Tag Archive | ασκήσεις δημιουργικής γραφής

Διήγημα των 20′ (υποχρεωτική χρήση εικόνων, αντικειμένων, των τιμών τους ή και της λεζάντας τους από τον κατάλογο του… ΙΚΕΑ (!)

20134_poang_PE369436 «Κούνια που τον κούναγε…»

Η Μαρίζα και η Λένα μπαίνουν αγκαζέ σε ένα γνωστό κατάστημα επίπλων. Η Μαρίζα φαίνεται σκασμένη, κοιτά γύρω της τα αντικείμενα και περιγράφει στη φίλη της με υπερένταση κάνοντας χειρονομίες:

Μ: Έτσι που τα λες, Λένα μου (για να δω αυτό το φωτιστικό)(κάνει την αντίστοιχη κίνηση), πουού φως στην άκρη του τούνελ, τι έμελλα να πάθω με το Θανάση δεν ήξερα, φως στη ψυχή μου τον νόμιζα, σαν τον είχα μπροστά μου θα ήθελα να του στρίψω το λαρύγγι, ααα στρίβει αυτό ε (και πιάνει τον μεταλλικό λαιμό μιας λάμπας γραφείου), να, έτσι!

Λ: Σε καταλαβαίνω, Μαρίζα μου. Δύσκολο πράγμα ο γάμος. Νομίζεις πως σαν παντρευτείς, όπως έφτιαξες το σπιτικό σου, έστρωσες το νυφικό κρεββάτι σου, έτσι στρωμένη και θα είναι η κοινή σας ζωή. Σαν βελούδινος τριθέσιος καναπές με τις κοινές σας εμπειρίες μαλακά, διακοσμητικά μαξιλάρια που θα στήριζαν τη μέση σας στα δύσκολα.

Μ: Μμμμ, τώρα που το λες για τα μαξιλάρια, έπρεπε να τον είχα υποψιαστεί!!Έφευγα το πρωί κι ενώ είχα ταχτοποιήσει το σπίτι, σαν γυρνούσα, τις περισσότερες φορές το έβρισκα ψιλοανακατωμένο.Τα χαρτιά πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου έβλεπα περίεργους λεκέδες από ποτήρια. Στο μπάνιο όπου την τραβούσα για να στεγνώσει τη λουλουδένια κουρτίνα και την έβρισκα ΠΑΝΤΑ υγρή, έβρισκα πετσέτες πεταγμένες  στο πάτωμα!Μάλιστα ανακάλυπτα και κάποιες που δεν ήταν δικές μας! Πάντα άκουγα τις δικαιολογίες του και τις έχαφτα…»Αγάπη μου«, μου έλεγε, «η αγορά μιας ακόμα πετσέτας δεν είναι υπερβολή. Μπορεί να κάνει τη διαφορά στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας! Έκανε μόνο 14,99 Ε το τεμάχιο, ήταν ωραία, μοσχοβόλαγε, ήταν απαλή και χνουδωτή ε, τη λιμπίστηκα!»

– ΠΟΥ να καταλάβω οτι δεν αναφερόταν μόνο στη πετσέτα!

Λ: Ώστε την έβαλε στο σπίτι σας μέσα, ε;

Μ: Μόνο αυτή; Και τα ρούχα της! Μια μέρα, γύρισα νωρίτερα το μεσημέρι και βρήκα να κρέμεται πάνω από τη μπανιέρα ένα κόκκινο νεγλιζέ με δαντέλα στο μπούστο. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και θέλησα απ’ τα νεύρα μου να σπάσω τον καθρέπτη του μπάνιου. Το μετάνιωσα όμως, αναλογίστηκα ότι τον είχαμε πληρώσει 49 Ε. Περιορίστηκα να του πετώ τα βαμβάκια που υπήρχαν στο γυάλινο μπολάκι πάνω στο νιπτήρα (μη σπάσω και τίποτα) και τα λούτρινα παιχνίδια της μικρής(φτηνά ήταν, μόνο 7,99 Ε άσε που δεν κάνουν ζημιές στο πάτωμα). «Ομολόγα», του ζήτησα! «Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις», μου είπε, «δώρο για τη γιορτή σου που είναι σε λίγες μέρες, το πήρα!»

Λ: Και το ‘φαγες;

Μ: Το χώνεψα κιόλας…Λίγες μέρες όμως μετά βρήκα πάνω στα ράφια του υπνοδωματίου κάτω από τα 380 Ε ντουλάπια μας (να ίδια με τούτα δω, τα βλέπεις) (δείχνει τα αντίστοιχα ντουλάπια), δίπλα από το μπιμπελό με τα σπιτάκια και το διακοσμητικό με τα κέρατα, ένα δαχτυλίδι!

Λ: Δίπλα από το διακοσμητικό με τα κέρατα, ε;

Μ:Ναι…και πάλι μου είπε ότι ήταν έκπληξη και το είχε ξεχάσει εκεί δα –

Λ: Ε, όχι!!

Μ: Ήταν και που στη καινούργια μου ντουλάπα με τα ωραία εσωτερικά εξαρτήματα – 320Ε την είχαμε πάρει -δίπλα στα φουλάρια και τις μπλούζες, τα κουτιά για τις ζώνες και τις κάλτσες, κάπου ανάμεσα στη ψάθινη τσάντα μου και κείνες τις δυο άσπρες – ξέρεις – (την μια την είχαμε αγοράσει μαζί στον Πόρο, θυμάσαι;) βρήκα ταχτοποιημένη και μια ΜΑΥΡΗ, που ποτέ δεν είχα!

Λ: Μη μου πεις ότι είπε πάλι τα ίδια!

Μ: Δεν του είπα τίποτα. Άρχισα να ψάχνω όλο το σπίτι: Στις συρταριέρες -κοίτα την ίδια έχουμε!- (δείχνει αντίστοιχα μέσα στο ΙΚΕΑ) δεν είναι όμορφη;-119Ε!- με τα εσώρουχα βρήκα ένα σουτιέν που δεν ήταν δικό μου, κάποια γυαλιά ηλίου που δεν είχα αγοράσει ποτέ…

Λ: Αχ, κορίτσι μου τελικά τι έκανες, έβαλες ντέτεκτιβ;;; Τη βρήκες τη σκύλα, να τη ξεσκίσεις ποια είναι;;;

Μ: Ναι, αλλά δεν ήταν…σκύλα!

Λ: Δηλαδή;

(είναι τώρα στο τμήμα επίπλων, η Μαρίζα στέκεται μπροστά από ένα έπιπλο και διαβάζει)

Μ: Poang Poang 139 Ε. Καθαρίζεται εύκολα γιατί έχει αφαιρούμενο κάλυμμα που πλένεται στο πλυντήριο.

Μ: Μόλις κατάλαβα γιατί το αγαπημένο του κάθισμα ήταν αυτή η κουνιστή πολυθρόνα!!!

rocking chair

ΥΓ: Το έχουμε ξαναπεί. Όταν έχω αναδουλειές στο γράψιμο, βγάζω και σας σερβίρω κάτι από την…κατάψυξη! 🙂

ΥΓ2: Εννοείται πως με πράσινο είναι κάποιες από τις εικόνες που έβλεπα στο κατάλογο, ή οι λεζάντες τους, τα δε italics με πράσινο αποτελούν τα…διαφημιστικά…slogan του καταλόγου, όπως με τη… χνουδωτή πετσέτα που κάνει τη διαφορά στο τέλος χμ, μιας κουραστικής ημέρας!!!!

ΥΓ3: Νομίζω ότι τούτη η άσκηση με δυσκόλεψε πολύ περισσότερο και από αυτήν, με τα σχήματα λόγου και τις κοινοτοπίες. Ωστόσο ήταν εξίσου απολαυστικό το γράψιμό της, και μου θύμισε εκείνες τις «αθώες» εποχές που συμπλήρωνα σχολές Μάρκετινγκ και Οικονομικών στο μηχανογραφικό μου, με κρυφό πόθο να ενταχθώ ίσως κάποτε και σε μια διαφημιστική εταιρία, ως…κειμενογράφος…! (και μετά, βεβαίως, με ξύπνησε η Ζωή – όχι η Κωνσταντοπούλου, ευτυχώς!!) 🙂

Advertisements

Διήγημα των 20′ – Nο. 2 (σχήματα λόγου/κοινοτοπίες)

lygaria«Λυγαριά, λυγαριά, εσένα έχω στη καρδιά»

Για χρόνια του έψηνε το ψάρι στα χείλη, του έβγαζε το λάδι καθημερινά, τα φώτα του άλλαζε, αλλά εκείνος εκεί, το χαβά του. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Οι φίλοι του έλεγαν πως η τρέλα δεν πάει στα βουνά, βρήκε τον Αναστάση. Άλλοι πάλι υποστήριζαν πως κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, τόσο ταιριαστοί ήταν. Στο κάτω κάτω της γραφής, τι ρόλο έπεφτε στον καθένα; Χέστηκε η φοράδα στ’αλώνι τι έκαναν στη ζωή τους, αν δεν ταιριάζανε δεν θα συμπεθεριάζανε.

Κυλούσαν τα χρόνια και το κουτσομπολιό για τον αταίριαστο αυτό γάμο του Αναστάση και της Μαρίνας γίνηκε ιστορία χτεσινή, περσινά ξινά σταφύλια που λένε. Το νέο πια ήταν άλλο, σταφύλι ώριμο και ζουμερό, μπουμπούκι άκοπο και σαν τα κρύα τα νερά, η νεοδιορισθείσα δασκάλα του χωριού, η Λυγαριά με το όνομα και τη χάρη. Χρόνια και ζαμάνια είχε να εμφανιστεί τόσο όμορφο κορίτσι στο χωριό κι ενώ ήταν Αθηναία και κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι καπνό φουμάρει, γινόταν το μάλλε βράσε στο χωριό και τα αντρόγυνα τσακώνονταν σαν το σκύλο και τη γάτα, οι γυναίκες ζήλευαν και οι άντρες το έπαιζαν πολλά βαρείς, τσάμπα μάγκες όμως οι άμοιροι στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν το κορίτσι το λυγερό…Και τούτη η σουσουράδα, πως το ΄παθε και από όλους τον χοντρό τον Αναστάση, το σπυριάρη και τον παντρεμένο διάλεξε, τρία πουλάκια κάθονται. Ο άμοιρος…λαχείο την έκανε, κάγκελο έμεινε σαν εκείνη έκανε την επιλογή της, αλλά δεν ήξερε πως η κοπελιά δεν ήταν το ένα το καλό, αλλά μάρκα μ’έκαψες και πως τον εκμεταλλευόταν…

Γρήγορα το νέο γνωστό έγινε, το ‘μαθε κι η κουτσή Μαρία. Η Μαρίνα τα έκανε όλα φύλλο και φτερό από τα νεύρα της στο σπίτι, φώναζε πως πήρε ο κώλος του αέρα και γινόντουσαν συνέχεια μαλλιά κουβάρια…Τόσον καιρό, υποστήριζε, φάγαμε ψωμί κι αλάτι κ κείνος που το ‘παιζε τίμιος, αχ δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις, με την δασκάλα κατέληξε!!!

Ήθελε να του κάνει τα μούτρα κρέας. Και κείνος, λάδι στη ψωτιά έριχνε σαν παρφουμαριζόταν και την έκανε για το…καφενείο, όπως έλεγε. Κολοκύθια τούμπανα!!

Τον έπιασε κάποια στιγμή στα πράσα μαζί της…Και πέρα από το λάδι…του φαγε και τις ελιές, ότι χωραφάκια είχε και δεν είχε…και προχώρησε η Μαρίνα, με τη Λυγαριά την ερωμένη της, χεράκι χεράκι στο ηλιοβασίλεμα πίσω στην Αθήνα, πιο πλούσιες πια και οι δυο και ερωτευμένες… Πιασ’ το αυγό και κούρευ’ το πως γνωρίστηκαν και τι απέγινε ο Αναστάσης…Σιγά τον πολυέλαιο θα μου πεις, χιλιοειπωμένη ιστορία…

Ο Αναστάσης όμως, είπε την τελευταία του λέξη;

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά… 🙂 🙂

Vitex_agnus-castus_2a

ΥΓ1: Εννοείται πως οι φράσεις που είναι στο κείμενο με μπλε χρώμα, είναι και αυτές που μας δόθηκαν και έπρεπε να ενσωματωθούν οι περισσότερες αν όχι όλες (!!) στο 20 λεπτο γράψιμο. Τι φράσεις αυτές πρώτα τις είχαμε προτείνει/συζητήσει στο μάθημα ομαδικά και εν συνεχεία σημειώσει στα τετράδιά μας για να έχουμε όλοι τις ίδιες…

ΥΓ2: Νομίζω πως η συγγραφή του συγκεκριμένου κειμένου, και δεδομένου των φράσεων που έπρεπε να ενσωματώσει, είναι από αυτές που με διασκέδασαν περισσότερο! (και όχι μόλις μου ήρθε η κεντρική ιδέα, εντός ολίγων λεπτών, μπορώ να πως πως δεν αγχώθηκα καθόλου!) 🙂

Διήγημα των 20′ – (σκουπίδια δρόμου/ονομασίες μαγαζιών)

sweet_pea «Δυο βαρκούλες πράσινες και ένας κόκκος ρύζι»

Πέρασε έξω από το ψητοπωλείο «Το Λιβάδι». Οι μυρωδιές του ψητού κρέατος για τους θαμώνες του σαββατιάτικου απόβραδου του ξελίγωσαν το στομάχι. Ψαχούλεψε τη μια τσέπη του. Λεφτά δεν υπήρχαν, μόνο ένα χαρτάκι από τα στριφτά, που κάποτε είχε την πολυτέλεια ν’ αγοράσει, δέσποζαν στις τσέπες του. Το πόδι του σκόνταψε σ’ ένα καλαμάκι μαύρο και άραχνο, σαν το μέσα του. Θα προτιμούσε να ήταν καλαμάκι από σουβλάκι που μόλις είχε φάει.

Το χέρι του βουτά στην άλλη τσέπη. Τίποτα. Μια γόπα πιπιλισμένη με αγωνία, μια σταγόνα τελευταία νικοτίνης στο νευρικό του σύστημα. Την είχε πετάξει και ύστερα περιμαζέψει με τρυφερότητα. Ήταν το τελευταίο του τσιγάρο. Το ήξερε.

Συνέχισε το περπάτημα. Βιαστικά. Να διώξει τις έννοιες του. Μαγαζί με κλωστές, καλσόν, φερμουάρ.Στη γωνιά του ο μεταλλικός λαιμός μιας σπασμένης κρεμάστρας, ίδιο μεταλλικό ερωτηματικό. Τον κορόιδευε, ή τον ρώταγε και κείνο. «Πως βρέθηκες εδώ;» «Τι κάνεις στη ζωή σου;» Το παπούτσι του κόλλησε σε ένα παρδαλό χαρτάκι που τίναξε περπατώντας βιαστικά και απογείωσε στον αέρα. Προσγειώθηκε αλεξιπτωτικά στο πάτωμα και τον κορόιδευε με τη σειρά του: Έγραφε Kinder, και έπαιζε και τούτο με τον πόνο του. Εκείνη και τα παιδιά τους είχαν φύγει για τη Γερμανία πρόσφατα σε συγγενείς, η κρίση είχε ρημάξει την οικονομική και συναισθηματική του ζωή. Άνεργος, χωρίς παιδιά, με μόνη συντροφιά ένα χαρτάκι Kinder αντί για τα πραγματικά του, ένα ερωτηματικό κρεμάστρας και ένα καλαμάκι.

Ξαφνικά, τα αντικείμενα στο πεζοδρόμιο που έβλεπε, ένιωσε πως ήταν οι μόνοι του σύντροφοι, κι άρχισε να παρατηρεί γύρω του. Ένα περιστέρι βρώμικο πήρε από λάθος ένα τσόφλι φιστικιού για φαγητό και προσπάθησε να το τσιμπήσει. Πιο κάτω δυο παιδιά έπαιζαν μπάλα μ’ένα πατημένο πλαστικό μπουκάλι από νερό κ το ένα πετούσε κάτω το θαλασσί κουταλάκι από το παγωτό που μόλις τελείωσε. Το άλλο πρέπει να είχε πετάξει εκείνο το βρώμικο ξυλάκι, σκέφτηκε. Κάπου στη Γερμανία τα παιδιά του θα τρώγαν το δικό τους παγωτό.

Περνούσε τώρα μπροστά από τη «Νάνσυ», τη βιοτεχνία με τα γυναικεία εσώρουχα. «Ποτέ δεν θα ξαναθαυμάσω τη σιλουέτα της», αναλογίστηκε, ενώ κλωτσούσε με μίσος ένα τακούνι, βρώμικο απομεινάρι γυναικείου παπουτσιού που βρέθηκε μπροστά του. Η «μπάλα»των παιδιών έπεσε στις παρακείμενες νερατζιές και έλουσε με πράσινο για μια ακόμη φορά το βρώμικο δρόμο με τα φύλλα τους. Βαρκούλες πράσινες, που στροφάριζαν στα απόνερα του διπλανού φρεατίου ομβρίων.

Η περιοριστική ταινία της Αστυνομίας έκλεισε το δρόμο του, σαν θέλησε να στρίψει τη γωνία. Περιπολικά κι ασθενοφόρο σφύριζαν από μακρυά, ενώ βρέθηκε να κοιτά με απορία μια γυναίκα έξω από την χαρτοπαικτική λέσχη «Το 1», που έκλαιγε γοερά…

Ο δρόμος του είχε εμπόδιο για μια ακόμη φορά…Έτσι πήρε τη Σικίνου προς τα πίσω. Στόχος το σούπερμαρκετ «Βερόπουλος». Όλο και κάτι θα είχαν πετάξει στα κιβώτια σκουπιδιών, να ξεγελάσει την πείνα του. Σαν έφτασε εκεί, το μόνο πεταμένο στο έδαφος, ένα φασολάκι πράσινο, δεύτερη πράσινη βαρκούλα στα πεινασμένα του όνειρα. Σκέφτηκε την παραβολή με της σούπας με την πέτρα: «Έχω ένα φασολάκι, βάλε ένα καρότο, ξέρεις τι ωραία είναι η σούπα από φασολάκι;» Θα ήθελε ουσιαστικά να πει…:»Έχω τη μοναξιά μου, θέλεις να βάλεις κ συ κάτι να τη νοστιμίσουμε λίγο;»

Κατευθύνθηκε όλο ελπίδα προς το μίνι μάρκετ που ήταν κοντά στο «Βερόπουλο». Το Μίνι Μάρκετ Των Θεών –  «The Gods», ονομαζόταν. Έψαξε στα σκουπίδια του, κάτι να φάει δεν βρήκε. Κάτι γυάλιζε στο δρόμο, ένα κέρμα! Σκέφτηκε πως πρώτη φορά μέσα στη μέρα άνοιξε η τύχη του. Έκανε να το πάρει. Καπάκι μπύρας «Μύθος» ήταν. Τελικά. Εκεί, among the greek Gods, προσπαθούσε να live his myth in Greece. Τζίφος.

Πιο κάτω δυο σχιστομάτηδες στο μαγαζί «World Store» τσακώνονταν μεταξύ τους, ενώ έτρωγαν με ξυλάκια ρύζι από μπολάκια πλαστικά. «Παγκόσμια Οικονομία», σκέφτηκε. «Θα ζητήσω και γω σαν τον Πρωθυπουργό την κινεζική βοήθεια»- και η βαρκούλα του ξαφνικά σαν να γίνηκε άσπρη, ένας κόκκος ρύζι.

Ή ήταν οι κόρες των ματιών του, ίδιες βαρκούλες ασπρες, σε μια θάλασσα δακρύων;

5530598616_eb4d10bb27_b

ΥΓ1: Τα αντικείμενα/σκουπίδια που αναφέρονται στο κείμενο (ξυλάκι, παπούτσι, φασολάκι κλπ) ήταν πραγματικά. Τα βρήκε κάνοντας μια βόλτα στο δρόμο έξω από το εργαστήρι κατόπιν εντολής του Δασκάλου και τα έφερε στο μάθημα ένας από τους συμμαθητές μας. Το ίδιο αληθινά είναι και τα ονόματα μαγαζιών που μας δόθηκαν και είναι από τη γύρω περιοχή.
ΥΓ2: Την εποχή που γράφτηκε το κείμενο, ο Σαμαράς έκανε συζητήσεις με τους Κινέζους. Φαίνεται ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε και έτσι, κ δεδομένων των ημερών ήταν το πρώτο διήγημα που διάλεξα να αναρτήσω στο ιστολόγιο, από τα διάφορα διηγήματα που έγραψα…
ΥΓ3: Δύσκολο κάποια διηγήματα να μην τελειώσουν απότομα, σαν άκουγες την εντολή: «Τα μολύβια κάτω!» 🙂