριθμό των παιχτών, όταν θα ξεκινούσε το παιχνίδι. Έπειτα τις έστηνες σ ‘ενα σχήμα που έμοιαζε με κύκλο η έλλειψη, την μια κοντά στην άλλη, ή τη μια απέναντι από την άλλη. Στη συνέχεια ξεκινούσε το παιχνίδι βάζοντας μουσική και τους παίχτες στο άκουσμα αυτής να γυρνούν γύρω από τις καρέκλες. Ξάφνου, η μουσική σταματούσε και οι παίχτες έπρεπε να κάτσουν γρήγορα γρήγορα κοντά στη καρέκλα στην οποία βρίσκονταν, καθώς αυτός που θα περίσσευε, θα έβγαινε από το παιχνίδι, ως χαμένος. Η μουσική ξανάρχιζε, σταματούσε και φτου κι απ´την αρχή, έτσι το παιχνίδι επαναλαμβάνονταν αφαιρώντας κάθε φορά και μια καρέκλα, ώστε να περισσεύει πάντα ένας παίχτης. Μέχρι που απέμεναν δυο παίκτες και μια καρέκλα και στο τέλος βέβαια ο νικητής.

Αυτό που πάντα με απογοήτευε σε τούτο το παιχνίδι, ήταν αφενός οι σπρωξιές για να προλάβεις να κάτσεις μην κάτσει ο διπλανός σου πριν από σένα, καθώς και ότι ενώ ακούγονταν όμορφα  τραγούδια, κανείς δεν έδινε τελικά προσοχή σε αυτό που πραγματικά άξιζε. Τη μουσική και την παρέα.

Αν με ρωτάτε τώρα πως το…μνημόνευσα αυτό, θα σας πω ότι ξάφνου άρχισα να βλέπω πάλι μπροστά μου ελλείψεις. Και κύκλους. Και καρέκλεςΔίπλα τάχα μου, ή απέναντι τη μια από την άλλη. Και κανέναν μα κανέναν να μην ενδιαφέρεται για αυτό που πραγματικά αξίζει:

Τη μουσική της πατρίδας -που χάνεται- και της (πολιτικής) παρέας (ανεξαρτήτως χρώματος) σε μια πορεία αλληλεγγύης.

Απλά, ανοίξτε τις ειδήσεις και θα έρθετε στα λόγια μου.

Τους βαρέθηκα.

Ανεμοδαρμένα ‘Ηθη

Discover_Serifos

Στη Σέριφο είχαμε κανονίσει να πάμε πριν ξεσπάσουν οι συνθήκες που συντάραξαν την ελληνική πραγματικότητα τούτο το καλοκαίρι. Είχαμε μάλιστα δώσει μια γενναία προκαταβολή σε ένα πακέτο πληρωμής έγκαιρου και early booking. Έτσι, αφότου ξεπεράσαμε (;) τον φόβο μήπως μείνουμε από μετρητά (μαζεύοντας καθημερινά και υπομονετικά τις οικονομίες μας) μη και δεν έχουμε να πληρώσουμε τον υπόλοιπο λογαριασμό, και επιπλέον αποφασίσαμε πως, αφού η συμφωνία της Ελλάδας με τους δανειστές ήταν στα σκαριά δεν θα υπήρχε πια λόγος (;) να ακυρώσουμε την πρότερη δική μας και να χάσουμε τα μισά λεφτά που ήδη είχαμε πληρώσει, πήραμε το (θαλάσσιο) δρόμο για το νησί.

Και κει μας πήρε και μας σήκωσε. Ο αέρας.

Αέρας, αέρας, αέρας…

Από τις 6 μέρες που πήγαμε τις 5 μας φίλεψε 7 ολόκληρα μποφόρ. Ανεμοδούρα, μετά την ψυχολογική του είδους που είχαμε αφήσει πίσω στην Αθήνα.

studios-amfitriti

Έτσι, τούτο το μπαλκόνι, που περίμενα πως και πως να αποτελέσει το καταφύγιο της απογευματινής μου μελέτης σε ουκ ολίγα βιβλία και περιοδικά, περιορίστηκε απλά στο να στεγνώνει τα μαγιώ μας. Με μια υπόσχεση, πως αν δεν είμαστε καλά παιδιά, το αγέρι θα φτάσει την προίκα μας κάπου στη Σίφνο. (Για αυτό και αγοράσαμε και έξτρα μανταλάκια, καθώς η σπιτονοικοκυρά των στούντιος δεν έλεγε να καταλάβει πως ανησυχούσαμε για την ακεραιότητα των μπανιερών μας. Είχε να ασχοληθεί με τις καθημερινές ακυρώσεις εκείνη την εποχή, καταλαβαίνετε, ήταν στραβό το κλίμα, της κατσικώθηκε και ο αέρας, είπε τουλάχιστον στα ελάσσονα θέματα να μην δίνει σημασία).

Σε τούτο το μπαλκόνι μπορέσαμε να καθίσουμε μόλις την παραμονή της αναχώρησής από κεί. Σκαραφαλωμένο καθώς ήταν σε ένα λόφο πάνω από το κουκλίστικο λιμάνι του νησιού, το Λιβάδι, έτρωγε τον αέρα με κουτάλι χρυσό. Στο διαμπερές δωματιάκι μας ο αέρας κλώτσαγε απ’ του βουνού τη πόρτα (εισόδου) και έβγαινε βάζοντας γκολ στη μπαλκονόπορτα. Αγώνας σωστός να μπορέις με το βουητό και το κρύο να κοιμηθείς κάθε που βράδιαζε.

Air condition βέβαια μηδέν, κάτι ήταν και αυτό, δε λέω.

Κατι η δύναμη  της συνήθειας, κάτι η καλή παρέα, κάτι η ωτασπίδες, το ηθικό, αν και ανεμοδαρμένο, παρέμεινε ακμαιότατο. Και ας ήταν περιορισμένες οι έξοδοι μας στην πανεμορφη Χώρα– την μία κινήσαμε για τα στενά και φύγαμε, καθώς το μελτέμι πετούσε όχι μόνο πεζό στα…πλακόστρωτα, αλλά μέχρι και μηχανάκια κάτω-την άλλη περιοριστήκαμε στην καταπληκτική πλατεία της με το κλασσικό από όλες τις απόψεις Δημαρχείο και το γλυκάκι μας Στου Στράτου – βάφλα με παγωτό καιμάκι και γλυκό σταφύλι, μιαμ μιαμ – (μόνη ένσταση: τα έπιπλα γιατί τα βάψατε φέτος, σε αυτό το περίεργο πράσινο της Φολεγάνδρου; Το γαλάζιο που είχαμε δει σε αλλοτινές φωτογραφίες έμοιαζε υπέροχο.)


serifos_plateia_082_f στου στρατου

Μπάνιο στη Ψιλή ‘Αμμο, δεν κάναμε.

ψιλη αμμος

Κι ας είναι η πιο γνωστή παραλία του νησιού. Πολλή ανεμοδούρα και κει. Απολαύσαμε όμως τη θέα και το φαγητό μας στου Μανώλη. Δώστε μου μερικές μαραθοτηγανίτες, ένα βιβλίο και ξεχάστε με σε τούτη την ταβέρνα…

Κάναμε όμως μπανάκι σε διάφορες παραλίες, όμορφες σαν και τούτη

βαγια

– την Βαγιά- και τον Άγιο Σώστη.αγιοσ σωστης

Αγαπημένη βέβαια και εξαιρετική υπήνεμη, τα Γάνεμα…

ganema

Α! Και μην ξεχάσω την ταβέρνα με το απίθανο φαγητό πάνω από τα Γάνεμα, τα Πυθάρια, με έναν μουσακά που μου θύμισε τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Ξυλόκαστρο και το φαγητό της αγαπημένης μου γιαγιάς… pitharia

Τελικά τούτο το νησί, ανεμοδαρμένο ή μη, το χαρήκαμε. Θες το ότι είναι τόσο κοντά στην Αθήνα (2,5 ώρες μόνο με το speedrunner που παίρνει αυτοκίνητο – και σε πολύ λογικά για τον ταξιδιώτη ώρες/δρομολόγια), θες το οικονομικό πλην όμως υπέροχο φαί που δοκιμάσαμε παντού, το ότι έχει παραλίες εξαιρετικής ομορφιάς, για κάθε γούστο και σχετικά κοντά η μία με την άλλη – το camping του που προσελκύει  πολύ νεαρόκοσμο, –αλλά καλό και όμορφο νεαρόκοσμο -πράγμα που κατεβάζει το μέσο όρο ηλικιακά του νησιού εκεί γύρω στα 25-30, ή η μικρή όμορφή του χώρα,το σίγουρο είναι πως μας ανέβασε το ηθικό και κράτησε ψηλά τη διάθεσή μας μετά τα capital controls του καπιταλισμού στο κλεινόν κάπιταλ.

Έτσι του χρόνου αποφασίσαμε να ξαναπάμε και ελπίζουμε στο ίδιο οξυγόνο, αλλά σε λιγότερο…αέρα.

Πρώτα ο Θεός-οι πολιτικοί μας-και βέβαια οι απανταχού δρακουλέσκοι… 🙂

Όσοι δεν έχετε επισκεφτεί το νησί, σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Τόσοι Γάλλοι και Γερμανοί…δανειστές, κάτι ξέρουν!!

chora serifou

Οι διορθώσεις μου στις «Διορθώσεις» του Τζ. Φράνζεν

corrections_coverΜου πήρε πάνω από  δυο μήνες να τελειώσω αυτό το βιβλίο των 764 σελίδων (στην ελληνική του έκδοση). Μπορώ να πω ότι τα συναισθήματά μου για αυτό είναι εντελώς ανάμεικτα. Γιατί, κατά τη γνώμη μου μιλάμε για ένα αρκετά κακό βιβλίο γραμμένο ωστόσο από έναν εν δυνάμει πολύ αξιόλογο συγγραφέα. Οξύμωρο; Σίγουρα…

Η θεματική του βιβλίου αφορά στην παρουσίαση μιας δυσλειτουργικής οικογένειας και των παιδιών της κάπου στο σήμερα, λίγο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων (κατά την διάρκεια των οποίων η μάνα θέλει σώνει και καλά να μαζευτούν ΟΛΟΙ στο πατρικό τους σπίτι σε ένα προάστιο των Μεσοδυτικών Πολιτειών). Παρακολουθούμε μέσω παρελθοντικών αναφορών και αρκετά χρονικά άλματα από δω κι απο κει την εξέλιξη τόσο στο γάμο του ζευγαριού, όσο και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των επιταγών που αυτός προσδίδει στη καθημερινότητά των τριών διαφορετικών μεταξύ τους παιδιών, Γκάρυ, Τσιπ και Ντενίς.

Αγόρασα αυτό το βιβλίο μην έχοντας καμία πληροφορία για το συγγραφέα του -δεν είχα καν δει δει την κολακευτική εικόνα του ίδιου τα συγγραφικά persol γυαλιά του και το σέξυ intellectuel  ύφος του-, παρά μοναδικό κίνητρο τις διθυραμβικές για αυτό κριτικές και τα άπειρα βραβεία με τα οποία τιμήθηκε, μεταξύ των οποίων και το Εθνικό της Αμερικής. Θετικό μου φάνηκε επίσης ότι μιλούσαν για αυτό με άπειρο ενθουσιασμό πολλοί Έλληνες μπλόγκερς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Για τον παραπάνω λόγο, και όταν πια είχα φτάσει στη σελίδα 180, χωρίς να καταλαβαίνω πια που θέλει να το πάει ο συγγραφέας, έχοντας βαρεθεί με τις άπειρες λεπτομέρειες και την μακροσκελή του πρόζα για άσχετα πράγματα, άρχισα να βαριέμαι και έκανα την πρώτη παύση. Δεν μπορεί, κάτι εγώ κάνω λάθος, σκέφτηκα. Και έτσι, λίγο αργότερα ξανάρχισα την ανάγνωση…Κλείνοντας χτες την τελευταία του σελίδα, και κάνοντας πλέον μια βουτιά στο goodreads συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι η μόνη που τελειώνει με ένα μεγάλο παράπονο το εν λόγω βιβλίο και που έχει πολλές αρνητικές (αλλά οκ και θετικές) πλευρές του να σχολιάσει. Εντυπωσιακό πως κάποιες γυναίκες αναγνώστριες στο goodreads είναι πιο επιεικείς από τους άντρες, πράγμα για μένα καθόλου τυχαίο… 😉

Ξεκινώ με τα συν:

Μου άρεσε πολύ το αλληγορικό κομμάτι της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ανθρώπινους Λαμπερτ (επίθετο της οικογένειας) και του κίτρινου λονταριού Ασλαν (σε μια «μάχη» τύπου…lamb versus lion) – οι αναγνώστες του βιβλίου καταλαβαίνουν τι εννοώ. Γενικά το βιβλίο πραγματεύεται ανάμεσα στα άλλα το ανθρώπινο ζήτημα των διαφορετικών νοοτροποιών, των συνηθειών, της ατομικότητας του καθένα μας και του κατά πόσο η ιατρική θα έπρεπε ή όχι να επεμβαίνει στο να αλλάξει κάτι τόσο ανθρώπινο και φυσικό…

Με θετική ματιά ανακάλυψα ότι κριτικάρονται έννοιες και συστήματα όπως ο καπιταλισμός και αντίστοιχα ο κομμουνισμός, πως τίθονται επίσης δύσκολα ερωτήματα περί βιοηθικής. Πως αναλύεται η προσποίηση και η προσπάθεια καταπίεσης και επιβολής τους ενός στον άλλο μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις,όπως και ο αμερικανικός πουριτανισμός ή η δύσκολη εικόνα των γηρατειών.

φρ

Μου άρεσαν οι αιχμές που αφήνονται για το πως μια πρωτίστως δύσκολη σχέση μεταξύ των γονιών μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους με τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα για τον καθένα. Ο άμεμπτος -σε βαθμό ωστόσο μυγιάγγιχτου- καταθλιπτικός -πλην όμως πετυχημένος ως εικόνα προς τα έξω Γκάρι- έχει παρεμφερείς βάσεις με τη καταθλιπτική, μπερδεμένη σεξουαλικά και workaholic Ντενίζ και τον καταθλιπτικό -τα έχω κάνει παντού θάλασσα- και σεξομανή Τσιπ. Η έννοια της κατάθλιψης είτε υπονοείται είτε υπάρχει έκδηλη παντού. Η μιζέρια και η δυσφορία χαρακτηρίζει στη ψυχή τους τόσο τα τρία παιδιά, όσο και τους γονείς ξεχωριστά. Όλοι, και οι πέντε ήρωες προσπαθούν να ξεφύγουν από κάτι, που τελικά δεν είναι παρά ο ίδιος ο εαυτός τους και οι επιλογές που έχουν κάνει.

Στα συν και οι άπειρες γνώσεις του συγγραφέα για διάφορα ιατρικά, οικονομικά ή εθνικά ζητήματα, όπως και τα ψιχουλάκια προς τους αναγνώστες (πέρα από το lamp-ert versus lion) τα ονόματα διάσημων συγγραφέων που ενσωματώνονται στο βιβλίο τυχαία ως τοπωνύμια, επίθετα ηρώων κτλ.

Επιπλέον,όταν ο συγγραφέας αφήνεται ελεύθερος, κάποιες επιλογές λέξεων και φράσεων είναι πραγματικά καλές, δείγμα μιας ιδιοφυούς πένας. Αν μάλιστα διαβάσει κανείς το βιβλίο στα Αγγλικά (που το συνιστώ) θα  είχε μια ακόμα καλύτερη εικόνα της συγγραφικής δυνότητας του Φράνζεν.

Μου άρεσε ακόμη η παρουσίαση του χαρακτήρα της Ντενίζ και λίγο λιγότερο αυτή του Αλφρεντ, καθώς είναι οι μόνοι πραγματικά τρισδιάστατοι χαρακτήρες.

Αν και θα είμαι μάλλον η μόνη -ακόμα και ανάμεσα στους φανατικούς υποστηρικτές αυτού του βιβλίου!- μου άρεσαν επίσης οι σοκαριστικές εικόνες που παραστατικά έδιναν την καταθλιπτική και ζοφερή πραγματικότητα της τρέλας του Άλφρεντ, καθώς συνομιλούσε με τους μαύρους αυτούς ήρωες του κορμιού και της φαντασίας του…Καθώς και το ότι ο συγγραφέας εκεί έπαιζε μαζί μας και πολλές φορές δεν ήξερες τι είναι πραγματικό ή όχι. Μου άρεσε το Δείπνο της Εκδίκησης και ο μικρός Τσιπ κοιμισμένος πάνω στο τραπέζι.

kid

Και πάμε στα

Πλην:

Σελίδες, σελίδες, σελίδες. Σελίδες επί σελίδων χωρίς πραγματικό, υπαρκτό νόημα. ‘Απειρη προζα, έλλειψη διαλόγου. Ανάλυση χωρίς νόημα καταστάσεων και δευτερευουσών ηρώων που τους ξεχνούσες στο λεπτό. Αναλύσεις απείρου κάλλους για το πως λειτουργούσε μια πρώην τοπική σιδηροδρομική εταιρεία στις Μεσοδυτικές πολιτείες ή πως λειτουργούν οι ορμόνες στο σώμα μας.

Είναι τόσο περίεργο, αλλά παρά τον όγκο των τόσων σελίδων, οι τρεις τουλάχιστον από τους πέντε βασικούς ήρωες είναι παντελώς μονοδιάστατοι, σχεδόν καρικατούρες που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς οι παρελθοντικές αναφορές να διεισδύουν στις πραγματικές πτυχές του χαρακτήρα και της διαμόρφωσή του κατά τη διάρκεια των χρόνων. Λατρεύω τις ταινίες και τα βιβλία που πραγματεύονται την διακύμανση και ανάλυση των χαρακτήρων των ηρώων, αλλά πως γίνεται και σε μια έκταση της τάξης των 764 σελίδων, αυτά που μας δόθηκαν (με εξαίρεση τη Ντενίζ) να είναι ψίχουλα;

Δεν υπάρχει πραγματική δράση. Αμφιβάλλω αν υπάρχει και πραγματικό νόημα στην όλη συγγραφή του βιβλίου. Με εξαίρεση τις σκηνές στη Λιθουανία (για δράση που λέγαμε) (όπου η έκβαση της περιπέτειας στο τέλος και του έγκαιρα φτασμένου πια στο πατρικό σπίτι Τσιπ θυμίζει κάτι από James Bond – ίσως εξεπίτηδες;) και τη σκηνή στο κρουαζιερόπλοιο – αντε και λίγο προς το τέλος του βιβλίου -δηλαδή ένα σύνολο 30 σελίδων;- ψάχνει κανείς να βρει πλοκή και δράση, πέρα από άνευρες, επίπεδες περιγραφές…

Το τέλος του βιβλίου, σε σχέση με αυτό που έχει προηγηθεί, επίσης τρομερά απογοητευτικό: Σε μερικές μόνο σελίδες ξαφνικά εξελίσσονται πολύ βολικά όλα, ενώ υποτίθεται ότι κάποιοι από τους ήρωες μετά από μια ανύπαρκτη κάθαρση πάνε ένα βήμα παραπάνω τη ζωή και το χαρακτήρα τους. Ακυρο, άκυρο, άκυρο και η μεγαλύτερη απογοήτευση μου για το βιβλίο. Κάτι, που ακόμα και ο πιο φανατικός αναγνώστης του, αποκλείεται να το αμφισβητήσει. Είναι σαν ο Φράνζεν κάποια στιγμή να κουράστηκε με τη συγγραφή του, να είχε βάλει πάνω στο τραπέζι όλα τα απωθημένα και τις σκέψεις του και να είπε: ουπς, μεγάλη έκταση πήρε το κείμενο, κάτσε τώρα να κάνω ένα σύντομο wrap up και να δώσω ένα (επιπλέον ανύπαρκτο) closure.

Δεν γίνεται αναφορά σε πραγματικά προβλήματα για να δικαιολογείται τέτοια μιζέρια ψυχής. Ούτε πραγματική φτώχεια διέπει τους ήρωες, ούτε σεισμοί και καταποντισμοί κλονίζουν τη ζωή τους. Επίσης η μαύρη φυλή είναι σχεδόν ανύπαρκτη στο βιβλίο.

Ο αναγνώστης, είτε κατά βούληση του ίδιου του συγγραφέα, είτε λόγω λάθους του, δεν μπορώ να καταλάβω ειλικρινά, νιώθει να έχει πολύ τον ίδιο το συγγραφέα πάνω από το κεφάλι του, και έτσι δεν μπορεί να βυθιστεί στο κείμενο. Και αυτό διότι εκνευρίζεται με την αυταρέσκεια που πολλές φορές τον διακρίνει στις περιγραφές άσχετων θεμάτων με δημοσιογραφική λεπτομέρεια, ή δεν παύει ποτέ να τον ανακαλύπτει στις posh πλευρές του επιτυχημένου Γκάρυ, στις αποτυχημένες ροκ, avant gard επιλογές του Τσιπ (που συνέχεια μας επαναλαμβάνει πόσους ξένους συγγραφείς και επιφανείς δημιουργούς έχει αναγνώσει), στην δουλευταρού Ντενίζ. Υπάρχει τόσο αυτοβιογραφικό στοιχείο εκεί μέσα, που δεν δύνασαι να το αγνοήσεις.

Το βιβλίο έχει αναφορές λένε από τον Ντε Λίλο και το Connections (προσωπικά δεν το έχω διαβασει, αν το είχα, ίσως κατανοούσα το συγκεκριμένο του Φράνζεν περισσότερο) και έχει συγκριθεί με τους Μπούντενμπρουκς του Μανν, που για μένα συνιστά απλά μια εντελώς παράλογη σύγκριση.Για την σύγκριση με τον Τολστοι, απλά δεν έχω λόγια.

buddenbrooks

Ωστόσο, δεν μπορείς να το θάψεις τελικά αυτό το βιβλίο. Θα ήθελες αντί για 764 να είχε γύρω στις 300-400, όχι για να μην κουράζεσαι, απλά γιατί κάποιες λεπτομέρειες είναι αφόρητα περιττές, ακόμα και για τον μέσο Αμερικανό. Γιατί επίσης, καθώς χάνεσαι μέσα σε αυτές τις γελοίες και ανούσιες περιγραφές, έχεις ξεχάσει σημαντικές λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα και τις πράξεις των ηρώων. Αλλά τελικά, αυτοί οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, αν και μονοδιάστατα  πλασμένοι, σε κερδίζουν. Ίσως ακριβώς γιατί δεν σου δίνονται στο πιάτο όλα φόρα παρτίδα, παρά σε αφήνουν να τους ανακαλύψεις, και να σκεφτείς εσύ τι θα ήθελες να διορθώσεις πάνω τους. Ίσως πάλι ο λόγος που στο τέλος αν και το βιβλίο ενώ σε έχει κουράσει δεν σε αφήνει παντελώς αδιάφορο, να είναι αυτή η ανθρωπιά του, η κατάρρευση του αμερικανικού ονείρου, η διάψευση της αγίας και ευτυχισμένης οικογένειας, που η προσπάθεια δημιουργίας της και τήρησης των κανόνων και εικόνων προς τα έξω καταπιέζει κάθε μέλος της, που απλά διψά για ελευθερία και ζύμωση του δικού του ατομικού χαρακτήρα…

midwest house

Κλείνω αυτή την υπερβολικά φλύαρη κριτική με ένα βίντεο, που πρώτη φορά είδα χτες ως διαφήμιση, και είναι να τρελαίνεται κανείς με τούτη σύμπτωση, λίγο πριν υποβάλλω την ανάρτηση αυτή στο ιστολόγιό μου…

Και βέβαια περιμένω τα δικά σας σχόλια και τις δικές σας «διορθώσεις» στην κριτική μου, από όσους από εσάς έχετε διαβάσει το βιβλίο αυτό. Για όσους προτίθενται να το κάνουν, δεν τους αποθαρρύνω (αν και σίγουρα δεν είναι ανάγνωσμα παραλίας), απλά τους συνιστώ άάάάπλετη υπομονή και αν μπορούν να διαβάσουν την αγγλική έκδοση!

(είμαι σίγουρη ότι οι έχοντες διαβάσει το βιβλίο, μειδιούν τούτη τη στιγμή)

ΥΓ: This wasn’t my last from Franzen. Έτσι από περιέργεια, θέλω να διαβάσω και την «Ελευθερία» για να διαπιστώσω τι τελικά νιώθω για τούτο το σύγγραφέα (σίγουρα πάντως όχι να του δώσω μέχρι στιγμής το National Book Award…)

Πως αισθάνεται ο καθένας από μας…

MHTROPOYLOS_SKITSO_161014.limghandler

και κυρίως οι γονείς των σημερινών 35+, οι ηλικιωμένοι, οι συνταξιούχοι…

Καλή μας δύναμη…

Διήγημα των 20′ – Nο. 2 (σχήματα λόγου/κοινοτοπίες)

lygaria«Λυγαριά, λυγαριά, εσένα έχω στη καρδιά»

Για χρόνια του έψηνε το ψάρι στα χείλη, του έβγαζε το λάδι καθημερινά, τα φώτα του άλλαζε, αλλά εκείνος εκεί, το χαβά του. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Οι φίλοι του έλεγαν πως η τρέλα δεν πάει στα βουνά, βρήκε τον Αναστάση. Άλλοι πάλι υποστήριζαν πως κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, τόσο ταιριαστοί ήταν. Στο κάτω κάτω της γραφής, τι ρόλο έπεφτε στον καθένα; Χέστηκε η φοράδα στ’αλώνι τι έκαναν στη ζωή τους, αν δεν ταιριάζανε δεν θα συμπεθεριάζανε.

Κυλούσαν τα χρόνια και το κουτσομπολιό για τον αταίριαστο αυτό γάμο του Αναστάση και της Μαρίνας γίνηκε ιστορία χτεσινή, περσινά ξινά σταφύλια που λένε. Το νέο πια ήταν άλλο, σταφύλι ώριμο και ζουμερό, μπουμπούκι άκοπο και σαν τα κρύα τα νερά, η νεοδιορισθείσα δασκάλα του χωριού, η Λυγαριά με το όνομα και τη χάρη. Χρόνια και ζαμάνια είχε να εμφανιστεί τόσο όμορφο κορίτσι στο χωριό κι ενώ ήταν Αθηναία και κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι καπνό φουμάρει, γινόταν το μάλλε βράσε στο χωριό και τα αντρόγυνα τσακώνονταν σαν το σκύλο και τη γάτα, οι γυναίκες ζήλευαν και οι άντρες το έπαιζαν πολλά βαρείς, τσάμπα μάγκες όμως οι άμοιροι στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν το κορίτσι το λυγερό…Και τούτη η σουσουράδα, πως το ΄παθε και από όλους τον χοντρό τον Αναστάση, το σπυριάρη και τον παντρεμένο διάλεξε, τρία πουλάκια κάθονται. Ο άμοιρος…λαχείο την έκανε, κάγκελο έμεινε σαν εκείνη έκανε την επιλογή της, αλλά δεν ήξερε πως η κοπελιά δεν ήταν το ένα το καλό, αλλά μάρκα μ’έκαψες και πως τον εκμεταλλευόταν…

Γρήγορα το νέο γνωστό έγινε, το ‘μαθε κι η κουτσή Μαρία. Η Μαρίνα τα έκανε όλα φύλλο και φτερό από τα νεύρα της στο σπίτι, φώναζε πως πήρε ο κώλος του αέρα και γινόντουσαν συνέχεια μαλλιά κουβάρια…Τόσον καιρό, υποστήριζε, φάγαμε ψωμί κι αλάτι κ κείνος που το ‘παιζε τίμιος, αχ δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις, με την δασκάλα κατέληξε!!!

Ήθελε να του κάνει τα μούτρα κρέας. Και κείνος, λάδι στη ψωτιά έριχνε σαν παρφουμαριζόταν και την έκανε για το…καφενείο, όπως έλεγε. Κολοκύθια τούμπανα!!

Τον έπιασε κάποια στιγμή στα πράσα μαζί της…Και πέρα από το λάδι…του φαγε και τις ελιές, ότι χωραφάκια είχε και δεν είχε…και προχώρησε η Μαρίνα, με τη Λυγαριά την ερωμένη της, χεράκι χεράκι στο ηλιοβασίλεμα πίσω στην Αθήνα, πιο πλούσιες πια και οι δυο και ερωτευμένες… Πιασ’ το αυγό και κούρευ’ το πως γνωρίστηκαν και τι απέγινε ο Αναστάσης…Σιγά τον πολυέλαιο θα μου πεις, χιλιοειπωμένη ιστορία…

Ο Αναστάσης όμως, είπε την τελευταία του λέξη;

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά… 🙂 🙂

Vitex_agnus-castus_2a

ΥΓ1: Εννοείται πως οι φράσεις που είναι στο κείμενο με μπλε χρώμα, είναι και αυτές που μας δόθηκαν και έπρεπε να ενσωματωθούν οι περισσότερες αν όχι όλες (!!) στο 20 λεπτο γράψιμο. Τι φράσεις αυτές πρώτα τις είχαμε προτείνει/συζητήσει στο μάθημα ομαδικά και εν συνεχεία σημειώσει στα τετράδιά μας για να έχουμε όλοι τις ίδιες…

ΥΓ2: Νομίζω πως η συγγραφή του συγκεκριμένου κειμένου, και δεδομένου των φράσεων που έπρεπε να ενσωματώσει, είναι από αυτές που με διασκέδασαν περισσότερο! (και όχι μόλις μου ήρθε η κεντρική ιδέα, εντός ολίγων λεπτών, μπορώ να πως πως δεν αγχώθηκα καθόλου!) 🙂

Διήγημα των 20′ – (σκουπίδια δρόμου/ονομασίες μαγαζιών)

sweet_pea «Δυο βαρκούλες πράσινες και ένας κόκκος ρύζι»

Πέρασε έξω από το ψητοπωλείο «Το Λιβάδι». Οι μυρωδιές του ψητού κρέατος για τους θαμώνες του σαββατιάτικου απόβραδου του ξελίγωσαν το στομάχι. Ψαχούλεψε τη μια τσέπη του. Λεφτά δεν υπήρχαν, μόνο ένα χαρτάκι από τα στριφτά, που κάποτε είχε την πολυτέλεια ν’ αγοράσει, δέσποζαν στις τσέπες του. Το πόδι του σκόνταψε σ’ ένα καλαμάκι μαύρο και άραχνο, σαν το μέσα του. Θα προτιμούσε να ήταν καλαμάκι από σουβλάκι που μόλις είχε φάει.

Το χέρι του βουτά στην άλλη τσέπη. Τίποτα. Μια γόπα πιπιλισμένη με αγωνία, μια σταγόνα τελευταία νικοτίνης στο νευρικό του σύστημα. Την είχε πετάξει και ύστερα περιμαζέψει με τρυφερότητα. Ήταν το τελευταίο του τσιγάρο. Το ήξερε.

Συνέχισε το περπάτημα. Βιαστικά. Να διώξει τις έννοιες του. Μαγαζί με κλωστές, καλσόν, φερμουάρ.Στη γωνιά του ο μεταλλικός λαιμός μιας σπασμένης κρεμάστρας, ίδιο μεταλλικό ερωτηματικό. Τον κορόιδευε, ή τον ρώταγε και κείνο. «Πως βρέθηκες εδώ;» «Τι κάνεις στη ζωή σου;» Το παπούτσι του κόλλησε σε ένα παρδαλό χαρτάκι που τίναξε περπατώντας βιαστικά και απογείωσε στον αέρα. Προσγειώθηκε αλεξιπτωτικά στο πάτωμα και τον κορόιδευε με τη σειρά του: Έγραφε Kinder, και έπαιζε και τούτο με τον πόνο του. Εκείνη και τα παιδιά τους είχαν φύγει για τη Γερμανία πρόσφατα σε συγγενείς, η κρίση είχε ρημάξει την οικονομική και συναισθηματική του ζωή. Άνεργος, χωρίς παιδιά, με μόνη συντροφιά ένα χαρτάκι Kinder αντί για τα πραγματικά του, ένα ερωτηματικό κρεμάστρας και ένα καλαμάκι.

Ξαφνικά, τα αντικείμενα στο πεζοδρόμιο που έβλεπε, ένιωσε πως ήταν οι μόνοι του σύντροφοι, κι άρχισε να παρατηρεί γύρω του. Ένα περιστέρι βρώμικο πήρε από λάθος ένα τσόφλι φιστικιού για φαγητό και προσπάθησε να το τσιμπήσει. Πιο κάτω δυο παιδιά έπαιζαν μπάλα μ’ένα πατημένο πλαστικό μπουκάλι από νερό κ το ένα πετούσε κάτω το θαλασσί κουταλάκι από το παγωτό που μόλις τελείωσε. Το άλλο πρέπει να είχε πετάξει εκείνο το βρώμικο ξυλάκι, σκέφτηκε. Κάπου στη Γερμανία τα παιδιά του θα τρώγαν το δικό τους παγωτό.

Περνούσε τώρα μπροστά από τη «Νάνσυ», τη βιοτεχνία με τα γυναικεία εσώρουχα. «Ποτέ δεν θα ξαναθαυμάσω τη σιλουέτα της», αναλογίστηκε, ενώ κλωτσούσε με μίσος ένα τακούνι, βρώμικο απομεινάρι γυναικείου παπουτσιού που βρέθηκε μπροστά του. Η «μπάλα»των παιδιών έπεσε στις παρακείμενες νερατζιές και έλουσε με πράσινο για μια ακόμη φορά το βρώμικο δρόμο με τα φύλλα τους. Βαρκούλες πράσινες, που στροφάριζαν στα απόνερα του διπλανού φρεατίου ομβρίων.

Η περιοριστική ταινία της Αστυνομίας έκλεισε το δρόμο του, σαν θέλησε να στρίψει τη γωνία. Περιπολικά κι ασθενοφόρο σφύριζαν από μακρυά, ενώ βρέθηκε να κοιτά με απορία μια γυναίκα έξω από την χαρτοπαικτική λέσχη «Το 1», που έκλαιγε γοερά…

Ο δρόμος του είχε εμπόδιο για μια ακόμη φορά…Έτσι πήρε τη Σικίνου προς τα πίσω. Στόχος το σούπερμαρκετ «Βερόπουλος». Όλο και κάτι θα είχαν πετάξει στα κιβώτια σκουπιδιών, να ξεγελάσει την πείνα του. Σαν έφτασε εκεί, το μόνο πεταμένο στο έδαφος, ένα φασολάκι πράσινο, δεύτερη πράσινη βαρκούλα στα πεινασμένα του όνειρα. Σκέφτηκε την παραβολή με της σούπας με την πέτρα: «Έχω ένα φασολάκι, βάλε ένα καρότο, ξέρεις τι ωραία είναι η σούπα από φασολάκι;» Θα ήθελε ουσιαστικά να πει…:»Έχω τη μοναξιά μου, θέλεις να βάλεις κ συ κάτι να τη νοστιμίσουμε λίγο;»

Κατευθύνθηκε όλο ελπίδα προς το μίνι μάρκετ που ήταν κοντά στο «Βερόπουλο». Το Μίνι Μάρκετ Των Θεών –  «The Gods», ονομαζόταν. Έψαξε στα σκουπίδια του, κάτι να φάει δεν βρήκε. Κάτι γυάλιζε στο δρόμο, ένα κέρμα! Σκέφτηκε πως πρώτη φορά μέσα στη μέρα άνοιξε η τύχη του. Έκανε να το πάρει. Καπάκι μπύρας «Μύθος» ήταν. Τελικά. Εκεί, among the greek Gods, προσπαθούσε να live his myth in Greece. Τζίφος.

Πιο κάτω δυο σχιστομάτηδες στο μαγαζί «World Store» τσακώνονταν μεταξύ τους, ενώ έτρωγαν με ξυλάκια ρύζι από μπολάκια πλαστικά. «Παγκόσμια Οικονομία», σκέφτηκε. «Θα ζητήσω και γω σαν τον Πρωθυπουργό την κινεζική βοήθεια»- και η βαρκούλα του ξαφνικά σαν να γίνηκε άσπρη, ένας κόκκος ρύζι.

Ή ήταν οι κόρες των ματιών του, ίδιες βαρκούλες ασπρες, σε μια θάλασσα δακρύων;

5530598616_eb4d10bb27_b

ΥΓ1: Τα αντικείμενα/σκουπίδια που αναφέρονται στο κείμενο (ξυλάκι, παπούτσι, φασολάκι κλπ) ήταν πραγματικά. Τα βρήκε κάνοντας μια βόλτα στο δρόμο έξω από το εργαστήρι κατόπιν εντολής του Δασκάλου και τα έφερε στο μάθημα ένας από τους συμμαθητές μας. Το ίδιο αληθινά είναι και τα ονόματα μαγαζιών που μας δόθηκαν και είναι από τη γύρω περιοχή.
ΥΓ2: Την εποχή που γράφτηκε το κείμενο, ο Σαμαράς έκανε συζητήσεις με τους Κινέζους. Φαίνεται ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε και έτσι, κ δεδομένων των ημερών ήταν το πρώτο διήγημα που διάλεξα να αναρτήσω στο ιστολόγιο, από τα διάφορα διηγήματα που έγραψα…
ΥΓ3: Δύσκολο κάποια διηγήματα να μην τελειώσουν απότομα, σαν άκουγες την εντολή: «Τα μολύβια κάτω!» 🙂