Συνήθειες που με κάνουν να χαμογελώ

images (1)

Κοντά στην προτροπή της Σοφίας να μιλήσουμε με τη σειρά μας για το τι μας κάνει χαρούμενες κάθε μία μέρα της εβδομάδας, αναζητώντας έτσι στιγμές ομορφιάς μέσα στην καθημερινότητα, και την μετεξέλιξη της ανάρτησης αυτής από τη Φωτεινή στην αναζήτηση επτά πράγμάτων που μας κάνουν ευτυχισμένουςη οποία και με έκανε και tag σε τούτο το … «εξελιγμένο» ποστ και την ευχαριστώ πολύ!– ας μιλήσω κι εγώ με τη σειρά μου για επτά απλά, μικρά, καθημερινά πράγματα που με κάνουν να νιώθω όμορφα:

Ένα: Ο καφές από αυτόν που σε αγαπά

morning coffeeΚάποιοι μπορεί να…ζηλέψουν, άλλοι μπορεί να απορήσουν, αλλά αυτό που με κάνει να νιώθω όμορφα όταν ξυπνώ είναι το άκουσμα του γουργουρίσματος της καφετιέρας στην κουζίνα, από τον καφέ που μου ετοιμάζει ο σύντροφός μου. Τώρα βέβαια τη τελευταία βδομάδα αυτό έχει λίγο αλλάξει, γιατί πρέπει πια εγώ να ξυπνώ πιο νωρίς από εκείνον και πολλές φορές τον ετοιμάζω έτσι μόνη μου, ωστόσο αυτή η χρόνια συνήθεια συνεχίζεται σίγουρα τα Σαββατοκύριακα! 🙂

Ο καφές είναι για μένα έτσι κι αλλιώς, φιλαράκι, αγαπημένη καθημερινότητα, όταν δε προσφέρεται γενναιόδωρα από το χέρι του καλού μου ενώ εγώ χουζουρεύω τεμπέλικα στο κρεββάτι, είναι σίγουρα μια ξεχωριστή στιγμή μέσα στην ημέρα. Και τρυφερότητα και καφές, αλήθεια, τι άλλο πια να ζητήσει μια ψυχή;;;

Δύο:Το περπάτημα στη φύση

autumn leaves

Η «κηπούπολη», το όμορφα δομημένο και καταπράσινο προάστιο που βρίσκεται δίπλα σε αυτό που κατοικώ τώρα, προσφέρεται για πάσης φύσεως δραστηριότητες, μετρώντας κατάφυτες πλατείες, όμορφα δασάκια και πρότυπες παιδικές χαρές. Αν έχεις μάθει και τους δρόμους από τους οποίους τα αυτοκίνητα περνούν με μικρή συχνότητα και μέτρια ένταση όπως εγώ, μπορείς να περπατήσεις με βήμα ταχύ και για μιάμιση ώρα σε όμορφα στενά και μέσα από λουλουδιασμένα και ρομαντικά σημεία, χωρίς να κινδυνεύεις να τσαλαπατηθείς.

Έτσι και μια και δεν είμαι του γυμναστηρίου, απολαμβάνω αυτό το προνόμιο σε τούτο το ήσυχο προάστιο, όποτε και όπως μπορώ. Παίρνω λοιπόν το αμάξι (που από το φόβο μου συνήθως το αφήνω…ακίνητο – τα έχουμε ξαναπεί) και οδηγώ μέχρι την «κηπούπολη», παρκάρω στους δρόμους της και μετά αρχίζω το… βάδην! Έχω χρονομετρήσει ότι μέσα σε 90 λεπτά μπορείς να τη γυρίσεις σχεδόν όλη! Στην πορεία μου αυτή βέβαια, συναντώ χιλιάδες άλλα πράγματα που με κάνουν να χαμογελώ:

Αγριολούλουδα μικρά, μαμάδες με καροτσάκια που βγάζουν τα μωράκια τους βόλτα, joggers, αθλητές, σκυλάκια, ηλικιωμένα ζευγάρια που κάνουν και αυτά τον περίπατό τους…

Τρία:Η επαφή με τους ανθρώπους,

getting to know you

μια κουβέντα, ένα χαμόγελο.

Αν είχα σπουδάσει αυτό που πραγματικά ήθελα, νομίζω πως θα είχα καταλήξει ψυχολόγος ή δημοσιογράφος. Κι αυτό γιατί  – από ότι μου έχουν πει – είμαι καλή στο να ακούω τον άλλο όταν μιλά, και να εκμαιεύω από την ψυχή του πράγματα που τον απασχολούν. Πράγματα που πολλές φορές ίσως δεν τα έχει συνειδητοποιήσει κι ο ίδιος. Εγώ θα προσθέσω ότι μου αρέσει απλά το κεφάλαιο Άνθρωπος. Η Επικοινωνία. Η Επαφή. Να γνωρίσω ποιος είσαι. Τι είσαι, τι επιθυμείς, ποια είναι η πορεία της ζωής σου, τα κίνητρά σου, τα θέλω σου, τα όνειρα και οι απογοητεύσεις σου…

Έτσι, ενώ οι πραγματικοί μου φίλοι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, πάντα θα με δεις να συνομιλώ, ρωτώ, πιάνω κουβέντα με τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Στο σουπερμάρκετ. Στη δουλειά. Στη στάση του λεωφορείου, που κάποτε που εξομολογήθηκαν σε 10 μόλις λεπτά, την ιστορία ολάκερης ζωής!! Ο σύντροφός μου κρυφά με «καμαρώνει», ωστόσο πάντα αστειεύεται μαζί μου πάνω στο ζήτημα. «Μα καλά, πότε πρόλαβες και τα έμαθες όόόόλα αυτά πάλι;;;»

Εγώ, χωρίς πάλι να ξέρω γιατί, αναπνέω μέσα από όλο αυτό. Ίσως, γιατί μου θυμίζει ότι, deep down inside, είμαστε όλοι ίδιοι. Όντα με άλλα πρόσωπα, αλλά τις ίδιες ανησυχίες πάνω κάτω και επιθυμίες. Τις ίδιες περίπου πορείες και προβληματισμούς. Αν έχεις διάθεση να ακούσεις, αν είσαι good listener, ο κόσμος θέλει απελπισμένα να μιλήσει. Να ρωτήσει. Να συγκρίνει. Να συμβουλευτεί. Να ανταλλάξει απόψεις… Όταν δε μια μικρή ή μεγάλη συζήτηση συνοδεύεται και από χαμόγελα κατανόησης ή ουσιαστικούς δίαυλους επικοινωνίας, θαρρώ πως έχω αναπνεύσει το οξυγόνο ενός ολόκληρου μήνα…

Στην κατηγορία αυτή βέβαια υπάγεται και το blogging και οι συζητήσεις με όλους του φίλους της παρεούλας μας εδώ μέσα… 😉

Τέσσερα:Η  παντός τύπου έρευνα

roads

Δώσε μου ένα θέμα και βάλε με να το ψάξω. Τώρα πια στην εποχή που ζούμε, περισσότερο εννοώντας το Διαδίκτυο. Θα με βρεις να ψάχνω για…αιώνες. Όσο δε διαρκεί αυτό, η αδρεναλίνη μου παραμένει στα ύψη. Πολλές φορές βέβαια καταλήγω απλά να κάνω… «έρευνα» για πράγματα που θα με απασχολήσουν στο απώτερο μέλλον, όπως για το που θα πάω πχ διακοπές το καλοκαίρι, ενώ έξω ρίχνει…χιόνι!

Ωστόσο,όλο αυτό,απλά μου φτιάχνει τη διάθεση βρε παιδί μου!

rainy night

Πέντε: Σπιτική Ζεστασιά:

με την κυριολεκτική έννοια. Στο παλιό διαμέρισμα, που ήταν και λίγο ταλαιπωρημένο, ανάβαμε συχνά το τζάκι, κι ας μην τράβαγε η καμινάδα!Τι πιο όμορφο από το να βρέχει έξω, εσύ μέσα με το τζάκι και χαλαρωτική μουσική να διαβάζεις εφημερίδες ή ένα αγαπημένο βιβλίο…Απόλαυση! 

Τη θέση τώρα του αναμμένου τζακιού στο καινούργιο διαμέρισμα, και με το άσθμα μου πλέον να καθιστά τον καπνό απαγορευτικό, έχουν πάρει πλέον τα κεριά. Μεγάλα μέσα στο «σώμα» του τζακιού, μικρά πάνω στα coffee tables. Και μετά ταινιούλα ή αγαπημένο βιβλίο, ντιμάρωντας και τον υπόλοιπο φωτισμό. Απλά, μαγεία!

music

ΈξιΗ μουσική

Νομίζω δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν. Είμαι το άτομο που όταν είναι σπίτι, συνήθως το ραδιόφωνο είναι πάντα ανοιχτό. Δεν παίζει κάθε φορά τον ίδιο σταθμό, ούτε τα ίδια τραγούδια. Εξαρτάται από τη διάθεση ή την δραστηριότητα μου.

Η μουσική έχει το χάρισμα να σε μεταφέρει στον πιο μακρινό κόσμο, στην πιο ξεχωριστή ή διαφορετική κουλτούρα, να σου φέρει δάκρυα ή να σου χαρίσει χαμόγελα με ένα απλό play. Κάποτε, όταν έπαιζα πιάνο -και κυρίως όταν συνέθετα τη δική μου μουσική- έλεγα με τις μελωδίες μου πολλά περισσότερα από αυτά που μπορούσα να εκφράσω με λόγια.

Χρόνια πια τη θέση του πιάνου μου έχει πάρει πλέον το γράψιμο…ελπίζω σύντομα να φτάσω και σε αυτό το στάδιο:

novel

Επτά:Οι βεράντες μου

plants

Είμαι παιδί των λουλουδιών και των δέντρων. Μιλώ στα λουλούδια μου και καθαρίζω τα ξερά φυλλαράκια των φυτών που έχω μέσα στις γλάστρες μου. Χαζεύω τα πουλιά να παίρνουν φύλλα ή ξυλαράκια την άνοιξη σαν φτιάχνουν τις φωλιές τους. Τα άνθη που ξυπνούν με την ανατολή του ηλίου και κλείνουν την ημέρα που πέρασε στα κλειστά τη νύχτα μπουμπούκια τους…

Ένας μικρόκοσμος είναι και αυτά, που έχει την ανάγκη μου και το φως του ήλιου…

Κλείνοντας την παραπάνω ανάρτηση, και ενθυμούμενη  μια από τις τελευταίες αναρτήσεις της μαγισσούλας για τον Επίκτητο συνειδητοποιώ ότι έχουμε πολλά, μικρά, απλά πραγματάκια γύρω μας να μας τροφοδοτούν με κουράγιο, όρεξη αλλά και ενέργεια και που τελικά μας κάνουν να αισθανόμαστε ευγνώμονες και ευτυχισμένοι, παρ’ολη την ρουτίνα της καθημερινότητάς μας…

Τελικά, τι πιο σημαντικό και καθημερινά γενναιόδωρο για τους εαυτούς μας από αυτό;;;

grateful

Advertisements

Αλλαγές…

Ο χειμώνας και το καλοκαίρι που προηγήθηκαν έφεραν αρκετές αλλαγές.

Πρώτη φορά πέρασα Χριστούγεννα μακρυά από την οικογένεια μου και τη μητέρα μου που γιορτάζει. Ήταν όμορφα, στην Πράγα. Μοναδική, παραμυθένια πόλη, όμορφα κτίρια, και σαν χιονίζει χάνεσαι μέσα σε μια μαγεία, που λες δεν θέλω να τελειώσει ποτέ.

Έπειτα από ένα μήνα η Ελλάδα ψήφισε Π.Φ.Α.

Φέτος το καλοκαίρι πάλι, δεν πήγα στο σπίτι στο Ξυλόκαστρο ούτε μια φορά. Με πήρε ο αέρας και με σήκωσε σε Σέριφο και Σχοινούσα. Κάλα τα σίγμα και κει, μα σαν το Σπίτι της Σοφίας μου, πουθενά. Συνειδητοποίησα ότι είναι μάταιο να ψάχνεις στα ξένα τον παράδεισό σου, όταν εκείνος σε έχει δέσει, με αγάπη, χρόνια τώρα. Λίγα υδραυλικά, υπομονή και σοβάτισμα χρειάζεται, όπως όλες οι σχέσεις.

Ένα σίγμα έρχεται να με προβληματίσει ακόμα. Αυτό της Συρίας.

‘Επειτα, βρίσκομαι να χτυπιέμαι ξαφνικά έξω από τη Βουλή, εποχή Δημοψηφίσματος. Ναι, αυτού καλέ, που άρχισε να μας κάνει unfriend, dislike και delete, έτσι στα ξαφνικά, επειδή ακριβώς όλα τα υπόλοιπα προβλήματά μας, τα είχαμε  λύσει. Και να μου έρχονται ξανά τα λόγια της μητέρας μου για τον παππού μου στο μυαλό. Που τον είχαν στήσει μια οι κομμουνιστές και μια οι βασιλικοί στον τοίχο, και τις γλύτωσε και τις δυο φορές. Άλλοι, δεν ήταν τόσο τυχεροί.

Ευτυχώς δεν ανήκω στον φατσοκατάλογο, ούτε και πουθενά φανατικά, για να επηρεαστώ τόσο πολύ. Στην Συγκέντρωση που πίστευα πάντως, πήγα. Κι ας έγινα μουσκίδι, πιο μουσκίδι δεν γινόταν. Ομπρέλες που χόρευαν και φώναζαν για τα πιστεύω τους. Όμορφα ήταν.

Και λίγο μετά αυτή, η αψίδα των δέντρων μας, η Λεωφόρος των Πεύκων Κάτω Από το Σπίτι μας, έπαψε να υπάρχει. Η αρχή έγινε με ένα από τα πεύκα, που οι οι ρίζες του είχαν διαβρωθεί από τις βροχές και έπεσε τη νύχτα μετά τη βροχή της Συγκέντρωσης και μισοκατέστρεψε το αυτοκίνητο του άντρα μου. «Τι διαδηλώνεις», ήθελε να μας πει. Δεν με έπεισε. Ούτε ο δήμος κατάφερε να μην πληρώσει, έστω κι αν ήταν δυστυχώς η μισή αποζημίωση από αυτήν που δικαιούμασταν. (Ευτυχώς πήραμε είδηση την πτώση γιατί έγώ είμαι light sleeper και προλάβαμε να βγάλουμε φωτογραφίες από το συνεργείο που έκοβε το πεύκο στις 5 τα χαράματα.)

Στον απόηχο αυτού και γυρίζοντας από Σχοινούσα, βλέπω ότι όλα τα δέντρα στη Λεωφόρο έχουν κλαδευτεί και κάποια κοπεί, για λόγους  ασφαλείας. Η ρομαντική Λεωφόρος δεν είναι πια η ίδια. Μοιάζει τώρα περισσότερο με τις άλλες, συμβατικές λεωφόρους, αφού τα δέντρα δεν ενώνουν συνωμοτικά τα βελόνινα κλαδιά τους πάνω από το κορμί της. Κάποια από τα φυτά στη ζαρντινιέρα μου πάνω, στο δεύτερο, ξεραίνονται καθώς είναι φυτά της Σκιάς. Ο Ήλιος βλέπετε, τα βρήκε απότομα.

Το Πράσινο χάθηκε από το σαλόνι μου. Βλέπω περισσότερο την άσφαλτο και τις πολυκατοικίες απέναντι.

Μετά από χρόνια, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Χάθηκαν τα κλαδιά, τα φύλλα. Αλλά, τώρα, έχω περισσότερο Φως. Περισσότερο Οξυγόνο, αφού ο Βοριάς βρίσκει περισσότερα περάσματα. Περισσότερο Καυσαέριο, αφού δεν το ρουφάνε πια τα δέντρα το βράδυ. Χμ, τώρα που το σκέφτομαι είναι όλα fifty fifty, σημειώσατε δηλάδή 1-1.

Μαζί με το Φως ωστόσο, βλέπω περισσότερες Ψυχές. Το απέναντι διατηρητέο νοικιάστηκε, το σχολικό μετακινεί ένα χαρούμενο κοριτσάκι προς και από το σχολείο. Ο κήπος του έχει πανέμορφα φώτα. Η απέναντι πολυκατοικία έχει πλουμιστά παρτέρια. Δυστυχώς, τα αυτοκίνητα είναι πλέον πιο Ορατά στη Λεωφόρο χωρίς τα ψηλά δέντρα. Ευτυχώς, τα αυτοκίνητα είναι πλέον πιο Αθόρυβα στη Λεωφόρο χωρίς τα ψηλά δέντρα. Ο ήχος του μαρσαρίσματος τους δεν παγιδεύεται και δεν αντηχεί τώρα κάτω από τα πυκνά φυλλώματα.

Τούτο το καλοκαίρι, νοικιάστηκε και η χρόνια εγκαταλειμμένη διπλα μας μονοκατοικία. Το Δέντρο μου, το δικό τους δηλαδή, έγλειφε το παράθυρο του γραφείου μου δυόμιση χρόνια τώρα, και καθώς σας έγραφα, χάζευα τα φύλλα του την άνοιξη  τα γυμνά κλαδιά του το χειμώνα, μετρούσα γενικά τις εποχές πάνω του. Και ξαφνικά, την εποχή ανάμεσα στο Δημοψήφισμα και τα Capital Controls κάποιοι πήραν ηλεκτρικά πριόνια και άρχισαν να κόβουν. Κλαδιά μεγάλα, που θα είχαν χρειαστεί και δέκα χρόνια να θεριέψουν. ‘Εκλεινα παντζούρια και τηλεοράσεις ταυτόχρονα, να μην τρελαθώ. Και μια Ελιά στον κήπο τους ξεριζώθηκε, γιατί δεν εξυπηρετούσε την διακόσμηση. Ξεριζώθηκε η καρδιά μου.

***

Ο Σεπτέμβρης με βρήκε να συνηθίζω τις αλλαγές. Τη Λεωφόρο που δεν έχει πλέον αψίδες αλλά φως. Το Δέντρο μου που μείωσε τα προικιά του, αλλά μου αποκάλυψε πως στον μέχρι τώρα εγκατελειμμένο κήπο του θα παίζουν δυο μικρά παιδιά, οι φωνούλες των οποίων και προστέθηκαν στο χάζι του παραθύρου μου, σαν γράφω τέτοιου τύπου γραμμές. Η ΠΦΑ έγινε πριν λίγο καιρό ΔΦΑ. Και γω σκέφτομαι ότι όλα γύρω μου αλλάζουν και γω η ίδια μένω, από τότε που βίαια άλλαξαν οι συνθήκες της δουλειάς μου, και αυτό με ενοχλεί πολύ.

Ίσως φταίει ότι δεν είμαι Νάρκισσος αρκετά, όπως διαβάζω σε κυριακάτικο φύλλο. Μελέτη του Χάρβαρντ αποκαλύπτει ότι ο υγιής ναρκισσισμός, αυτός που βρίσκει την έκφρασή του στο να νοιώθει κανείς λίγο ανώτερος (;;;) και  ξεχωριστός σε σχέση με τους άλλους, να έχει αυτοπεποίθηση και να μην το βάζει κάτω, οδηγεί σε ανώτερο επίπεδο ζωής και στην επιτυχία (για ευτυχία δεν ξέρω). Δύσκολα τα όρια μεταξύ υγιούς (;) και κακού Ναρκισσισμού, σκέφτομαι, διαβάζοντας παρακάτω για τον θάνατο 12 ατόμων μέσα στο 2015, στη προσπάθειά τους να βγάλουν την ιδανική selfie. (‘Ενας έπεσε από το Ταζ Μαχάλ, ένας τσαλαπατήθηκε από ταύρους, κτλ). Σε έτερη σελίδα, σε εντελώς διαφορετικό άρθρο, διαβάζω για φαρμακοβιομηχανίες που αγοράζουν διακαιώματα φαρμάκων, τα μετονομάζουν και τα πωλούν με μια αύξηση τιμής πάνω από 500 %. (!).

Προκλητικός, ένας σχεδόν συνομήλικός μου διευθυντής μικρής φαρμακοβιομηχανίας, αναφέρει πως η εξασφάλιση και το εκ νέου λανσάρισμα συγκεκριμένου φαρμάκου απαραίτητου για  ασθενείς του AIDS με νέα, αυξημένη κατά…5.500% (!!) τιμή είναι ο μόνος τρόπος για την επιβίωση και ανάπτυξη της εταιρίας του, ώστε να μπορέσει να επενδύσει σε νεότερης γενιάς, φάρμακα. Στο κάτω κάτω, επενδύει στην Έρευνα και έχει δωρίσει και 5 εκ. σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς.

Υγιής Ναρκισσιμός. Επενδυτικό…Πνεύμα. Or not?

Η ντομάτα μου, αν και βιολογική, έχει αλλάξει εδώ και χρόνια, παρατηρώ καθώς μαγειρεύω το βραδινό φαγητό. Σε διάφορες εκδοχές – χοντρή,- πιο χοντρή ακόμα- φλούδα, με -σποράκια στη μια μεριά του ζαρζαβατικού- ή και χωρίς, σίγουρα δεν είναι η ντομάτα που έτρωγα τα καλοκαίρια από το κήπο μου στο Ξυλόκαστρο.

Μεταλλασσόμαστε. Στο όνομα μιας διεθνούς προόδου. Μήπως ήταν τελικά λάθος μου που βράχηκα το καλοκαίρι, παρά τις οικονομικές σπουδές μου, που μου έδιναν το πρόσταγμα της Λογικής;;

Οι Νεομετανάστες μου θυμίζουν ότι ο Έλληνας, εξελιγμένος, καλομαθημένος, δεν γυρνάει στις τράτες και τα χωράφια. Πόσοι συνομήλικοι μου από το φιλικό περιβάλλον δεν είναι στο εξωτερικό;Φιλανδία, Αγγλία, Ελβετία.Τα παιδιά τους ήδη μιλούν άλλη για μητρική γλώσσα, από την Ελληνική. Πρέπει να προσαρμοστώ. Οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν, γιατί δεν προσαρμόστηκαν, διαβάζω κάπου αλλού.

Η στασιμότητα και η μερική απασχόληση που έχω έδώ και ενάμισυ χρόνο με έχουν κουράσει. Το ίδιο και η Π.Φ.Α που πλέον την νιώθω σαν Α.Π.Φ. – Άλλη. Πλέον. Φρίκη. (Μετά την χρόνια φρίκη του…»Παλιού»). Δεν μπορώ να φύγω στο εξωτερικό αυτή τη στιγμή. ‘Ετσι, το βλέπω, στήνω το Τείχος σιγά σιγά γύρω μου. Βάζω τα τούβλα. Γίνομαι τούβλο. Δεν είναι πιο εύκολο έτσι; Για σένα, για εκείνον, για μένα.

Και μετά κοιτώ πάλι το Δέντρο μου. Διαφορετικό, αλλά όχι χειρότερο. Τη Λεωφόρο. Πιο γκρί, αλλά και πιο φωτεινή. Μου κλείνουν το μάτι.

Σηκώνω το τηλέφωνο και τηλεφωνώ. Η μερική απασχόληση να γίνει πλήρης, η μισή να είναι διαφορετική, κάπου που θα με χρειάζονται κι εκείνοι, όσο και γω. Εθελοντική. Ελπίζω.

Ελπίζω το Τείχος να ραγίσει.Μπορεί να είναι Γκρι, αλλά να είναι Φωτεινό. Αν κλείσει η καρδιά μου, και δεν έχω Φως, τι να το κάνω το Πράσινο;

Ε;;;

I won’t let the worms eat my brain anymore…

Hey you,

Don’t help them bury the light

Don’t give in, without a fight…

Hey you,

Will you help me carry the stone?

Open your heart, I ‘m coming home…

Άνθρωποι σαν και μας…

Αναζητώντας τυχαία πράγματα στο διαδίκτυο, «έπεσα» σε ένα άρθρο του http://www.dinfo.gr και το παρακάτω cartoon video, το οποίο και εξηγεί πως προέκυψε το συριακό μεταναστευτικό πρόβλημα σε 6 μόλις λεπτά.

Αξιζει την προσοχή μας!

 

 

ΥΓ: Δεν μπορώ να μην προσθέσω και αντιπαραβάλλω την φωτογραφία του μικρού πρόσφυγα στο συμβάν

image

 

 

 

 

 

 

 

και  μετά την πρόσληψη του προπονητή πατέρα του από ισπανική αθλητική οργάνωση.

 

image

 

 

 

 

 

 

Γιατί παρ’όλες τις τρικλοποδιές στο δρόμο σου, παντού να το θυμάσαι, υπάρχουν ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Άνθρωποι σαν και μας…

Διήγημα των 20′ (υποχρεωτική χρήση εικόνων, αντικειμένων, των τιμών τους ή και της λεζάντας τους από τον κατάλογο του… ΙΚΕΑ (!)

20134_poang_PE369436 «Κούνια που τον κούναγε…»

Η Μαρίζα και η Λένα μπαίνουν αγκαζέ σε ένα γνωστό κατάστημα επίπλων. Η Μαρίζα φαίνεται σκασμένη, κοιτά γύρω της τα αντικείμενα και περιγράφει στη φίλη της με υπερένταση κάνοντας χειρονομίες:

Μ: Έτσι που τα λες, Λένα μου (για να δω αυτό το φωτιστικό)(κάνει την αντίστοιχη κίνηση), πουού φως στην άκρη του τούνελ, τι έμελλα να πάθω με το Θανάση δεν ήξερα, φως στη ψυχή μου τον νόμιζα, σαν τον είχα μπροστά μου θα ήθελα να του στρίψω το λαρύγγι, ααα στρίβει αυτό ε (και πιάνει τον μεταλλικό λαιμό μιας λάμπας γραφείου), να, έτσι!

Λ: Σε καταλαβαίνω, Μαρίζα μου. Δύσκολο πράγμα ο γάμος. Νομίζεις πως σαν παντρευτείς, όπως έφτιαξες το σπιτικό σου, έστρωσες το νυφικό κρεββάτι σου, έτσι στρωμένη και θα είναι η κοινή σας ζωή. Σαν βελούδινος τριθέσιος καναπές με τις κοινές σας εμπειρίες μαλακά, διακοσμητικά μαξιλάρια που θα στήριζαν τη μέση σας στα δύσκολα.

Μ: Μμμμ, τώρα που το λες για τα μαξιλάρια, έπρεπε να τον είχα υποψιαστεί!!Έφευγα το πρωί κι ενώ είχα ταχτοποιήσει το σπίτι, σαν γυρνούσα, τις περισσότερες φορές το έβρισκα ψιλοανακατωμένο.Τα χαρτιά πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου έβλεπα περίεργους λεκέδες από ποτήρια. Στο μπάνιο όπου την τραβούσα για να στεγνώσει τη λουλουδένια κουρτίνα και την έβρισκα ΠΑΝΤΑ υγρή, έβρισκα πετσέτες πεταγμένες  στο πάτωμα!Μάλιστα ανακάλυπτα και κάποιες που δεν ήταν δικές μας! Πάντα άκουγα τις δικαιολογίες του και τις έχαφτα…»Αγάπη μου«, μου έλεγε, «η αγορά μιας ακόμα πετσέτας δεν είναι υπερβολή. Μπορεί να κάνει τη διαφορά στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας! Έκανε μόνο 14,99 Ε το τεμάχιο, ήταν ωραία, μοσχοβόλαγε, ήταν απαλή και χνουδωτή ε, τη λιμπίστηκα!»

– ΠΟΥ να καταλάβω οτι δεν αναφερόταν μόνο στη πετσέτα!

Λ: Ώστε την έβαλε στο σπίτι σας μέσα, ε;

Μ: Μόνο αυτή; Και τα ρούχα της! Μια μέρα, γύρισα νωρίτερα το μεσημέρι και βρήκα να κρέμεται πάνω από τη μπανιέρα ένα κόκκινο νεγλιζέ με δαντέλα στο μπούστο. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και θέλησα απ’ τα νεύρα μου να σπάσω τον καθρέπτη του μπάνιου. Το μετάνιωσα όμως, αναλογίστηκα ότι τον είχαμε πληρώσει 49 Ε. Περιορίστηκα να του πετώ τα βαμβάκια που υπήρχαν στο γυάλινο μπολάκι πάνω στο νιπτήρα (μη σπάσω και τίποτα) και τα λούτρινα παιχνίδια της μικρής(φτηνά ήταν, μόνο 7,99 Ε άσε που δεν κάνουν ζημιές στο πάτωμα). «Ομολόγα», του ζήτησα! «Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις», μου είπε, «δώρο για τη γιορτή σου που είναι σε λίγες μέρες, το πήρα!»

Λ: Και το ‘φαγες;

Μ: Το χώνεψα κιόλας…Λίγες μέρες όμως μετά βρήκα πάνω στα ράφια του υπνοδωματίου κάτω από τα 380 Ε ντουλάπια μας (να ίδια με τούτα δω, τα βλέπεις) (δείχνει τα αντίστοιχα ντουλάπια), δίπλα από το μπιμπελό με τα σπιτάκια και το διακοσμητικό με τα κέρατα, ένα δαχτυλίδι!

Λ: Δίπλα από το διακοσμητικό με τα κέρατα, ε;

Μ:Ναι…και πάλι μου είπε ότι ήταν έκπληξη και το είχε ξεχάσει εκεί δα –

Λ: Ε, όχι!!

Μ: Ήταν και που στη καινούργια μου ντουλάπα με τα ωραία εσωτερικά εξαρτήματα – 320Ε την είχαμε πάρει -δίπλα στα φουλάρια και τις μπλούζες, τα κουτιά για τις ζώνες και τις κάλτσες, κάπου ανάμεσα στη ψάθινη τσάντα μου και κείνες τις δυο άσπρες – ξέρεις – (την μια την είχαμε αγοράσει μαζί στον Πόρο, θυμάσαι;) βρήκα ταχτοποιημένη και μια ΜΑΥΡΗ, που ποτέ δεν είχα!

Λ: Μη μου πεις ότι είπε πάλι τα ίδια!

Μ: Δεν του είπα τίποτα. Άρχισα να ψάχνω όλο το σπίτι: Στις συρταριέρες -κοίτα την ίδια έχουμε!- (δείχνει αντίστοιχα μέσα στο ΙΚΕΑ) δεν είναι όμορφη;-119Ε!- με τα εσώρουχα βρήκα ένα σουτιέν που δεν ήταν δικό μου, κάποια γυαλιά ηλίου που δεν είχα αγοράσει ποτέ…

Λ: Αχ, κορίτσι μου τελικά τι έκανες, έβαλες ντέτεκτιβ;;; Τη βρήκες τη σκύλα, να τη ξεσκίσεις ποια είναι;;;

Μ: Ναι, αλλά δεν ήταν…σκύλα!

Λ: Δηλαδή;

(είναι τώρα στο τμήμα επίπλων, η Μαρίζα στέκεται μπροστά από ένα έπιπλο και διαβάζει)

Μ: Poang Poang 139 Ε. Καθαρίζεται εύκολα γιατί έχει αφαιρούμενο κάλυμμα που πλένεται στο πλυντήριο.

Μ: Μόλις κατάλαβα γιατί το αγαπημένο του κάθισμα ήταν αυτή η κουνιστή πολυθρόνα!!!

rocking chair

ΥΓ: Το έχουμε ξαναπεί. Όταν έχω αναδουλειές στο γράψιμο, βγάζω και σας σερβίρω κάτι από την…κατάψυξη! 🙂

ΥΓ2: Εννοείται πως με πράσινο είναι κάποιες από τις εικόνες που έβλεπα στο κατάλογο, ή οι λεζάντες τους, τα δε italics με πράσινο αποτελούν τα…διαφημιστικά…slogan του καταλόγου, όπως με τη… χνουδωτή πετσέτα που κάνει τη διαφορά στο τέλος χμ, μιας κουραστικής ημέρας!!!!

ΥΓ3: Νομίζω ότι τούτη η άσκηση με δυσκόλεψε πολύ περισσότερο και από αυτήν, με τα σχήματα λόγου και τις κοινοτοπίες. Ωστόσο ήταν εξίσου απολαυστικό το γράψιμό της, και μου θύμισε εκείνες τις «αθώες» εποχές που συμπλήρωνα σχολές Μάρκετινγκ και Οικονομικών στο μηχανογραφικό μου, με κρυφό πόθο να ενταχθώ ίσως κάποτε και σε μια διαφημιστική εταιρία, ως…κειμενογράφος…! (και μετά, βεβαίως, με ξύπνησε η Ζωή – όχι η Κωνσταντοπούλου, ευτυχώς!!) 🙂

Μουσικές καρέκλες

image

‘Όταν ήμουν μικρή, παίζαμε στα πάρτυ ένα παιχνίδι που λεγόταν μουσικές καρέκλες. Θεωρούσα ότι αφορούσε μόνο τα παιδιά, αλλά μάλλον έκανα λάθος. Μπορούσαν να πάρουν μέρος πολλοί παίχτες, αγόρια ή κορίτσια. Μέτραγες πόσοι συμμετείχαν και έστηνες τις αντίστοιχες αριθμητικά καρέκλες μείον μια, σε σχέση με τον αριθμό των παιχτών, όταν θα ξεκινούσε το παιχνίδι. Έπειτα τις έστηνες σ ‘ενα σχήμα που έμοιαζε με κύκλο η έλλειψη, την μια κοντά στην άλλη, ή τη μια απέναντι από την άλλη. Στη συνέχεια ξεκινούσε το παιχνίδι βάζοντας μουσική και τους παίχτες στο άκουσμα αυτής να γυρνούν γύρω από τις καρέκλες. Ξάφνου, η μουσική σταματούσε και οι παίχτες έπρεπε να κάτσουν γρήγορα γρήγορα κοντά στη καρέκλα στην οποία βρίσκονταν, καθώς αυτός που θα περίσσευε, θα έβγαινε από το παιχνίδι, ως χαμένος. Η μουσική ξανάρχιζε, σταματούσε και φτου κι απ´την αρχή, έτσι το παιχνίδι επαναλαμβάνονταν αφαιρώντας κάθε φορά και μια καρέκλα, ώστε να περισσεύει πάντα ένας παίχτης. Μέχρι που απέμεναν δυο παίκτες και μια καρέκλα και στο τέλος βέβαια ο νικητής.

Αυτό που πάντα με απογοήτευε σε τούτο το παιχνίδι, ήταν αφενός οι σπρωξιές για να προλάβεις να κάτσεις μην κάτσει ο διπλανός σου πριν από σένα, καθώς και ότι ενώ ακούγονταν όμορφα  τραγούδια, κανείς δεν έδινε τελικά προσοχή σε αυτό που πραγματικά άξιζε. Τη μουσική και την παρέα.

Αν με ρωτάτε τώρα πως το…μνημόνευσα αυτό, θα σας πω ότι ξάφνου άρχισα να βλέπω πάλι μπροστά μου ελλείψεις. Και κύκλους. Και καρέκλεςΔίπλα τάχα μου, ή απέναντι τη μια από την άλλη. Και κανέναν μα κανέναν να μην ενδιαφέρεται για αυτό που πραγματικά αξίζει:

Τη μουσική της πατρίδας -που χάνεται- και της (πολιτικής) παρέας (ανεξαρτήτως χρώματος) σε μια πορεία αλληλεγγύης.

Απλά, ανοίξτε τις ειδήσεις και θα έρθετε στα λόγια μου.

Τους βαρέθηκα.

Ανεμοδαρμένα ‘Ηθη

Discover_Serifos

Στη Σέριφο είχαμε κανονίσει να πάμε πριν ξεσπάσουν οι συνθήκες που συντάραξαν την ελληνική πραγματικότητα τούτο το καλοκαίρι. Είχαμε μάλιστα δώσει μια γενναία προκαταβολή σε ένα πακέτο πληρωμής έγκαιρου και early booking. Έτσι, αφότου ξεπεράσαμε (;) τον φόβο μήπως μείνουμε από μετρητά (μαζεύοντας καθημερινά και υπομονετικά τις οικονομίες μας) μη και δεν έχουμε να πληρώσουμε τον υπόλοιπο λογαριασμό, και επιπλέον αποφασίσαμε πως, αφού η συμφωνία της Ελλάδας με τους δανειστές ήταν στα σκαριά δεν θα υπήρχε πια λόγος (;) να ακυρώσουμε την πρότερη δική μας και να χάσουμε τα μισά λεφτά που ήδη είχαμε πληρώσει, πήραμε το (θαλάσσιο) δρόμο για το νησί.

Και κει μας πήρε και μας σήκωσε. Ο αέρας.

Αέρας, αέρας, αέρας…

Από τις 6 μέρες που πήγαμε τις 5 μας φίλεψε 7 ολόκληρα μποφόρ. Ανεμοδούρα, μετά την ψυχολογική του είδους που είχαμε αφήσει πίσω στην Αθήνα.

studios-amfitriti

Έτσι, τούτο το μπαλκόνι, που περίμενα πως και πως να αποτελέσει το καταφύγιο της απογευματινής μου μελέτης σε ουκ ολίγα βιβλία και περιοδικά, περιορίστηκε απλά στο να στεγνώνει τα μαγιώ μας. Με μια υπόσχεση, πως αν δεν είμαστε καλά παιδιά, το αγέρι θα φτάσει την προίκα μας κάπου στη Σίφνο. (Για αυτό και αγοράσαμε και έξτρα μανταλάκια, καθώς η σπιτονοικοκυρά των στούντιος δεν έλεγε να καταλάβει πως ανησυχούσαμε για την ακεραιότητα των μπανιερών μας. Είχε να ασχοληθεί με τις καθημερινές ακυρώσεις εκείνη την εποχή, καταλαβαίνετε, ήταν στραβό το κλίμα, της κατσικώθηκε και ο αέρας, είπε τουλάχιστον στα ελάσσονα θέματα να μην δίνει σημασία).

Σε τούτο το μπαλκόνι μπορέσαμε να καθίσουμε μόλις την παραμονή της αναχώρησής από κεί. Σκαραφαλωμένο καθώς ήταν σε ένα λόφο πάνω από το κουκλίστικο λιμάνι του νησιού, το Λιβάδι, έτρωγε τον αέρα με κουτάλι χρυσό. Στο διαμπερές δωματιάκι μας ο αέρας κλώτσαγε απ’ του βουνού τη πόρτα (εισόδου) και έβγαινε βάζοντας γκολ στη μπαλκονόπορτα. Αγώνας σωστός να μπορέις με το βουητό και το κρύο να κοιμηθείς κάθε που βράδιαζε.

Air condition βέβαια μηδέν, κάτι ήταν και αυτό, δε λέω.

Κατι η δύναμη  της συνήθειας, κάτι η καλή παρέα, κάτι η ωτασπίδες, το ηθικό, αν και ανεμοδαρμένο, παρέμεινε ακμαιότατο. Και ας ήταν περιορισμένες οι έξοδοι μας στην πανεμορφη Χώρα– την μία κινήσαμε για τα στενά και φύγαμε, καθώς το μελτέμι πετούσε όχι μόνο πεζό στα…πλακόστρωτα, αλλά μέχρι και μηχανάκια κάτω-την άλλη περιοριστήκαμε στην καταπληκτική πλατεία της με το κλασσικό από όλες τις απόψεις Δημαρχείο και το γλυκάκι μας Στου Στράτου – βάφλα με παγωτό καιμάκι και γλυκό σταφύλι, μιαμ μιαμ – (μόνη ένσταση: τα έπιπλα γιατί τα βάψατε φέτος, σε αυτό το περίεργο πράσινο της Φολεγάνδρου; Το γαλάζιο που είχαμε δει σε αλλοτινές φωτογραφίες έμοιαζε υπέροχο.)


serifos_plateia_082_f στου στρατου

Μπάνιο στη Ψιλή ‘Αμμο, δεν κάναμε.

ψιλη αμμος

Κι ας είναι η πιο γνωστή παραλία του νησιού. Πολλή ανεμοδούρα και κει. Απολαύσαμε όμως τη θέα και το φαγητό μας στου Μανώλη. Δώστε μου μερικές μαραθοτηγανίτες, ένα βιβλίο και ξεχάστε με σε τούτη την ταβέρνα…

Κάναμε όμως μπανάκι σε διάφορες παραλίες, όμορφες σαν και τούτη

βαγια

– την Βαγιά- και τον Άγιο Σώστη.αγιοσ σωστης

Αγαπημένη βέβαια και εξαιρετική υπήνεμη, τα Γάνεμα…

ganema

Α! Και μην ξεχάσω την ταβέρνα με το απίθανο φαγητό πάνω από τα Γάνεμα, τα Πυθάρια, με έναν μουσακά που μου θύμισε τα παιδικά μου καλοκαίρια στο Ξυλόκαστρο και το φαγητό της αγαπημένης μου γιαγιάς… pitharia

Τελικά τούτο το νησί, ανεμοδαρμένο ή μη, το χαρήκαμε. Θες το ότι είναι τόσο κοντά στην Αθήνα (2,5 ώρες μόνο με το speedrunner που παίρνει αυτοκίνητο – και σε πολύ λογικά για τον ταξιδιώτη ώρες/δρομολόγια), θες το οικονομικό πλην όμως υπέροχο φαί που δοκιμάσαμε παντού, το ότι έχει παραλίες εξαιρετικής ομορφιάς, για κάθε γούστο και σχετικά κοντά η μία με την άλλη – το camping του που προσελκύει  πολύ νεαρόκοσμο, –αλλά καλό και όμορφο νεαρόκοσμο -πράγμα που κατεβάζει το μέσο όρο ηλικιακά του νησιού εκεί γύρω στα 25-30, ή η μικρή όμορφή του χώρα,το σίγουρο είναι πως μας ανέβασε το ηθικό και κράτησε ψηλά τη διάθεσή μας μετά τα capital controls του καπιταλισμού στο κλεινόν κάπιταλ.

Έτσι του χρόνου αποφασίσαμε να ξαναπάμε και ελπίζουμε στο ίδιο οξυγόνο, αλλά σε λιγότερο…αέρα.

Πρώτα ο Θεός-οι πολιτικοί μας-και βέβαια οι απανταχού δρακουλέσκοι… 🙂

Όσοι δεν έχετε επισκεφτεί το νησί, σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Τόσοι Γάλλοι και Γερμανοί…δανειστές, κάτι ξέρουν!!

chora serifou

Οι διορθώσεις μου στις «Διορθώσεις» του Τζ. Φράνζεν

corrections_coverΜου πήρε πάνω από  δυο μήνες να τελειώσω αυτό το βιβλίο των 764 σελίδων (στην ελληνική του έκδοση). Μπορώ να πω ότι τα συναισθήματά μου για αυτό είναι εντελώς ανάμεικτα. Γιατί, κατά τη γνώμη μου μιλάμε για ένα αρκετά κακό βιβλίο γραμμένο ωστόσο από έναν εν δυνάμει πολύ αξιόλογο συγγραφέα. Οξύμωρο; Σίγουρα…

Η θεματική του βιβλίου αφορά στην παρουσίαση μιας δυσλειτουργικής οικογένειας και των παιδιών της κάπου στο σήμερα, λίγο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων (κατά την διάρκεια των οποίων η μάνα θέλει σώνει και καλά να μαζευτούν ΟΛΟΙ στο πατρικό τους σπίτι σε ένα προάστιο των Μεσοδυτικών Πολιτειών). Παρακολουθούμε μέσω παρελθοντικών αναφορών και αρκετά χρονικά άλματα από δω κι απο κει την εξέλιξη τόσο στο γάμο του ζευγαριού, όσο και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των επιταγών που αυτός προσδίδει στη καθημερινότητά των τριών διαφορετικών μεταξύ τους παιδιών, Γκάρυ, Τσιπ και Ντενίς.

Αγόρασα αυτό το βιβλίο μην έχοντας καμία πληροφορία για το συγγραφέα του -δεν είχα καν δει δει την κολακευτική εικόνα του ίδιου τα συγγραφικά persol γυαλιά του και το σέξυ intellectuel  ύφος του-, παρά μοναδικό κίνητρο τις διθυραμβικές για αυτό κριτικές και τα άπειρα βραβεία με τα οποία τιμήθηκε, μεταξύ των οποίων και το Εθνικό της Αμερικής. Θετικό μου φάνηκε επίσης ότι μιλούσαν για αυτό με άπειρο ενθουσιασμό πολλοί Έλληνες μπλόγκερς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Για τον παραπάνω λόγο, και όταν πια είχα φτάσει στη σελίδα 180, χωρίς να καταλαβαίνω πια που θέλει να το πάει ο συγγραφέας, έχοντας βαρεθεί με τις άπειρες λεπτομέρειες και την μακροσκελή του πρόζα για άσχετα πράγματα, άρχισα να βαριέμαι και έκανα την πρώτη παύση. Δεν μπορεί, κάτι εγώ κάνω λάθος, σκέφτηκα. Και έτσι, λίγο αργότερα ξανάρχισα την ανάγνωση…Κλείνοντας χτες την τελευταία του σελίδα, και κάνοντας πλέον μια βουτιά στο goodreads συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι η μόνη που τελειώνει με ένα μεγάλο παράπονο το εν λόγω βιβλίο και που έχει πολλές αρνητικές (αλλά οκ και θετικές) πλευρές του να σχολιάσει. Εντυπωσιακό πως κάποιες γυναίκες αναγνώστριες στο goodreads είναι πιο επιεικείς από τους άντρες, πράγμα για μένα καθόλου τυχαίο… 😉

Ξεκινώ με τα συν:

Μου άρεσε πολύ το αλληγορικό κομμάτι της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ανθρώπινους Λαμπερτ (επίθετο της οικογένειας) και του κίτρινου λονταριού Ασλαν (σε μια «μάχη» τύπου…lamb versus lion) – οι αναγνώστες του βιβλίου καταλαβαίνουν τι εννοώ. Γενικά το βιβλίο πραγματεύεται ανάμεσα στα άλλα το ανθρώπινο ζήτημα των διαφορετικών νοοτροποιών, των συνηθειών, της ατομικότητας του καθένα μας και του κατά πόσο η ιατρική θα έπρεπε ή όχι να επεμβαίνει στο να αλλάξει κάτι τόσο ανθρώπινο και φυσικό…

Με θετική ματιά ανακάλυψα ότι κριτικάρονται έννοιες και συστήματα όπως ο καπιταλισμός και αντίστοιχα ο κομμουνισμός, πως τίθονται επίσης δύσκολα ερωτήματα περί βιοηθικής. Πως αναλύεται η προσποίηση και η προσπάθεια καταπίεσης και επιβολής τους ενός στον άλλο μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις,όπως και ο αμερικανικός πουριτανισμός ή η δύσκολη εικόνα των γηρατειών.

φρ

Μου άρεσαν οι αιχμές που αφήνονται για το πως μια πρωτίστως δύσκολη σχέση μεταξύ των γονιών μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους με τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα για τον καθένα. Ο άμεμπτος -σε βαθμό ωστόσο μυγιάγγιχτου- καταθλιπτικός -πλην όμως πετυχημένος ως εικόνα προς τα έξω Γκάρι- έχει παρεμφερείς βάσεις με τη καταθλιπτική, μπερδεμένη σεξουαλικά και workaholic Ντενίζ και τον καταθλιπτικό -τα έχω κάνει παντού θάλασσα- και σεξομανή Τσιπ. Η έννοια της κατάθλιψης είτε υπονοείται είτε υπάρχει έκδηλη παντού. Η μιζέρια και η δυσφορία χαρακτηρίζει στη ψυχή τους τόσο τα τρία παιδιά, όσο και τους γονείς ξεχωριστά. Όλοι, και οι πέντε ήρωες προσπαθούν να ξεφύγουν από κάτι, που τελικά δεν είναι παρά ο ίδιος ο εαυτός τους και οι επιλογές που έχουν κάνει.

Στα συν και οι άπειρες γνώσεις του συγγραφέα για διάφορα ιατρικά, οικονομικά ή εθνικά ζητήματα, όπως και τα ψιχουλάκια προς τους αναγνώστες (πέρα από το lamp-ert versus lion) τα ονόματα διάσημων συγγραφέων που ενσωματώνονται στο βιβλίο τυχαία ως τοπωνύμια, επίθετα ηρώων κτλ.

Επιπλέον,όταν ο συγγραφέας αφήνεται ελεύθερος, κάποιες επιλογές λέξεων και φράσεων είναι πραγματικά καλές, δείγμα μιας ιδιοφυούς πένας. Αν μάλιστα διαβάσει κανείς το βιβλίο στα Αγγλικά (που το συνιστώ) θα  είχε μια ακόμα καλύτερη εικόνα της συγγραφικής δυνότητας του Φράνζεν.

Μου άρεσε ακόμη η παρουσίαση του χαρακτήρα της Ντενίζ και λίγο λιγότερο αυτή του Αλφρεντ, καθώς είναι οι μόνοι πραγματικά τρισδιάστατοι χαρακτήρες.

Αν και θα είμαι μάλλον η μόνη -ακόμα και ανάμεσα στους φανατικούς υποστηρικτές αυτού του βιβλίου!- μου άρεσαν επίσης οι σοκαριστικές εικόνες που παραστατικά έδιναν την καταθλιπτική και ζοφερή πραγματικότητα της τρέλας του Άλφρεντ, καθώς συνομιλούσε με τους μαύρους αυτούς ήρωες του κορμιού και της φαντασίας του…Καθώς και το ότι ο συγγραφέας εκεί έπαιζε μαζί μας και πολλές φορές δεν ήξερες τι είναι πραγματικό ή όχι. Μου άρεσε το Δείπνο της Εκδίκησης και ο μικρός Τσιπ κοιμισμένος πάνω στο τραπέζι.

kid

Και πάμε στα

Πλην:

Σελίδες, σελίδες, σελίδες. Σελίδες επί σελίδων χωρίς πραγματικό, υπαρκτό νόημα. ‘Απειρη προζα, έλλειψη διαλόγου. Ανάλυση χωρίς νόημα καταστάσεων και δευτερευουσών ηρώων που τους ξεχνούσες στο λεπτό. Αναλύσεις απείρου κάλλους για το πως λειτουργούσε μια πρώην τοπική σιδηροδρομική εταιρεία στις Μεσοδυτικές πολιτείες ή πως λειτουργούν οι ορμόνες στο σώμα μας.

Είναι τόσο περίεργο, αλλά παρά τον όγκο των τόσων σελίδων, οι τρεις τουλάχιστον από τους πέντε βασικούς ήρωες είναι παντελώς μονοδιάστατοι, σχεδόν καρικατούρες που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς οι παρελθοντικές αναφορές να διεισδύουν στις πραγματικές πτυχές του χαρακτήρα και της διαμόρφωσή του κατά τη διάρκεια των χρόνων. Λατρεύω τις ταινίες και τα βιβλία που πραγματεύονται την διακύμανση και ανάλυση των χαρακτήρων των ηρώων, αλλά πως γίνεται και σε μια έκταση της τάξης των 764 σελίδων, αυτά που μας δόθηκαν (με εξαίρεση τη Ντενίζ) να είναι ψίχουλα;

Δεν υπάρχει πραγματική δράση. Αμφιβάλλω αν υπάρχει και πραγματικό νόημα στην όλη συγγραφή του βιβλίου. Με εξαίρεση τις σκηνές στη Λιθουανία (για δράση που λέγαμε) (όπου η έκβαση της περιπέτειας στο τέλος και του έγκαιρα φτασμένου πια στο πατρικό σπίτι Τσιπ θυμίζει κάτι από James Bond – ίσως εξεπίτηδες;) και τη σκηνή στο κρουαζιερόπλοιο – αντε και λίγο προς το τέλος του βιβλίου -δηλαδή ένα σύνολο 30 σελίδων;- ψάχνει κανείς να βρει πλοκή και δράση, πέρα από άνευρες, επίπεδες περιγραφές…

Το τέλος του βιβλίου, σε σχέση με αυτό που έχει προηγηθεί, επίσης τρομερά απογοητευτικό: Σε μερικές μόνο σελίδες ξαφνικά εξελίσσονται πολύ βολικά όλα, ενώ υποτίθεται ότι κάποιοι από τους ήρωες μετά από μια ανύπαρκτη κάθαρση πάνε ένα βήμα παραπάνω τη ζωή και το χαρακτήρα τους. Ακυρο, άκυρο, άκυρο και η μεγαλύτερη απογοήτευση μου για το βιβλίο. Κάτι, που ακόμα και ο πιο φανατικός αναγνώστης του, αποκλείεται να το αμφισβητήσει. Είναι σαν ο Φράνζεν κάποια στιγμή να κουράστηκε με τη συγγραφή του, να είχε βάλει πάνω στο τραπέζι όλα τα απωθημένα και τις σκέψεις του και να είπε: ουπς, μεγάλη έκταση πήρε το κείμενο, κάτσε τώρα να κάνω ένα σύντομο wrap up και να δώσω ένα (επιπλέον ανύπαρκτο) closure.

Δεν γίνεται αναφορά σε πραγματικά προβλήματα για να δικαιολογείται τέτοια μιζέρια ψυχής. Ούτε πραγματική φτώχεια διέπει τους ήρωες, ούτε σεισμοί και καταποντισμοί κλονίζουν τη ζωή τους. Επίσης η μαύρη φυλή είναι σχεδόν ανύπαρκτη στο βιβλίο.

Ο αναγνώστης, είτε κατά βούληση του ίδιου του συγγραφέα, είτε λόγω λάθους του, δεν μπορώ να καταλάβω ειλικρινά, νιώθει να έχει πολύ τον ίδιο το συγγραφέα πάνω από το κεφάλι του, και έτσι δεν μπορεί να βυθιστεί στο κείμενο. Και αυτό διότι εκνευρίζεται με την αυταρέσκεια που πολλές φορές τον διακρίνει στις περιγραφές άσχετων θεμάτων με δημοσιογραφική λεπτομέρεια, ή δεν παύει ποτέ να τον ανακαλύπτει στις posh πλευρές του επιτυχημένου Γκάρυ, στις αποτυχημένες ροκ, avant gard επιλογές του Τσιπ (που συνέχεια μας επαναλαμβάνει πόσους ξένους συγγραφείς και επιφανείς δημιουργούς έχει αναγνώσει), στην δουλευταρού Ντενίζ. Υπάρχει τόσο αυτοβιογραφικό στοιχείο εκεί μέσα, που δεν δύνασαι να το αγνοήσεις.

Το βιβλίο έχει αναφορές λένε από τον Ντε Λίλο και το Connections (προσωπικά δεν το έχω διαβασει, αν το είχα, ίσως κατανοούσα το συγκεκριμένο του Φράνζεν περισσότερο) και έχει συγκριθεί με τους Μπούντενμπρουκς του Μανν, που για μένα συνιστά απλά μια εντελώς παράλογη σύγκριση.Για την σύγκριση με τον Τολστοι, απλά δεν έχω λόγια.

buddenbrooks

Ωστόσο, δεν μπορείς να το θάψεις τελικά αυτό το βιβλίο. Θα ήθελες αντί για 764 να είχε γύρω στις 300-400, όχι για να μην κουράζεσαι, απλά γιατί κάποιες λεπτομέρειες είναι αφόρητα περιττές, ακόμα και για τον μέσο Αμερικανό. Γιατί επίσης, καθώς χάνεσαι μέσα σε αυτές τις γελοίες και ανούσιες περιγραφές, έχεις ξεχάσει σημαντικές λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα και τις πράξεις των ηρώων. Αλλά τελικά, αυτοί οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, αν και μονοδιάστατα  πλασμένοι, σε κερδίζουν. Ίσως ακριβώς γιατί δεν σου δίνονται στο πιάτο όλα φόρα παρτίδα, παρά σε αφήνουν να τους ανακαλύψεις, και να σκεφτείς εσύ τι θα ήθελες να διορθώσεις πάνω τους. Ίσως πάλι ο λόγος που στο τέλος αν και το βιβλίο ενώ σε έχει κουράσει δεν σε αφήνει παντελώς αδιάφορο, να είναι αυτή η ανθρωπιά του, η κατάρρευση του αμερικανικού ονείρου, η διάψευση της αγίας και ευτυχισμένης οικογένειας, που η προσπάθεια δημιουργίας της και τήρησης των κανόνων και εικόνων προς τα έξω καταπιέζει κάθε μέλος της, που απλά διψά για ελευθερία και ζύμωση του δικού του ατομικού χαρακτήρα…

midwest house

Κλείνω αυτή την υπερβολικά φλύαρη κριτική με ένα βίντεο, που πρώτη φορά είδα χτες ως διαφήμιση, και είναι να τρελαίνεται κανείς με τούτη σύμπτωση, λίγο πριν υποβάλλω την ανάρτηση αυτή στο ιστολόγιό μου…

Και βέβαια περιμένω τα δικά σας σχόλια και τις δικές σας «διορθώσεις» στην κριτική μου, από όσους από εσάς έχετε διαβάσει το βιβλίο αυτό. Για όσους προτίθενται να το κάνουν, δεν τους αποθαρρύνω (αν και σίγουρα δεν είναι ανάγνωσμα παραλίας), απλά τους συνιστώ άάάάπλετη υπομονή και αν μπορούν να διαβάσουν την αγγλική έκδοση!

(είμαι σίγουρη ότι οι έχοντες διαβάσει το βιβλίο, μειδιούν τούτη τη στιγμή)

ΥΓ: This wasn’t my last from Franzen. Έτσι από περιέργεια, θέλω να διαβάσω και την «Ελευθερία» για να διαπιστώσω τι τελικά νιώθω για τούτο το σύγγραφέα (σίγουρα πάντως όχι να του δώσω μέχρι στιγμής το National Book Award…)