Tag Archive | αντίδοτο στη κρίση

Αντίδοτο στη κρίση 4: Τραγούδι για ένα νέο ξεκίνημα

Music: Tsku Izuml / Lyncs: Michio Yamagami

Ai-shiau sono toki ni   kono yo ha tomaru no 

Toki no nai sekai ni    futari ha iku no yo

Yoru ha nagarezu    hoshi mo kienai 

Ai no uta    hibiku dake

Ai-shiau futari no    tokei ha tomaru no yo 

Tokei ha tomaru no

Σαν αγαπάμε ο ένας τον άλλο, το παροδικό αυτού του κόσμου προτίθεται να σταματήσει

ώστε να διαβούμε έτσι οι δυο μας , μια πραγματικότητα δίχως χρόνο

όπου δε θα κυλά η νύχτα, ούτε θα ξεθωριάζουν τ’άστέρια,

αλλά που θα αντηχεί απλά το τραγούδι της Αγάπης

Αγαπιόμαστε, κι έτσι το ρολόι του χρόνου μας σταματά

Το ρολόι του χρόνου μας σταματά…

Το παραπάνω τραγούδι είναι γιαπωνέζικο (πρωτότυπος τίτλος Yoake no Scat) και ερμηνεύτηκε για πρώτη φορά από την 65χρονη σήμερα Saori Yuki το 1969. Ο τίτλος του έχει μεταφραστεί στα αγγλικά ως ‘Song for a new Dawn’, αλλά (= Τραγούδι για μια καινούργια αυγή, ένα καινούργιο ξεκίνημα), ωστόσο η κυριολεκτική του ερμηνεία στα ιαπωνικά είναι μάλλον «βγαίνω από το σκοτάδι». Έγινε πρωτοφανής διεθνής επιτυχία, ενώ οι πωλήσεις του έφτασαν το 1,5 εκατομμύριο, κάνοντας την τραγουδίστρια και ηθοποιό ευρύτερα γνωστή.

Διασκευάστηκε  εν συνεχεία το 2011 από τους Pink Martini, μια μπάντα – μικρή ορχήστρα όπως αυτοαποκαλείται- που ιδρύθηκε το 1994, όταν ο ιδρυτής της Thomas Lauderdale, φοιτητής του Χαρβαρντ και με όνειρο να ασχοληθεί στο μέλλον με την πολιτική, δεν έβρισκε αρκετά ενδιαφέρουσα τη μουσική που ακουγόταν σε πολιτικές εκδηλώσεις και διάφορες εκδηλώσεις συγκέντρωσης χρημάτων, και θέλησε έτσι να δημιουργήσει ένα είδος μουσικής που να συνδυάζει πολλούς και διαφορετικούς ήχους και ακούσματα και να αρέσει τόσο σε συντηρητικούς όσο και φιλελεύθερους. Η μουσική του είχε στόχο να στρέψει το πολιτικό ενδιαφέρον σε θέματα όπως το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εκπαίδευση κτλ. 

Μάλιστα, το πρώτο άλμπουμ τωνPink Martini, Sympathique, που κυκλοφόρησε από την Heinz Records το 1997 , πουλώντας πάνω από 1,3 εκατομμύρια αντίγραφα παγκοσμίως (!), εκτός των άλλων περιελάμβανε και διασκευή του τραγουδιού «Τα Παιδιά του Πειραιά» και μάλιστα στα ελληνικά.

Τo 2011 το  καινούργιο άλμπουμ των Pink Martini  «1969»  -που περιλαμβάνει και το Yoake no Scat- έγινε  ολόκληρο σε συνεργασία  με τη Saori Yuki . Ο Thomas Lauderdale ανακάλυψε τη μουσική της Saori Yuki σε ένα δισκάδικο της πόλης του, όταν το εξώφυλλο ενός δίσκου της του κίνησε το ενδιαφέρον, ενώ με την πρώτη κιόλας ακρόαση αγάπησε τη μουσική και τη φωνή της γιαπωνέζας ερμηνεύτριας…

Τέλος, η διασκευή που ακούγεται παραπάνω -και είναι για μένα ίσως και η καλύτερη έκδοση του τραγουδιού- έγινε  πέρυσι, από το ελληνικό γυναικείο συγκρότημα Marsheaux και το πρωτοάκουσα στον ραδιοφωνικό σταθμό pepper 96.6.

 Οι Marsheaux  είναι  συγκρότημα ηλεκτρονικής (synthpop) μουσικής από τη Θεσσαλονίκη. Τα δύο μέλη του συγκροτήματος, Μαριάνθη και Σοφία, μετακόμισαν στην Αθήνα το 2000 όπου και σχημάτισαν το συγκρότημα. Ο ήχος τους παραπέμπει ευθέως στην ηλεκτρονική μουσική των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1980. Το όνομα του συγκροτήματος προέρχεται από την ένωση της πρώτης συλλαβής του κάθε ονόματος των δυο μελών. 

Απολάυστε το… Γιατί, κάθε στιγμή που αναπνέουμε, είναι κατάλληλη για ένα νέο ξεκίνημα…Για μια έξοδο από το σκοτάδι που έχουμε μέσα μας…

Καλή αρχή σε όλους!

Advertisements

Μετακόμιση ΤΩΡΑ…

moving

 

 

 

 

διάλεξε με ποιους θα’σαι

την πιο δύσκολη ώρα…

 

 

 

 

 

 

Το καλό και το κακό με μια μετακόμιση, είναι ότι συνοδεύεται από ποικίλα συναισθήματα.

Νοσταλγία για αυτό που πίσω αφήνεις. Ένα  κομμάτι δικό σου που χρόνια έχτιζες και είχες πίσω από αυτό οχυρωθεί…Κομμάτι που ίσως και αυτό δύσκολα να είχε αρχίσει. Που σκαλί σκαλί το ανέβηκες ως την κορυφή. Αλήθεια, σαν το πάζλ συμπληρώθηκε και είδες επιτέλους την εικόνα γεμάτη, πόσο διάστημα προλαβες να την απολαύσεις ολοκληρωμένη;;; Η ζωή δεν ρωτάει απαραίτητα, πριν απαιτήσει μετακόμιση…

Μια νέα αρχή κατά πάσα πιθανότητα να συνοδεύεται από Ενθουσιασμό για εκεί που πηγαίνεις. Λαχτάρα για το καινούργιο. Καινούργιες Ελπίδες. Καινούργια Όνειρα…

Μα σίγουρα θα εμπεριέχει και Φόβο. Η σελίδα είναι πάλι κενή. Η εικόνα ανολοκλήρωτη. Και αν τα όνειρα δεν πραγματοποιηθούν; Τι είναι αυτό στο οποίο τώρα βρίσκομαι ; Φτου και πάλι από την αρχή…Φτού…

Η’…Φτου, και βγαίνω.  Να ψάξω και να αναζητήσω από τις κρυψώνες τους ότι νέο μου επιφυλάσσει το μέλλον…

Και να σου ξαφνικά κι η Μοναξιά και η Μελαγχολία: Σαν οι άλλοι συνεχίζουν κανονικά πίσω από τα κάστρα και τα οχυρά τους και τίποτα δεν έχει αλλάξει στη συνηθισμένη τους καθημερινότητα, εσύ καλείσαι να βουτήξεις μέσα σε μεγάλες, σκονισμένες κούτες. Αντικειμένων και συναισθημάτων. Πρέπει να τις ανοίξεις (ενώ τις θελεις κλειστές και τις δυο – καλύτερα έτσι, πιο ήσυχα!!) και να αρχίσεις να ζωγραφίζεις από την αρχή, να γράψεις σε τούτη τη καινούργια σελίδα από το μηδέν…

Και κρατάει όλο αυτό, και κρατάει…Και κρατάει…Λες δεν θα τελειώσει ποτέ.

Η βουτιά στο παρελθόν γίνεται  κάθε μέρα και μεγαλύτερη, αυτά που με προσοχή και καθαριότητα τοποθετείς στα ράφια σού φαίνονται να ζωντανεύουν, σαν της λερναίας Υδρας το κεφάλι ένα πράγμα – ένα ταχτοποιείς – και μέσα και έξω σου – δέκα καινούργια βγαίνουν – και πάει λέγοντας… Κάνεις όμως υπομονή.

Γιατί έχει και ένα μεγάλο καλό πάνω από όλα αυτό:

Αφυπνίζεσαι. Αλλάζεις. Επαγρυπνάς. ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΕΣΑΙ.

Συνειδητοποιείς πως αυτά που κρατάς και έχεις εμφανή σε κάθε μετακόμιση, εσωτερική ή εξωτερική, είναι αυτά που αληθινά σε εκφράζουν, σε απαρτίζουν, σε συνθέτουν. Που ΤΑ ΕΧΕΙΣ ΑΝΑΓΚΗ για να πας παρακάτω. Πολλά άχρηστα τα πετάς (ή τουλάχιστον προσπαθείς), άλλα χρήσιμα, αλλά όχι πια σε σένα, τα χαρίζεις. Κάποια τελευταία τα αποθηκεύεις ή καταχωνιάζεις, ίσως γιατί αναγνωρίζεις την μελλοντική τους αξία, ίσως πάλι γιατί σέβεσαι το παρελθόν που έχουν στην καρδιά σου, παρά το γεγονός ότι στη παρούσα φάση μπορεί και να σου είναι περιττά.

Παραμένει όμως ένα καλό με τις σελίδες τις λευκές: Δεν μένουν για πάντα λευκές. Συνηθίζουμε μάλιστα να γράφουμε σε αυτές με το αγαπημένο μας στυλό από την προηγούμενη σελίδα. Γιατί αυτό που είμαστε, είναι αυτό που έχουμε ανάγκη κάθε φορά και κουβαλάμε μαζί μας, και όχι το ίδιο το σπίτι…

Τραγούδι: Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Στίχοι/ Μουσική: Κώστας Λειβαδάς

ΥΓ: Για την ιστορία, ο παππούς μου είχε όταν ήμουν μικρή ,  ένα τέτοιο κατσαριδάκι σαν και τούτο της φωτογραφίας. Χαριτολογώντας το αποκαλούσε «Ταρζάν» αφού εκείνο ζοριζόταν στις ανηφόρες. Τον έβγαζε ωστόσο πάντα ασπροσπρόσωπο… Ο «Ταρζάν» είχε, θυμάμαι, ένα υπέροχο κάστρο στο τιμόνι του, ανάλογο περίπου σαν το λογότυπο  που έχει σήμερα  η  Ντίσνεϊ – Μπουένα Βίστα. Μέσα από αυτό ονειρευόμουν σαν πριγκήπισσα…Πέρναμε λοιπόν τον «Ταρζάν» και πηγαίναμε βόλτες για παγωτό στον Κανάκη στη Φιλαδέλφεια, στο λούνα πάρκ, στο Λυκαβηττό για να μαζέψουμε αγριολούλουδα…Από τα πράγματα που έχουν οχυρώσει τις άμυνες μου και κλειδωθεί στα σεντούκια της παιδικής μου ηλικίας για να τα κουβαλάω πάντα μαζί μου…Σε κάθε μετακόμιση…

 

Αντίδοτο στη κρίση 3: Οριζόντιο ύψος. Η θέα είναι εξίσου όμορφη ακόμα και αν είσαι αγριάδα

kyparissi & agriadaΤσοχατζόπουλος, Αφοί Ψωμιάδη, Παπαγεωργόπουλος κλπ.

Τον τελευταίο καιρό πολλά ονόματα  από το χώρο της πολιτικής, με πολιτική αλλά όχι όραμα, αυτή την πολιτική του εύκολου κέρδους, της απάτης και της εκμετάλλευσης, απασχολούν τη δικαιοσύνη και την κοινή γνώμη.  Ορισμένοι μάλιστα, πρότυπα της γενιάς του Πολυτεχνείου κατά το παρελθόν, αφήνουν στο στόμα της συγκεκριμένης γενιάς, που λιθοβολείται συνεχώς για  τη σύμπραξή της στην άθλια οικονομία και την πολιτική εικόνα του σήμερα, μια εξτρά πικρή γεύση, ως είδωλα ψεύτικα, που τόσο εύκολα γκρεμίζονται,όσο εύκολα και ελπιδοφόρα είχε πιστέψει ο κόσμος κάποτε σε αυτά.

Για να γκρεμιστείς όμως, πρέπει να έχεις χτιστεί πολύ γρήγορα. Η’ να έχεις χρησιμοποιήσει σαθρά υλικά. Η’ να μην έχεις γερές βάσεις. Η να μην έχεις υπολογίσει τις συνθήκες ή τους ανθρώπους γύρω σου. Η’ κι όλα αυτά μαζί.

Κάθε σωστό οικοδόμημα προϋποθέτει ξάστερο οικόπεδο ψυχής. Δοκαρια σιδερένιας θέλησης. Τούβλα που βαδίζουν πλάι πλάι και τα ενώνει μπετονένια θέληση και αλληλοϋποστήριξη.Τούβλα που το καθένα μπαίνει στη θέση του και σιγά σιγά…Και που στη συνέχεια, όλα μαζί συγκρατούν το οικοδόμημα…

Όταν ανεβαίνεις απότομα, χάνεις γρήγορα οξυγόνο. Δεν προλαβαίνει ο οργανισμός σου να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Πετάς στα σύννεφα και το μυαλό σου μεθά από την περίσσεια στο διοξείδιο του άνθρακα. Νιώθεις για λίγο Θεός εκεί ψηλά. Δε σε νοιάζει τι γίνεται γύρω σου. Αρκεί που είσαι εσύ εκεί πάνω, μόνος σου. Είσαι Θεός. Αλλά δεν είσαι. Γιατί ξαφνικά πέφτει ο κεραυνός και συ πέφτεις από το βάθρο σου, μαζί με τα σαθρά σου υλικά σου που στάχτη γίνονται, καθώς καίγεσαι.

Και πρέπει τότε να ξαναθυμηθείς. Αυτό που λέμε συνείδηση. Αλληλεγγύη. Ενότητα. Να ξαναπροσπαθήσεις  να χτίσεις, αλλά με συναίσθηση του περιβάλλοντος σου. Να αγκαλιάσεις τους γύρω σου, και να γίνετε έτσι μια μικρή, χαμηλή αγκαλιά που λαχταρά να πάει μακρυά, και να δει ότι κρυφοκοίταξε κανείς γρήγορα και μόνος του από ψηλά…Γιατί εκείνη, δεν θα έχει καταβροχθίσει ύψος, δεν θα έχει στερήσει το οξυγόνο κάποιου άλλου, αλλά θα έχει γυμνάσει τα πόδια της με χιλιόμετρα εμπειρίας, αφοσίωσης, ελπίδας, ανθρωπισμού.Έτσι ώστε να τους σηκώσει ΟΛΟΥΣ, αυτή τη μεγάλη αγκαλιά, κάποια στιγμή, λίγο ψηλότερα πάνω στα γυμνασμένα της πόδια…

Το παραμύθι που ακολουθεί, είναι του Αργύρη Χιόνη από το ομότιτλο βιβλίο του «Το οριζόντιο ύψος» (εκδόσεις Κίχλη). Η φύση, δια στόματος Χιόνη,  μιλά με τον καλύτερο τρόπο  για τη φύση του ανθρώπου και θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή να μοιραστώ το συγκεκριμένο παραμύθι μαζί σας…Δυστυχώς πάνω που γνώρισα τον υπέροχο αυτό ποιητή και παραμυθά, η ζωή επέλεξε να μας τον στερήσει. Σκοπεύω όμως σύντομα ένα ταξιδάκι στο Θροφαρί, όπου είχε αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια, μια και είναι τόσο κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου…

Το οριζόντιο ύψος

Μια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ’ ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της. Το κυπαρίσσι που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης:
«Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και αν θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν.


Ωστόσο ευελπιστώ ή μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η
βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια».


Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ’ τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ’ ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και την Ακαλαλούμπα, χώρα ακόμη πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα. Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό της πεδίο όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλαλούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ’ ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του ‘κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε. Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι που-πώς να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.
Μέσα απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλαλούμπα. Κανένας όμως δε χόρευε εκεί τη ρούμπα. Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες.
Έτσι ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε δυο μέρες αργότερα, λίγο πιο κει, μέσα απ’ το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας. «Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!» ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε καλωσόρισες, γειτόνισσα», άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια ακριβώς λόγια, να την καλωσορίζει, δηλαδή, με τη φωνή της, το ίδιο έγινε ακριβώς, άλλες δυο τρεις μέρες αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι. Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήταν. Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για πιο πέρα δεν μπορώ να πω∙
Τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές που ακολούθησαν πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στην Ακαλαλούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο І:Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.


Επιμύθιο ІІ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλαλούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

Αντίδοτο στην κρίση 2: Εαρινή συμφωνία

gyzis earini symfoniajpg

Mένουν δυο μερούλες ακόμη και μπαίνει επισήμως η άνοιξη.

Βέβαια, Μάρτης γδάρτης και παλουκοκάφτης λέει η παροιμία, οπότε επιφυλάσσομαι για το τι καιρός και τι κρύο μπορεί να ακολουθήσει.

Μετά τις τελευταίες νεροποντές ωστόσο, που ζόρισαν σε καιρό κρίσης ακόμα περισσότερο τα οικονομικά μας άγχη,  κάπου εκεί ο καιρός σαν να το μετάνιωσε. Που μας δοκίμασε. Που στεναχώρησε πιότερο το ταλαιπωρημένο θυμικό μας. Είπε έτσι, να μας κλείσει φιλικά το μάτι.  Κι  αφήσε να κρυφοκοιτάξουμε  κάτω από χειμωνιάτικο σεντόνι μια τέλεια εικόνα εαρινή.

Χαζεύω εξω απ’το παράθυρό. Το θεόρατο δέντρο του γειτονικού κήπου χαιδεύει το διαμέρισμα  όπου μετακόμισα πρόσφατα. Δεν είχα ποτέ δέντρο τόσο κοντά μου στη πόλη. Αληθινό δέντρο, όχι σε γλάστρα. Ανυπομονώ να θωρήσω πάνω του το πέρασμα του χρόνου και των εποχών. Γυμνό και γεμάτο υγρασία μέχρι σήμερα, άρχιζει να φορά δειλά τα πρώτα του μπουμπούκια φύλλων.

Κοιτώ έξω απ΄την κουζίνα. Σαν πρώτη φορά να με ενόχλησε η αντηλιά της απέναντι πολυκατοικίας. Πρέπει να βάλω στόρια και τέντες. Τόσο κοντά το μπετόν της στο δικό μας, δυο ανάσες αέρα… Και κουρτίνες δεν έχω ακόμα κρεμάσει. Ίσως επειδή αυτόν τον καιρό ανοίγω συνέχεια κουτιά να θέλω όλα να είναι έξω. Είναι βέβαια πολύ κουραστικό. Αλλά πάλι, όταν όλα είναι στη φόρα ξέρεις και τι να περιμένεις. Ανοίγουν τα κουτιά, βλέπεις κομμάτια του εαυτού σου, ξανανοίγεσαι για λίγο δειλά και συ, σε ξανανακαλύπτεις. Είναι ωραία που ξαναβγαίνω για λίγο εκτός κουτιού. Που δεν θέλω  να κρεμάσω κουρτίνες ούτε στο διαμέρισμα ούτε στην καρδιά μου, παρά τα όσα βλέπω καθημερινά και ακούω. Χωρίς συναισθήματα και πράγματα συμμαζεμένα σε κουτιά, καθημερινότητα πίσω από στόρια και κουρτίνες, ξεγελώ τις κλειστές μου. Θαρρώ πως είμαι συνέχεια έξω.

ΕΞΩ οι στεναχώριες γίνονται λιγότερο βαριές.

ΕΞΩ καρδιά γίνονται οι άνθρωποι μακρυά από τα κουτιά που τους ορίζουν.

ΕΞΩ κύριε!Να φύγετε, να πάτε άλλού!  (να μετακομίσετε τις μαύρες προβλέψεις και την απαισιοδοξία των ειδήσεών σας). Και αν δεν φύγετε εσείς, την κάνω εγώ. Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω. Καπελάκι

ΕΞΩ τικό… ψάθινο και γεμάτο  λογής  λογής ψεύτικα φρούτα και μια κορδέλα κόκκινη. Και σύντροφο το νέο, αλήθινό δέντρο μου που μου μιλά…Δένω την κατακόκκινη κορδέλα στο λαιμό κι βγαίνω. Να προλάβω εγκαίρως θέση, να ανοίξω τα μάτια μου και να στήσω αυτί με ανυπομονησία σε όλα αυτά που πρόκειται να ξεκινήσουν…

Χρώματα θα μας κατακλύσουν από παντού. Κροκάνθια θα ξεπετιούνται λαίμαργα από τη χιονισμένη γη. Θα ναι μωβ, λευκά και κίτρινα με μίσχους χρυσαφένιους και πέταλα τουλίπας μικρής…

Ανθισμένες μυγδαλιές, κερασιές, αχλαδιές, μηλιές. Καθεμιά και μια απόχρωση ρομαντικού ροζ ή λευκού της αγνότητας, γεμάτη υποσχέσεις… Όλες νυφούλες ντυμένες και εγώ να τις μπερδεύω σαν γνήσιο παιδί της πόλης, και να μη ξεχωρίζω ποιά είναι ποιά. Και να τρέμει το φυλοκάρδι μου στις ριπές του μαρτιάκου ανέμου, μη ρίξει πολλά από τα ρομαντικά τους πέταλα και χαθεί αυτή η ομορφιά…

Αγριόχορτα και ζιζάνια μετά τη βροχή  θα πλημμυρίσουν με φυσικό γκαζόν το τσιμέντο των μεγαλουπόλεων, τα πεζοδρόμια με πρασιές και από τις πλάκες στις σχισμές  θα σκάνε αγριολούλουδα… (καλά και μαζί με αυτά θα σκάσουν μύτη – και μαζί τη δική μου –   οι αλλεργίες μου, αλλά θα κάνω ότι δεν καταλαβαίνω…) (και θα γυρίσω και την πλάτη μου στις κάμπιες. Σε όλων των τόπων και των τύπων τις κάμπιες, όπου και αν σέρνονται αυτές…)

Θα χαζέψω τον κόσμο που θα αρχίσει να πετά στην άκρη τα γκρι, καφέ και μαύρα παλτό του, τα χοντρά πουλόβερ που τον βοηθούν να κρύβεται  πίσω τους. Γιατί θα έρθει η ώρα να φορέσουμε πιο άνετα, αέρινα ρούχα, χρωματιστά με την παλέτα της αναπτερωμένης μας καρδιάς. Θα πετά και αυτή με αισιοδοξία περισσότερη, σαν τα αερικά της Ανοιξης που  κρύβονται και ψιθυρίζουν κάτω από τις φυλλωσιές,  παίζουν στα νερά της διπλανής πηγής  και πίσω από τις κεραίες  τηλεοράσεων στις ταράτσες των πόλεων, αφού κανείς δεν ανεβαίνει εκεί το βράδυ, είδηση να τα πάρει.

Θα κρυφοκοιτάξω και στη δική μου ταράτσα, σαν κλέψουν σεντόνια να τα κάνουν πέπλα. Παρηγοριάς, σκανταλιάς, χορού, θύμησης. Πως και αν αλλάζουν πολλά σε τούτη τη χωρα, κάτι μένει σταθερό. Το κλίμα, ο ουρανός, τα αγριολούλουδα, η θάλασσα της.

Θα στήσουν χορό τα αερικά με λουλουδένιες νεράιδες και θα χορεύουν μαζί τους και  άγγελοί μας στον ουρανό, όποιοι και αν είναι αυτοί, μεγάλοι μικροί. Πρόσωπα κοντά στη ψυχή μας,  και ας είναι κάπου μακρυά μας τούτη τη στιγμή. Θα ξεκλέψουν λίγο από το πρόγραμμά τους στον κήπο του ουρανού για να κατέβουν στη γη, με τους ανθρώπους να ενωθούν στο πασχαλιάτικο πέρασμα που θα ακολουθήσει, για να χαθούν αργότερα μέσα στη θάλασσα και στο φως του ελλαδίτικου καλοκαιρινού ήλιου. Θα είναι ευτυχισμένοι που κάθισαν λίγο κοντά μας, χόρεψαν στη χαρά μας, έκαναν ρυάκι τα δάκρυά μας και πότισαν με αυτά  μπουκέτα στα χρώματα της άνοιξης. Που δυνάμωσαν τα φτερά τους για να πετούν πιο συχνά κοντά μας  να μας προστατεύουν, αλλά έδωσαν δύναμη και στα δικά μας φτερά…

Ναι, κάτι όμορφο πρόκεται να ξεκινήσει οσονούπω. Κάτι που δεν μετριέται με χρήματα, ποσοστά ανεργίας, μέτρα ή προϋπολογισμούς. Μια εαρινή συμφωνία… σαν την αφίσα με τον ομότιτλο πίνακα του Γύζη, που αποφάσισα ότι θα κοσμήσει  έναν από τους κενούς τοίχους του άδειου μου  σπιτιού.

Μάλιστα, έκανα και γω μια συμφωνία εαρινή. Με το καινούργιο μου Δέντρο. Πως  κι όταν ακόμα τελειώσει η μετακόμιση, αδειάσουν όλες οι κούτες και μπουν όλα τα πράγματα στη θέση τους, εγώ πάλι θα μπορώ να βγαίνω έξω.

Έξω απ’το κουτί. Μακρυά απ’τις κλειστές μου. Τη θέση μου. Να κρυφοκοιτάζω αερικά και ανοιξιάτικες εικόνες, και ας είναι μέσα στη βαρυχειμωνιά.

Και πως αν εγώ το ξεχάσω, θα μου το θυμίσει αυτό.

Το υποσχέθηκε.

Αντίδοτο στη κρίση: Μια εικόνα και ένα παραμύθι με λέξεις ξεχασμένες…

ksexasmenes lekseis

Αντίδοτο στη κρίση: Μια εικόνα και ένα παραμύθι με λέξεις ξεχασμένες…

Είναι κάτι στιγμές μαγικές που η μία φέρνει την άλλη, και γίνονται πράγματα μικρά, του Θεού, ξεχασμένα συναισθήματα και θύμησες παιδικές πλέκονται μεταξύ τους, και γνώσεις και ζωγραφιές, και φτιάχνουν όλες μαζί ένα όμορφο στεφάνι, λουλουδένιο, της καρδιάς, που το κρεμάς έξω στης ψυχής σου την αυλή. Και κάνει αυτό το στεφάνι την κρίση μέσα σου-και τη γνωστή μας κρίση εκεί έξω- λίγο μικρότερη. Και τη θέση για τον εαυτό σου, τα πράγματα, τους γύρω σου και τον χώρο/τη χώρα όπου ζεις και αναπνέεις, λίγο πιο σταθερή, λίγο πιο υποφερτή λίγο πιο βελούδινη, μακρυά από την τραχιά και επίπεδη καθημερινότητα…

Το δικό μου αυτό γαϊτανάκι, ξεκίνησε το προηγούμενο Σάββατο γύρω στις 6 το απόγευμα. Βρέθηκα στην Νέα Ερυθραία, να χαζεύω την βιτρίνα γνωστού βιβλιοπωλείου. Άνοιξε εκεί πρόσφατα νέο και πολύ αξιόλογο υποκατάστημα. Και ενώ ήταν περασμένες 6 και έκλεινε,  δεν μας αρνήθηκαν ωστόσο μια μικρή ολιγόλεπτη βουτιά στο μαγικό κόσμο των νεοεκδοθέντων τίτλων… Έτσι λοιπόν μπήκαμε και κατέβηκα στο υπόγειο, αφού αναζητούσα ένα συγκεκριμένο βιβλίο παιδικό. Πραγματικά εντυπωσιάστηκα με το πλήθος εκείνων που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους και μάλιστα εν μέσω χαλεπών από όλες τις απόψεις καιρών.

Το πήρα, αλλά συνέχισα να χαζεύω εκστασιασμένη τα παιδικά εξώφυλλα, νιώθωντας να κάνω σκανταλιά, αφού καθόλου χρόνο δεν είχαμε και καταχρόμασταν απολαυστικά  την ευγένεια των υπευθύνων, όταν κάπου εκεί και ενώ ήμουν απορροφημένη από ποικιλία και χρώματα, ξαφνικά ο άντρας μου με τράβηξε από το μανίκι:

– Κοίτα τι υπέροχο εξώφυλλο!Ιδιαίτερα για παιδικό παραμύθι!!, μου είπε κρατώντας στα χέρια του ένα μικρό βιβλίο. Είχε σκληρό εξώφυλλο, ωστόσο σε μέγεθος ήταν μικρότερο από αυτό που έχουν συνήθως τα  «κανονικά» παραμύθια για παιδιά, ενώ αριθμούσε περίπου 70 σελίδες).

Μου τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον.Δεν ήταν μόνο το μέγεθος και το σκληρό εξώφυλλο. Στη ματιά του, βρέθηκα να με χαϊδεύει η εικόνα μιας Ελληνίδας μαυροφορεμένης γιαγιάς με την εγγονή της και ένα γάτο γκρι παρέα πάνω σε ένα κλαράκι ελιάς. Και ύστερα, τριγύρω πουλιά, αστεράκια, φέτες καρπούζι και ανεμώνες, και ένα πληκτρολόγιο, σαν και τούτο στο οποίο γράφω τώρα, και μια λέξη με γράμματα κόκκινα, MELLON…

Είχε τίτλο «Το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξεις».

Χρόνο να το επεξεργαστώ δεν είχα, είχα μάλιστα ήδη βρει το βιβλίο που έψαχνα και έκανα να φύγω. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να δώσω ξανά ραντεβού στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου με τα παραμύθια, για να διαλέξω ένα ακόμα, ίσως αυτό, μια άλλη φορά όμως με αρωγό…τον απαραίτητο χρόνο και την ανάλογη διάθεση.

Έκανα να το αφήσω…Δίσταζα.

Βλεπετε, μου ‘χε χαρίσει κάτι αυτό το βιβλίο, πριν καν το διαβάσω:

Mια ποιότητα,  ένα συναίσθημα διαφορετικό. Το μέγεθός του, η γραμματοσειρά, το εξώφυλλο και οι εικόνες που μίλησαν μέσα μου μόλις το ξεφύλλισα μαζί με τα χρώματα, τις φιγούρες, τα σκίτσα.

Ναι, αυτό ήταν, μου μίλησε. Μου μιλούσε ήδη.

«Μιλώ για λέξεις ξεχασμένες μου είπε, αλλά εσύ δεν θα με ξεχάσεις…», μου έδωσε ξαφνικά υπόσχεση και ύστερα έκανε βουτιά στη τσάντα με τα ψώνια μου.

Το διάβασα ήδη δυο φορές μέσα στη βδομάδα που πέρασε  και λίγο καιρό αργότερα, θα το διαβάσω και τρίτη. Είναι από τα ξεχωριστά βιβλία, που κάθε φορά που χάνεσαι μέσα τους, ανακαλύπτεις πάντα και κάτι διαφορετικό.

Έτσι, στη πρώτη ανάγνωση αναζήτησα στις σελίδες του το τέλος και μήνυμα της ιστορίας. Στη δεύτερη ωστόσο χτένισα  με προσοχή  τον μεστό, ταυτόχρονα παιδικά οικείο λόγο της συγγραφέως  Ιφιγένειας Μαστρογιάννη.Τις ιδιαίτερες λέξεις της ηπειρώτικης τοπολαλιάς που δεν γνώριζα και που τόσο όμορφα συνθέτουν την ποικιλία της ελληνικής μας γλώσσας..Άφησα τον ευατό μου να παρασυρθεί από την ρομαντική χροιά του παραμυθιού, το πράσινο των περιγραφών του, τις μυρωδιές από τα άνθη του και τις αγκαλιές της ανιδιοτελούς του αγάπης.

Βρέθηκα να ψάχνω για το ποιός ήταν ο Δονάτος στη πραγματικότητα, που βρίσκεται η Καμαρίνα, ποιά πορεία ακολουθεί ο Αχέροντας ποταμός…Και τελικά συνειδητοποιήσα πως για να φτιάξεις ή να πεις τα πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο, αρκούν μερικές ξεχασμένες λέξεις, μερικές ξεχασμένες εικόνες, ένα ιστορικό πέπλο που έρχεται από μακρυά και μας υπενθυμίζει ποια είναι η θέση μας σε αυτό το σύμπαν και σε τούτη δα τη μικρη, μα τόσο προικισμένη χώρα. Πράγματα που είχαμε βάλει στην άκρη του μυαλού μας και τώρα, εν καιρώ κρίσης, περισσότερο από ποτέ έχουμε ανάγκη να τα επαναφέρουμε στη σκέψη μας…

Το παρόν παραμύθι απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους. Θα το συνιστούσα ωστόσο σε όποιον στη δύσκολη αυτή εποχή θα θελε να αναζητήσει στις σελίδες του λησμονημένες έννοιες όπως η παράδοση, η αγάπη, ένα κομμάτι της ιστορίας μας , αλλά  συνάμμα την καλοσύνη -καθώς και το ήθος- της παραδοσιακής Ελληνίδας γιαγιάς, που θα έκανε τα πάντα για να χαμογελάσουν τα μικρά της εγγόνια και να υπάρχει ισορροπία μέσα στην οικογένεια…

Το βιβλιαράκι αυτό είναι επίσης εικονογραφημένο από μια εξαιρετική εικονογράφο/ζωγράφο, τη Φωτεινή Στεφανίδη, με πολλές διακρίσεις και βραβεία τόσο στην πατρίδα μας όσο και στο εξωτερικό. Η ποιότητα του πινέλου της εικόνας της, τόσο παιδική, αλλά με μια ενηλικη αισθητική ταυτόχρονα, ήταν ο πρωταρχικός λόγος για να ξεχωρίσω το βιβλίο.

Όμως, όπως προείπα, υπάρχουν κάτι στιγμές μαγικές, με πράγματα μικρά, αλλά μεγάλα ταυτόχρονα, και έτσι το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξειςμου προσέφερε ένα δώρο ακόμα ( κατά την αναζήτηση της εικονογράφου του στο διαδίκτυο): Με γύρισε περίπου 25 χρόνια πίσω, σε θύμησες γλυκιές, γεμάτες και πάλι ιστορια, γνώση αλλά και έτερες εικόνες απαράμιλλης αισθητικής. Βλέπετε, η θεία μου, μια εξαιρετική εκπαιδευτικός, μου χάριζε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα και από ένα βιβλίο της σειράς Ελληνική Μυθολογία των αδελφών Στεφανίδη βιβλία εικονογραφημένα εξαιρετικά από τον Γιάννη Στεφανίδη και πατέρα της Φωτεινής…

Είναι λοιπόν απίστευτο, πως σε μια εποχή που το χρειαζόμουν τόσο πολύ, ένα μικρό βιβλίο, ένα παραμυθάκι για παιδιά, μέσα από τις μόλις 70 σελίδες του, μου χάρισε τόσα πολλά. Μου θύμισε τι είναι πραγματικά σημαντικό, όταν έχουμε κρίση. Μέσα και απ’έξω μας.

Οι ξεχασμένες λέξεις και μια εικόνα για το ποιοι πραγματικά (θέλουμε να) είμαστε.

Ας κάνουμε λοιπόν μια βουτιά στο παρελθόν και στην αγκαλιά της Ελληνίδας γιαγιάς…