Tag Archive | απώλεια

Διήγημα των 20′ – (σκουπίδια δρόμου/ονομασίες μαγαζιών)

sweet_pea «Δυο βαρκούλες πράσινες και ένας κόκκος ρύζι»

Πέρασε έξω από το ψητοπωλείο «Το Λιβάδι». Οι μυρωδιές του ψητού κρέατος για τους θαμώνες του σαββατιάτικου απόβραδου του ξελίγωσαν το στομάχι. Ψαχούλεψε τη μια τσέπη του. Λεφτά δεν υπήρχαν, μόνο ένα χαρτάκι από τα στριφτά, που κάποτε είχε την πολυτέλεια ν’ αγοράσει, δέσποζαν στις τσέπες του. Το πόδι του σκόνταψε σ’ ένα καλαμάκι μαύρο και άραχνο, σαν το μέσα του. Θα προτιμούσε να ήταν καλαμάκι από σουβλάκι που μόλις είχε φάει.

Το χέρι του βουτά στην άλλη τσέπη. Τίποτα. Μια γόπα πιπιλισμένη με αγωνία, μια σταγόνα τελευταία νικοτίνης στο νευρικό του σύστημα. Την είχε πετάξει και ύστερα περιμαζέψει με τρυφερότητα. Ήταν το τελευταίο του τσιγάρο. Το ήξερε.

Συνέχισε το περπάτημα. Βιαστικά. Να διώξει τις έννοιες του. Μαγαζί με κλωστές, καλσόν, φερμουάρ.Στη γωνιά του ο μεταλλικός λαιμός μιας σπασμένης κρεμάστρας, ίδιο μεταλλικό ερωτηματικό. Τον κορόιδευε, ή τον ρώταγε και κείνο. «Πως βρέθηκες εδώ;» «Τι κάνεις στη ζωή σου;» Το παπούτσι του κόλλησε σε ένα παρδαλό χαρτάκι που τίναξε περπατώντας βιαστικά και απογείωσε στον αέρα. Προσγειώθηκε αλεξιπτωτικά στο πάτωμα και τον κορόιδευε με τη σειρά του: Έγραφε Kinder, και έπαιζε και τούτο με τον πόνο του. Εκείνη και τα παιδιά τους είχαν φύγει για τη Γερμανία πρόσφατα σε συγγενείς, η κρίση είχε ρημάξει την οικονομική και συναισθηματική του ζωή. Άνεργος, χωρίς παιδιά, με μόνη συντροφιά ένα χαρτάκι Kinder αντί για τα πραγματικά του, ένα ερωτηματικό κρεμάστρας και ένα καλαμάκι.

Ξαφνικά, τα αντικείμενα στο πεζοδρόμιο που έβλεπε, ένιωσε πως ήταν οι μόνοι του σύντροφοι, κι άρχισε να παρατηρεί γύρω του. Ένα περιστέρι βρώμικο πήρε από λάθος ένα τσόφλι φιστικιού για φαγητό και προσπάθησε να το τσιμπήσει. Πιο κάτω δυο παιδιά έπαιζαν μπάλα μ’ένα πατημένο πλαστικό μπουκάλι από νερό κ το ένα πετούσε κάτω το θαλασσί κουταλάκι από το παγωτό που μόλις τελείωσε. Το άλλο πρέπει να είχε πετάξει εκείνο το βρώμικο ξυλάκι, σκέφτηκε. Κάπου στη Γερμανία τα παιδιά του θα τρώγαν το δικό τους παγωτό.

Περνούσε τώρα μπροστά από τη «Νάνσυ», τη βιοτεχνία με τα γυναικεία εσώρουχα. «Ποτέ δεν θα ξαναθαυμάσω τη σιλουέτα της», αναλογίστηκε, ενώ κλωτσούσε με μίσος ένα τακούνι, βρώμικο απομεινάρι γυναικείου παπουτσιού που βρέθηκε μπροστά του. Η «μπάλα»των παιδιών έπεσε στις παρακείμενες νερατζιές και έλουσε με πράσινο για μια ακόμη φορά το βρώμικο δρόμο με τα φύλλα τους. Βαρκούλες πράσινες, που στροφάριζαν στα απόνερα του διπλανού φρεατίου ομβρίων.

Η περιοριστική ταινία της Αστυνομίας έκλεισε το δρόμο του, σαν θέλησε να στρίψει τη γωνία. Περιπολικά κι ασθενοφόρο σφύριζαν από μακρυά, ενώ βρέθηκε να κοιτά με απορία μια γυναίκα έξω από την χαρτοπαικτική λέσχη «Το 1», που έκλαιγε γοερά…

Ο δρόμος του είχε εμπόδιο για μια ακόμη φορά…Έτσι πήρε τη Σικίνου προς τα πίσω. Στόχος το σούπερμαρκετ «Βερόπουλος». Όλο και κάτι θα είχαν πετάξει στα κιβώτια σκουπιδιών, να ξεγελάσει την πείνα του. Σαν έφτασε εκεί, το μόνο πεταμένο στο έδαφος, ένα φασολάκι πράσινο, δεύτερη πράσινη βαρκούλα στα πεινασμένα του όνειρα. Σκέφτηκε την παραβολή με της σούπας με την πέτρα: «Έχω ένα φασολάκι, βάλε ένα καρότο, ξέρεις τι ωραία είναι η σούπα από φασολάκι;» Θα ήθελε ουσιαστικά να πει…:»Έχω τη μοναξιά μου, θέλεις να βάλεις κ συ κάτι να τη νοστιμίσουμε λίγο;»

Κατευθύνθηκε όλο ελπίδα προς το μίνι μάρκετ που ήταν κοντά στο «Βερόπουλο». Το Μίνι Μάρκετ Των Θεών –  «The Gods», ονομαζόταν. Έψαξε στα σκουπίδια του, κάτι να φάει δεν βρήκε. Κάτι γυάλιζε στο δρόμο, ένα κέρμα! Σκέφτηκε πως πρώτη φορά μέσα στη μέρα άνοιξε η τύχη του. Έκανε να το πάρει. Καπάκι μπύρας «Μύθος» ήταν. Τελικά. Εκεί, among the greek Gods, προσπαθούσε να live his myth in Greece. Τζίφος.

Πιο κάτω δυο σχιστομάτηδες στο μαγαζί «World Store» τσακώνονταν μεταξύ τους, ενώ έτρωγαν με ξυλάκια ρύζι από μπολάκια πλαστικά. «Παγκόσμια Οικονομία», σκέφτηκε. «Θα ζητήσω και γω σαν τον Πρωθυπουργό την κινεζική βοήθεια»- και η βαρκούλα του ξαφνικά σαν να γίνηκε άσπρη, ένας κόκκος ρύζι.

Ή ήταν οι κόρες των ματιών του, ίδιες βαρκούλες ασπρες, σε μια θάλασσα δακρύων;

5530598616_eb4d10bb27_b

ΥΓ1: Τα αντικείμενα/σκουπίδια που αναφέρονται στο κείμενο (ξυλάκι, παπούτσι, φασολάκι κλπ) ήταν πραγματικά. Τα βρήκε κάνοντας μια βόλτα στο δρόμο έξω από το εργαστήρι κατόπιν εντολής του Δασκάλου και τα έφερε στο μάθημα ένας από τους συμμαθητές μας. Το ίδιο αληθινά είναι και τα ονόματα μαγαζιών που μας δόθηκαν και είναι από τη γύρω περιοχή.
ΥΓ2: Την εποχή που γράφτηκε το κείμενο, ο Σαμαράς έκανε συζητήσεις με τους Κινέζους. Φαίνεται ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε και έτσι, κ δεδομένων των ημερών ήταν το πρώτο διήγημα που διάλεξα να αναρτήσω στο ιστολόγιο, από τα διάφορα διηγήματα που έγραψα…
ΥΓ3: Δύσκολο κάποια διηγήματα να μην τελειώσουν απότομα, σαν άκουγες την εντολή: «Τα μολύβια κάτω!» 🙂
Advertisements

One story for one s…

S ΤΕΛΙΚΟ (διήγημα)

Περπατά στην Ερμού. Με βήμα ταχύ, ρίχνει ωστόσο κλεφτή ματιά στις βιτρίνες. Αγοράζει κουλούρι.

Κάτι του λέει ότι η θηλιά ξαναζύγωσε. Δένει και πάλι τον κύκλο της.

Στης απώλειας τον πόνο. Της μοναξιάς.

Τα ρούχα του τσαλακωμένα. Η εικόνα του γερασμένη, παρά τα λίγα χρόνια του.

Πέρσι τέτοια εποχή ξεκίνησαν όλα. Στο άκουσμα  της αρρώστιας της.

Της έκρυψε την αλήθεια.

Όμως η θηλιά τους τύλιξε. Με σκέψεις που άρχισαν να λυγίζουν, να κάμπτονται.

Που γύριζαν μέσα τους, κάνοντας διαδρομές, ψάχνοντας διέξοδο. Αλλά η θηλιά είχε ήδη βρει το δρόμο της. Γραπωνόταν γύρω τους.

Και το θήτα της δεν το αντιλήφθηκαν, αρχικά οριζόντιο καθώς ήταν, και όχι κάθετο. Ένας φλοιός, ξένο σώμα είχε αρχίσει να τους αγκαλιάζει. Φίδι σφικτήρας, φαράγγι βαθύ, φυλακή που τους έκλεινε μέσα της. Το φι ήταν εδώ. Τους είχε ήδη κατακτήσει.

Το αρνήθηκε.

Το πάλεψε.

«Όχι!» του φώναξε, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής του.

Μα ο κύκλος που τους παγίδεψε ήταν ήδη παρόν, όμικρον, που τους εγκλώβισε ασφυκτικά…

Βούρκωσε.

Βάρυνε.

Βυθίστηκε σε θλίψη.

Προσπάθησε να συνθλίψει τον κλοιό που τον έζωσε. Μα τελικά αρκέστηκε  να τον διπλώσει στα δυο, να τον συμπιέσει, ευκολότερα για να τον αντιμετωπίσει. Το βήτα  μόλις είχε κάνει επίσκεψη. Και κείνος είχε ακόμα χιλιόμετρα να διανύσει. Να ανέβει το βουνό του πιο μύχιου πόνου του, κατάματα να τον αντικρίσει. Να τον αποδεχτεί.

Μήνες μετά αναγκάστηκε. Εκείνη έφυγε. Εκείνος έμεινε πίσω. Εκείνη λυτρώθηκε, εκείνον τον ζύγωσε  ξανά ο κλοιός. Όχι πια της αρρώστιας, αλλά της απώλειας.

Ο κύκλος ήταν πάλι εδώ…

Κοίταξε το κουλούρι του.

Περπατά στην Ερμού.

Με βήμα ταχύ, ρίχνει ωστόσο ματιά κλεφτή στους περαστικούς.

Τα ρούχα του τσαλακωμένα, η εικόνα του γερασμένη, παρά τα λίγα χρόνια του.

Το πρόσωπό του βρώμικο.

Κρατά μια κρεμάστρα που βρήκε στα σκουπίδια. Δε στάθηκε τυχερός.

Κόμπος το στομάχι του, η θηλιά τον έχει δέσει για τα καλά, μέρες τώρα.

Θηλιά διαφορετική από κείνη, σαν ήρθε δω πρώτη φορά. Σαν πλήρωσε τα χρήματα στο δουλέμπορο.

Τότε τον αγκάλιασε απειλητικά η θηλιά, μα εκείνος την αγνόησε.

«Καινούργιο ξεκίνημα», της αντιμίλησε.

Λίγο καιρό αργότερα, το όχι της τον χτύπησε κατακούτελα μαζί με τους μπάτσους.

Το όμικρον ήταν πια εδώ και είχε έρθει για να μείνει…

Μπήκε στο ζυγό του. Αιχμαλωτίστηκε.

Στη συνέχεια διπλώθηκε στα δυο, να μετριάσει τον πόνο…

Βουβάθηκε.

Βούρκωσε.

Βρίστηκε.

Βρώμισε.

Σωματικά και ψυχικά. Το βήτα εγκαταστάθηκε μέσα του για τα καλά.

Στο τέλος, παραδόθηκε. Στον κλοιό που αναδιπλώθηκε. Που έσφιγγε ξανά…

Η θηλιά έδενε τον κόμπο όλο και πιο πιεστικό στο στομάχι, μέρες τώρα. Ο σφικτήρας  γίνηκε αφόρητος. Η στεφάνη της ζαλάδας ασφυκτική.

Κοίταξε το κουλούρι.

Όρμησε και του το πήρε δίχως να σκεφτεί. Χίμηξε να φύγει.

Κάτι τον κράτησε.

Δεν ήταν μοναχά το έκπληκτο, πληγωμένο βλέμμα. Το χέρι του άλλου που βάστηξε τον ώμο του…

Θηλιά ανάποδη, κλοιός ασφυκτικός, βουνά απροσπέλαστα που αχνοφαίνονται και πάλι…

Και ξαφνικά, ένα κουλούρι, σουσαμένιος κύκλος σωστός.

Τούτη τη φορά συνδετικός κρίκος.

 «Θα μου κάνεις παρέα για φαγητό, φίλε; Είμαι μοναχός χριστουγεννιάτικα», τον άκουσε να λέει.

Και κάπου εκεί, σαν ο κλοιός να ράγισε.

Αντικριστά.

Δευτερόλεπτα.

Τόσο το βλέμμα τους ανταμώθηκε. Σε ένα δρόμο λαχτάρας.

Λαχτάρας για να ξαναρχίσουν. Ένα δρόμο έστω με στροφές.

Κάπου εκεί, τους ένωσε διστακτικά ένα ς.

Σ, της απόδρασης…

S, τελικό…

Το διήγημά μου «S τελικό» φιλοξενείται και  στο one:story – ένα διήγημα κάθε μέρα , ένα ιστολόγιο που αποτελεί μια πειραματική προσπάθεια με στόχο να λειτουργήσει ως ανοικτή λογοτεχνική πλατφόρμα για οποιονδήποτε εκφράζεται δημιουργικά μέσω της γραφής και το οποίο επιμελείται με ξεχωριστή συνέπεια ο πολυπράγμων Γιάννης Φαρσάρης.

Το κορίτσι που πενθούσε

‘Ολοι λίγο πολύ έχουμε χάσει κάποιον δικό μας άνθρωπο στη ζωή, η απώλεια του οποίου κι άφησε μέσα μας ένα ανυπολόγιστο κενό…

Πριν λίγο καιρό και ενώ τα τραύματα από το χαμό ενός πολύ δικού μου προσώπου ήταν ακόμα νωπά, με βοήθησε πολύ η ανάγνωση του παραμυθιού της Λιλής Λαμπρέλλη «Το κορίτσι που πενθούσε» που έπεσε στα χέρια μου μέσα από το το μαγιάτικο τεύχος της εφημερίδας Taλκ και για αυτό θέλησα παρακάτω να το μοιραστώ μαζί σας:

«Ηταν μια φορά μια γυναίκα που ζούσε με τη μοναχοκόρη της σ’ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη ενός χωριού.Μια μέρα, το κορίτσι είχε μείνει στο σπίτι να παλεύει με τη λάτρα, ενώ η μάνα δούλευε έξω στα χωράφια. Έξαφνα, έπιασε καλοκαιρινή καταιγίδα και αυτή έτρεξε κάτω από ένα δέντρο να προφυλαχτεί, κι εκεί σαν πύρινο τσεκούρι τη χτύπησε κεραυνός. Έπεσε σαν κούτσουρο και δεν σηκώθηκε ποτέ.

Το κορίτσι ήταν απαρηγόρητο.Έκλαιγε όλη μέρα κι όλη νύχτα και παρακαλούσε τον ουρανό για ένα μόνο πράγμα: Να ξαναδεί τη μάνα της, ας ήταν και στ’όνειρό της. Δε πήγαινε στο πηγάδι να φέρει νερό, δεν ζύμωνε, δεν σκούπιζε. Ζούσε από τη συμπόνια των χωριανών που της έφερναν πού και πού μια στάμνα νερό, ένα πιάτο φαϊ και το χαμηλό σπιτάκι της σκεπαζόταν μέρα με τη μέρα με μια σκόνη πηχτή και πικρή. Και πέρναγε ο καιρός μέσα σε θρήνους και δάκρυα και σιωπή…

Ώσπου, μια νύχτα παράξενη, χωρίς  φεγγάρι και χωρίς αστέρια, χωρίς ήχους και χωρίς σκιές, το κορίτσι είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο χωριό. Ήταν ένας τόπος ήσυχος, με μικρά χαμηλά σπιτάκια ασπρισμένα με ασβέστη και στις αυλές τους είχε γλάστρες με βασιλικούς, ματζουράνες, χρυσάνθεμα, γεράνια…Και παντού άνθρωποι ήσυχοι, με ήμερη ματιά. Γυναίκες λιάζονταν στον ήλιο, πίνοντας δροσερούς χυμούς, ή κεντούσαν στη σκιά παράξενα τοπία πάνω σε λινά τραπεζομάντηλα και μεταξωτά στρωσίδια. Άντρες παίζανε τάβλι στο καφενείο ή πίνανε ρακί, τρώγοντας μαλακά σταρένια παξιμάδια, αλειμμένα με λάδι, αλάτι και θυμάρι. Παιδιά παίζανε κρυφτό ή κουτσό, μασουλώντας ζεστό ψωμί αλειμμένο κατσικίσιο βούτυρο και πασπαλισμένο ζάχαρη. Κι άξαφνα, είδε από μακριά να έρχεται η μάνα της. Ήταν διπλωμένη στα δύο, σκυμμένη από το βάρος δύο τεράστιων πιθαριών που κουβαλούσε στην πλάτη. Το κορίτσι έτρεξε προς το μέρος της φωνάζοντας:

-Μανούλα, στάσου, άσε με να σε βοηθήσω!

Η γυναίκα στάθηκε και χωρίς ν’αφήσει καταγής τα πιθάρια της, αποκρίθηκε με σκοτεινή ματιά.

-Κόρη μου, κακή μου κόρη, γίνε καλή σαν πρώτα. Λυπήσου με. Αν θέλεις να με βοηθήσεις, σταμάτα να κλαις και ζήσε! Δεν βλέπεις πως κουβαλάω ολημερίς και ολονυχτίς τα δικά σου δάκρυα;

Το κορίτσι ξύπνησε αλαφιασμένο και μ’ανοιχτά τα βλέφαρα περίμενε την αυγή. Με το ξημέρωμα, πήγε στο πηγάδι για νερό, ύστερα πότισε τα ξερά γεράνια στα περβάζια, έπιασε να διώχνη από παντού τη σκόνη, έπλυνε τα παράθυρα, έπλυνε το δάπεδο μέσα κι έξω από το σπίτι, πλύθηκε κι αυτή και ντύθηκε με ρούχα καθαρά. Ύστερα, άναψε το φούρνο, φυσώντας για να πάρει η φωτιά κι απέ, σιγοτραγουδώντας, έβαλε να ζυμώσει.»

Λιλή Λαμπρέλλη, «Δέκα συν ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών», εκδόσεις Πατάκη