Tag Archive | βιβλίο

Το φύλλο που δεν ήθελε να πέσει…

%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf

 

Ένα εξάμηνο πέρασε από την τελευταία μου ανάρτηση. Είχα να γράψω από την άνοιξη που μόλις ξημέρωνε και τώρα πια τελειώνει κάπου ο Σεπτέμβρης…

Όσα μεσολάβησαν πολλά. Χαρές, άγχη, θέματα υγείας που με φόβισαν, τέλος καλό όλα καλά -και σε λίγο ακόμα καλύτερα- πρώτα ο Θεός.

Και να που πριν λίγο ανοίγοντας τη σχετική σελίδα του Google και βλέποντας το όμορφο σκετσάκι με τους βράχους και τα πουλάκια για την Επίσημη Πρώτη Ημέρα του Φθινοπώρου, μου ήρθε στο μυαλό το θέμα με το οποίο θα έκανα πάλι επιστροφή στο ηλεκτρονικό Σπιτικό μου. Αυτή, που θα έσπαγε τη σιωπή που είχα και έχω τόσο καιρό μέσα μου, τους παλιότερους μήνες επιβεβλημένη κυρίως λόγω σωματικής κούρασης και θεμάτων υγείας, στη παρούσα φάση ως μεταβατική περίοδος σκέψεων, προβληματισμού, ανασυγκρότησης.

 

 

Τι λοιπόν καλύτερο, από το να γυρίσω ξανά σε μια μπλογκοσελίδα με τον τίτλο «Όνειρα Παραμυθιού» με ένα παιδικό παραμύθι! (Μην κρυβόμαστε, πάντα εκεί ανατρέχω πρώτα στα βιβλιοπωλεία, και μετά στα υπόλοιπα βιβλία.)

Και όμως, το συγκεκριμένο βιβλίο το ανακάλυψε ο καλός μου. Μοναδικό αντίτυπο, σκονισμένο, σε ένα ράφι της αυγουστιάτικης έκθεσης βιβλίου του Ξυλοκάστρου, την ώρα που εγώ έριχνα ματιές σε πιο «δημοφιλή» παιδικά βιβλία…Το εξώφυλλό του με μάγεψε! Αν και μέσα Αυγούστου, όταν το πρωτοκράτησα στα χέρια μου, τα φθινοπωρινά του χρώματα με γοήτευσαν αμέσως. Ο δε τίτλος, που μιλούσε για έναν ήρωα – ένα απλο φύλλο- που ήθελε να πάει κόντρα στο κατεστημένο, μου κίνησε αμέσως την περιέργεια.

Το παραμύθι αγοράστηκε ευθύς, καθώς ανατρέχοντας στις σελίδες του ανακάλυψα ότι είναι από αυτά τα περίεργα, σαν και αυτό που έχω γράψει εγώ, που απευθύνονται τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους, ή καλύτερα, θα επαναλάβω για μια φορά τον αγαπημένο μου Χιόνη, σε «μικρομέγαλους μικρούς και μεγαλόμικρους μεγάλους», και ειλικρινά ευχαριστώ για την ανάλυψη το έτερον ήμισυ, που τον τελευταίο καιρό μου φέρνει ή ανακαλύπτει θησαυρούς. (ο τελευταίος, από το σουπερμάρκετ ήταν το βιβλίο «Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε» του Άντονι Ντορ, χωρίς εγώ να του έχω πει κάτι για αυτό – δεν το έχω πιάσει βέβαια ακόμα, καθώς αυτή τη στιγμή διαβάζω το «Μικρό παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο» της Νίνα Γκεόρκε.)

Για να ξαναγυρίσω στο φθινοπωρινό μου παραμύθι, ο συγγραφέας του είναι ο Γιάννης Πλαχούρης, για τον οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εκδότης του η Άγκυρα, ενώ εικονογράφος η παραστατικότατη Ειρήνη Καραλέκα.

Η υπόθεση της ιστορίας του απλή, ή μήπως όχι; Έχει μπει για τα καλά το φθινόπωρο, πλησιάζει ο χειμώνας, τα φύλλα των δέντρων κιτρινίζουν και πέφτουν, όμως,σε μια λεύκα ενός κήπου ένα φυλλαράκι αρνείται πεισματικά να κάνει αυτό που του υποδεικνύουν οι άλλοι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κάνει, δηλαδή να πέσει…Εκείνο είναι τόσο δεμένο, σφιχταγγαλιασμένο με την ίδια τη Ζωή που αρνείται να την αποχωριστεί. Στην μελλοντική του απόφαση καταλυτικό ρόλο θα παίξει η Αγάπη, που θα έχει προέλθει μέσα από την παρατηρητικότητα του ίδιου του κόσμου γύρω μας, της αλληλοσύνδεσης που υπάρχει στις σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα πλάσματα τούτου του κόσμου, τελικά της Ενσυνείδησης. Η ιστορία αυτή θυμίζει τελειώνοντας κάτι από τα παραμύθια του Όσκαρ Γουάιλντ…

<…> «Το φύλλο σταμάτησε να καβγαδίζει.Όταν το προκαλούσαν με βρισιές, απέφευγε να απαντά. Έτσι του έμενε περισσότερος χρόνος-που πρώτα τον σπαταλούσε με άσκοπες φωνές και περιττές κινήσεις-να παρατηρήσει γύρω του. Υπήρχαν εκεί πολλά, που ποτέ δεν είχε προσέξει πριν.

Κοίταξε τα παγκάκια, τα άλλα φυτά, τη μικρή πέτρινη βρύση με το κεφάλι του λιονταριού,τις τραμπάλες και τις τσουλήθρες, τα γελαστά παιδιά και τις πάντα βιαστικές μανάδες, προσπαθώντας να τα δει σαν κάτι καινούργιο, για πρώτη φορά. Ο νους του άνοιξε. Τα λόγια του σπουργίτη ξαφνικά έγιναν τόσο , μα τόσο ασήμαντα. Είδε πως κάτι πιο μεγάλο τα τύλιγε όλα, τα έκανε Ένα. Άκουσε τη σιωπή που υπάρχει πάντα, ακίνητη, πίσω από τη φασαρία. Ένιωσε το κλαρί και τον μίσχο που το ένωνε. Σταλαγματιά σταλαγματιά περνούσε από εκεί ο χυμός που έφερνε τη ζωή.» <…>

<…> «Πρόσεξε θαύματα, σκέφτηκε το φύλλο. Τώρα νιώθω καλύτερα, ζεστό, δυνατό. Ο αέρας έχει μέσα του ζωή, όπως και το φως. Τροφή δεν είναι μόνο ο χυμός της λεύκας, αλλά το φως, ο αέρας, οι εικόνες που βρίσκονται δίπλα μας. Τι πρέπει εγώ να κάνω;Απλώς να κοιτάζω, να μην τα αφήνω να χάνονται. Πόσα μυστικά μαθαίνεις, όταν παρατηρείς τον κόσμο γύρω μας, σκέφτηκε.»

Σας αφήνω κάπου εδώ, μια Πέμπτη συννεφιασμένη -μετά από μια Τετάρτη όλο καταιγίδες- και σας χαρίζω μια ματιά από το παράθυρο του γραφείου και το Δέντρο μου, για το οποίο έχω μιλήσει και σε άλλα ποστς, που τις τελευταίες μέρες οργιάζει και αυτό από πεταρίσματα πουλιών, που και αυτό είναι φυλλοβόλο και σε λίγο και χάσει τον υπέροχο πράσινο μανδύα του. Αλήθεια, ξέρει κανείς να μου πει τι είδους δέντρο είναι;

20160922_124622

 

Κλείνω με τη σκέψη πως… τα δώρα εκεί έξω είναι πάρα πολλά, αρκεί να έχουμε τα μάτια μας κάθε φορά ανοιχτά για να τα δούμε. Και πως δεν πρέπει να λειτουργούμε με τα πρέπει των άλλων, της κοινωνίας ή της συνήθειας, παρά μόνο με το ένστικτό μας και να πράττουμε σαν είμαστε σίγουροι πως το επόμενό μας βήμα έχει πραγματικό Νόημα, παρατηρώντας καθημερινά τον κόσμο γύρω μας…

 

20160922_124901

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Οι διορθώσεις μου στις «Διορθώσεις» του Τζ. Φράνζεν

corrections_coverΜου πήρε πάνω από  δυο μήνες να τελειώσω αυτό το βιβλίο των 764 σελίδων (στην ελληνική του έκδοση). Μπορώ να πω ότι τα συναισθήματά μου για αυτό είναι εντελώς ανάμεικτα. Γιατί, κατά τη γνώμη μου μιλάμε για ένα αρκετά κακό βιβλίο γραμμένο ωστόσο από έναν εν δυνάμει πολύ αξιόλογο συγγραφέα. Οξύμωρο; Σίγουρα…

Η θεματική του βιβλίου αφορά στην παρουσίαση μιας δυσλειτουργικής οικογένειας και των παιδιών της κάπου στο σήμερα, λίγο πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων (κατά την διάρκεια των οποίων η μάνα θέλει σώνει και καλά να μαζευτούν ΟΛΟΙ στο πατρικό τους σπίτι σε ένα προάστιο των Μεσοδυτικών Πολιτειών). Παρακολουθούμε μέσω παρελθοντικών αναφορών και αρκετά χρονικά άλματα από δω κι απο κει την εξέλιξη τόσο στο γάμο του ζευγαριού, όσο και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των επιταγών που αυτός προσδίδει στη καθημερινότητά των τριών διαφορετικών μεταξύ τους παιδιών, Γκάρυ, Τσιπ και Ντενίς.

Αγόρασα αυτό το βιβλίο μην έχοντας καμία πληροφορία για το συγγραφέα του -δεν είχα καν δει δει την κολακευτική εικόνα του ίδιου τα συγγραφικά persol γυαλιά του και το σέξυ intellectuel  ύφος του-, παρά μοναδικό κίνητρο τις διθυραμβικές για αυτό κριτικές και τα άπειρα βραβεία με τα οποία τιμήθηκε, μεταξύ των οποίων και το Εθνικό της Αμερικής. Θετικό μου φάνηκε επίσης ότι μιλούσαν για αυτό με άπειρο ενθουσιασμό πολλοί Έλληνες μπλόγκερς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Για τον παραπάνω λόγο, και όταν πια είχα φτάσει στη σελίδα 180, χωρίς να καταλαβαίνω πια που θέλει να το πάει ο συγγραφέας, έχοντας βαρεθεί με τις άπειρες λεπτομέρειες και την μακροσκελή του πρόζα για άσχετα πράγματα, άρχισα να βαριέμαι και έκανα την πρώτη παύση. Δεν μπορεί, κάτι εγώ κάνω λάθος, σκέφτηκα. Και έτσι, λίγο αργότερα ξανάρχισα την ανάγνωση…Κλείνοντας χτες την τελευταία του σελίδα, και κάνοντας πλέον μια βουτιά στο goodreads συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι η μόνη που τελειώνει με ένα μεγάλο παράπονο το εν λόγω βιβλίο και που έχει πολλές αρνητικές (αλλά οκ και θετικές) πλευρές του να σχολιάσει. Εντυπωσιακό πως κάποιες γυναίκες αναγνώστριες στο goodreads είναι πιο επιεικείς από τους άντρες, πράγμα για μένα καθόλου τυχαίο… 😉

Ξεκινώ με τα συν:

Μου άρεσε πολύ το αλληγορικό κομμάτι της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους ανθρώπινους Λαμπερτ (επίθετο της οικογένειας) και του κίτρινου λονταριού Ασλαν (σε μια «μάχη» τύπου…lamb versus lion) – οι αναγνώστες του βιβλίου καταλαβαίνουν τι εννοώ. Γενικά το βιβλίο πραγματεύεται ανάμεσα στα άλλα το ανθρώπινο ζήτημα των διαφορετικών νοοτροποιών, των συνηθειών, της ατομικότητας του καθένα μας και του κατά πόσο η ιατρική θα έπρεπε ή όχι να επεμβαίνει στο να αλλάξει κάτι τόσο ανθρώπινο και φυσικό…

Με θετική ματιά ανακάλυψα ότι κριτικάρονται έννοιες και συστήματα όπως ο καπιταλισμός και αντίστοιχα ο κομμουνισμός, πως τίθονται επίσης δύσκολα ερωτήματα περί βιοηθικής. Πως αναλύεται η προσποίηση και η προσπάθεια καταπίεσης και επιβολής τους ενός στον άλλο μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις,όπως και ο αμερικανικός πουριτανισμός ή η δύσκολη εικόνα των γηρατειών.

φρ

Μου άρεσαν οι αιχμές που αφήνονται για το πως μια πρωτίστως δύσκολη σχέση μεταξύ των γονιών μπορεί να επηρεάσει τα παιδιά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους με τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα για τον καθένα. Ο άμεμπτος -σε βαθμό ωστόσο μυγιάγγιχτου- καταθλιπτικός -πλην όμως πετυχημένος ως εικόνα προς τα έξω Γκάρι- έχει παρεμφερείς βάσεις με τη καταθλιπτική, μπερδεμένη σεξουαλικά και workaholic Ντενίζ και τον καταθλιπτικό -τα έχω κάνει παντού θάλασσα- και σεξομανή Τσιπ. Η έννοια της κατάθλιψης είτε υπονοείται είτε υπάρχει έκδηλη παντού. Η μιζέρια και η δυσφορία χαρακτηρίζει στη ψυχή τους τόσο τα τρία παιδιά, όσο και τους γονείς ξεχωριστά. Όλοι, και οι πέντε ήρωες προσπαθούν να ξεφύγουν από κάτι, που τελικά δεν είναι παρά ο ίδιος ο εαυτός τους και οι επιλογές που έχουν κάνει.

Στα συν και οι άπειρες γνώσεις του συγγραφέα για διάφορα ιατρικά, οικονομικά ή εθνικά ζητήματα, όπως και τα ψιχουλάκια προς τους αναγνώστες (πέρα από το lamp-ert versus lion) τα ονόματα διάσημων συγγραφέων που ενσωματώνονται στο βιβλίο τυχαία ως τοπωνύμια, επίθετα ηρώων κτλ.

Επιπλέον,όταν ο συγγραφέας αφήνεται ελεύθερος, κάποιες επιλογές λέξεων και φράσεων είναι πραγματικά καλές, δείγμα μιας ιδιοφυούς πένας. Αν μάλιστα διαβάσει κανείς το βιβλίο στα Αγγλικά (που το συνιστώ) θα  είχε μια ακόμα καλύτερη εικόνα της συγγραφικής δυνότητας του Φράνζεν.

Μου άρεσε ακόμη η παρουσίαση του χαρακτήρα της Ντενίζ και λίγο λιγότερο αυτή του Αλφρεντ, καθώς είναι οι μόνοι πραγματικά τρισδιάστατοι χαρακτήρες.

Αν και θα είμαι μάλλον η μόνη -ακόμα και ανάμεσα στους φανατικούς υποστηρικτές αυτού του βιβλίου!- μου άρεσαν επίσης οι σοκαριστικές εικόνες που παραστατικά έδιναν την καταθλιπτική και ζοφερή πραγματικότητα της τρέλας του Άλφρεντ, καθώς συνομιλούσε με τους μαύρους αυτούς ήρωες του κορμιού και της φαντασίας του…Καθώς και το ότι ο συγγραφέας εκεί έπαιζε μαζί μας και πολλές φορές δεν ήξερες τι είναι πραγματικό ή όχι. Μου άρεσε το Δείπνο της Εκδίκησης και ο μικρός Τσιπ κοιμισμένος πάνω στο τραπέζι.

kid

Και πάμε στα

Πλην:

Σελίδες, σελίδες, σελίδες. Σελίδες επί σελίδων χωρίς πραγματικό, υπαρκτό νόημα. ‘Απειρη προζα, έλλειψη διαλόγου. Ανάλυση χωρίς νόημα καταστάσεων και δευτερευουσών ηρώων που τους ξεχνούσες στο λεπτό. Αναλύσεις απείρου κάλλους για το πως λειτουργούσε μια πρώην τοπική σιδηροδρομική εταιρεία στις Μεσοδυτικές πολιτείες ή πως λειτουργούν οι ορμόνες στο σώμα μας.

Είναι τόσο περίεργο, αλλά παρά τον όγκο των τόσων σελίδων, οι τρεις τουλάχιστον από τους πέντε βασικούς ήρωες είναι παντελώς μονοδιάστατοι, σχεδόν καρικατούρες που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς οι παρελθοντικές αναφορές να διεισδύουν στις πραγματικές πτυχές του χαρακτήρα και της διαμόρφωσή του κατά τη διάρκεια των χρόνων. Λατρεύω τις ταινίες και τα βιβλία που πραγματεύονται την διακύμανση και ανάλυση των χαρακτήρων των ηρώων, αλλά πως γίνεται και σε μια έκταση της τάξης των 764 σελίδων, αυτά που μας δόθηκαν (με εξαίρεση τη Ντενίζ) να είναι ψίχουλα;

Δεν υπάρχει πραγματική δράση. Αμφιβάλλω αν υπάρχει και πραγματικό νόημα στην όλη συγγραφή του βιβλίου. Με εξαίρεση τις σκηνές στη Λιθουανία (για δράση που λέγαμε) (όπου η έκβαση της περιπέτειας στο τέλος και του έγκαιρα φτασμένου πια στο πατρικό σπίτι Τσιπ θυμίζει κάτι από James Bond – ίσως εξεπίτηδες;) και τη σκηνή στο κρουαζιερόπλοιο – αντε και λίγο προς το τέλος του βιβλίου -δηλαδή ένα σύνολο 30 σελίδων;- ψάχνει κανείς να βρει πλοκή και δράση, πέρα από άνευρες, επίπεδες περιγραφές…

Το τέλος του βιβλίου, σε σχέση με αυτό που έχει προηγηθεί, επίσης τρομερά απογοητευτικό: Σε μερικές μόνο σελίδες ξαφνικά εξελίσσονται πολύ βολικά όλα, ενώ υποτίθεται ότι κάποιοι από τους ήρωες μετά από μια ανύπαρκτη κάθαρση πάνε ένα βήμα παραπάνω τη ζωή και το χαρακτήρα τους. Ακυρο, άκυρο, άκυρο και η μεγαλύτερη απογοήτευση μου για το βιβλίο. Κάτι, που ακόμα και ο πιο φανατικός αναγνώστης του, αποκλείεται να το αμφισβητήσει. Είναι σαν ο Φράνζεν κάποια στιγμή να κουράστηκε με τη συγγραφή του, να είχε βάλει πάνω στο τραπέζι όλα τα απωθημένα και τις σκέψεις του και να είπε: ουπς, μεγάλη έκταση πήρε το κείμενο, κάτσε τώρα να κάνω ένα σύντομο wrap up και να δώσω ένα (επιπλέον ανύπαρκτο) closure.

Δεν γίνεται αναφορά σε πραγματικά προβλήματα για να δικαιολογείται τέτοια μιζέρια ψυχής. Ούτε πραγματική φτώχεια διέπει τους ήρωες, ούτε σεισμοί και καταποντισμοί κλονίζουν τη ζωή τους. Επίσης η μαύρη φυλή είναι σχεδόν ανύπαρκτη στο βιβλίο.

Ο αναγνώστης, είτε κατά βούληση του ίδιου του συγγραφέα, είτε λόγω λάθους του, δεν μπορώ να καταλάβω ειλικρινά, νιώθει να έχει πολύ τον ίδιο το συγγραφέα πάνω από το κεφάλι του, και έτσι δεν μπορεί να βυθιστεί στο κείμενο. Και αυτό διότι εκνευρίζεται με την αυταρέσκεια που πολλές φορές τον διακρίνει στις περιγραφές άσχετων θεμάτων με δημοσιογραφική λεπτομέρεια, ή δεν παύει ποτέ να τον ανακαλύπτει στις posh πλευρές του επιτυχημένου Γκάρυ, στις αποτυχημένες ροκ, avant gard επιλογές του Τσιπ (που συνέχεια μας επαναλαμβάνει πόσους ξένους συγγραφείς και επιφανείς δημιουργούς έχει αναγνώσει), στην δουλευταρού Ντενίζ. Υπάρχει τόσο αυτοβιογραφικό στοιχείο εκεί μέσα, που δεν δύνασαι να το αγνοήσεις.

Το βιβλίο έχει αναφορές λένε από τον Ντε Λίλο και το Connections (προσωπικά δεν το έχω διαβασει, αν το είχα, ίσως κατανοούσα το συγκεκριμένο του Φράνζεν περισσότερο) και έχει συγκριθεί με τους Μπούντενμπρουκς του Μανν, που για μένα συνιστά απλά μια εντελώς παράλογη σύγκριση.Για την σύγκριση με τον Τολστοι, απλά δεν έχω λόγια.

buddenbrooks

Ωστόσο, δεν μπορείς να το θάψεις τελικά αυτό το βιβλίο. Θα ήθελες αντί για 764 να είχε γύρω στις 300-400, όχι για να μην κουράζεσαι, απλά γιατί κάποιες λεπτομέρειες είναι αφόρητα περιττές, ακόμα και για τον μέσο Αμερικανό. Γιατί επίσης, καθώς χάνεσαι μέσα σε αυτές τις γελοίες και ανούσιες περιγραφές, έχεις ξεχάσει σημαντικές λεπτομέρειες για τον χαρακτήρα και τις πράξεις των ηρώων. Αλλά τελικά, αυτοί οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, αν και μονοδιάστατα  πλασμένοι, σε κερδίζουν. Ίσως ακριβώς γιατί δεν σου δίνονται στο πιάτο όλα φόρα παρτίδα, παρά σε αφήνουν να τους ανακαλύψεις, και να σκεφτείς εσύ τι θα ήθελες να διορθώσεις πάνω τους. Ίσως πάλι ο λόγος που στο τέλος αν και το βιβλίο ενώ σε έχει κουράσει δεν σε αφήνει παντελώς αδιάφορο, να είναι αυτή η ανθρωπιά του, η κατάρρευση του αμερικανικού ονείρου, η διάψευση της αγίας και ευτυχισμένης οικογένειας, που η προσπάθεια δημιουργίας της και τήρησης των κανόνων και εικόνων προς τα έξω καταπιέζει κάθε μέλος της, που απλά διψά για ελευθερία και ζύμωση του δικού του ατομικού χαρακτήρα…

midwest house

Κλείνω αυτή την υπερβολικά φλύαρη κριτική με ένα βίντεο, που πρώτη φορά είδα χτες ως διαφήμιση, και είναι να τρελαίνεται κανείς με τούτη σύμπτωση, λίγο πριν υποβάλλω την ανάρτηση αυτή στο ιστολόγιό μου…

Και βέβαια περιμένω τα δικά σας σχόλια και τις δικές σας «διορθώσεις» στην κριτική μου, από όσους από εσάς έχετε διαβάσει το βιβλίο αυτό. Για όσους προτίθενται να το κάνουν, δεν τους αποθαρρύνω (αν και σίγουρα δεν είναι ανάγνωσμα παραλίας), απλά τους συνιστώ άάάάπλετη υπομονή και αν μπορούν να διαβάσουν την αγγλική έκδοση!

(είμαι σίγουρη ότι οι έχοντες διαβάσει το βιβλίο, μειδιούν τούτη τη στιγμή)

ΥΓ: This wasn’t my last from Franzen. Έτσι από περιέργεια, θέλω να διαβάσω και την «Ελευθερία» για να διαπιστώσω τι τελικά νιώθω για τούτο το σύγγραφέα (σίγουρα πάντως όχι να του δώσω μέχρι στιγμής το National Book Award…)

Η σιωπή του ποταμού

Τη Μαρία Χίου τη γνώρισα για λίγες μόλις ώρες, ως βραβευθείσα διπλανή μου στην αίθουσα Αντώνης Τρίτσης του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, στον 30 ο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

Οι συντελεστές είχαν παρακαλέσει αυτούς που θα βραβεύονταν να καθήσουν χωριστά από τους συγγενείς τους, στις πρώτες πρώτες θέσεις για να…παραλαμβάνουν τα βραβεία τους ευκολότερα! Έτσι, οι πιο ερασιτέχνες ανάμεσά μας, καθόμασταν με αμηχανία και συγκινησιακή προσμονή για την αναγγελία του ονόματός μας…

Στα λίγα λεπτά που μου συστήθηκε, γνώρισα μια κοπέλα όμορφη, γλυκιά και μάλλον χαμηλών τόνων. Είχε έρθει μαζί με τα δυο της παιδιά και τον άντρα της στην εκδήλωση λόγω ενός μυθιστορήματος που είχε γράψει και το οποίο πήρε από την ΠΕΛ το β’ βραβείο. Σύντομα, όπως μου είπε, θα εκδίδετο και από τον Μίνωα…

Δεν ξέρω αν με εντυπωσίασε η ισορροπία και η γαλήνη στην αύρα που απέπνεε, όσο αυτό που μου είπε όταν τη ρώτησα τι πραγματεύεται το βιβλίο της. «Είναι  βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσουν τα παιδιά μου»,παραδέχτηκε. «Μιλά για το πως τα λάθη των γονιών μπορούν να επηρεάσουν τις επόμενες γενιές…»

Τη στιγμή εκείνη, ήξερα πως ήθελα να το διαβάσω. Έτσι,το περίμενα ένα χρόνο τώρα…

Βλέπετε, ήταν Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου του 2012 τότε. Μια όμορφη Κυριακή , γεμάτη ήλιο και φως. Ή τουλάχιστον έτσι ξεκίνησε. Θυμάμαι τα λουλούδια, τα χαμόγελα τόσο των συντελεστών, όσο και εκείνων που βραβεύονταν, τα άτομα που είχαν κάνει ταξίδι από το εξωτερικό για να παραλάβουν μοναχά ένα βραβείο, άτομα της διπλανής πόρτας, ανάμεσά μας, που παρά την οικονομική κρίση, συνέχιζαν να γράφουν, να ονειρεύονται και να αποτυπώνουν τους προβληματισμούς και τα όνειρά τους σε ποιήματα, διηγήματα και παραμύθια. Ζούσαμε για λίγο σε έναν άλλο κόσμο, μια Κυριακή όμορφη σαν Κυριακάτικο τραπέζι με μια μεγάλη οικογένεια…

Λίγες ώρες αργότερα, βράδιαζε απότομα. Δεν έφταιγε η μικρή νύχτα του Φλεβάρη. Ήταν οι καπνοί από την Eurobank, τον κινηματογράφο Αττικόν και τα Starbucks που καρβούνιαζαν λίγο παραπέρα. Η ψήφιση του Β’ Μνημονίου ήταν γεγονός και η καρδιά του κόσμου μάυρη σαν τις στάχτες που άρχισαν να πετάγονται δεξιά κι αριστερά…

Ας είναι…Εύχομαι σε όλους τους γράφοντες να επιμένουν στα δύσκολα με έμπνευση από το κάθε τι  και με την κατά δύναμη μεγαλύτερη αισιοδοξία …

Μαρία μου, το βιβλίο σου είναι ήδη στο κομοδίνο μου, ανυπομονώ να γνωρίσω καλύτερα τη Φιλιώ σου. Είναι μια εποχή που έχουμε ανάγκη να φιλιώσουμε με τόσα πράγματα έξω και μέσα μας άλλωστε…Είθε η σιωπή του ποταμού να μας κάνει να σιωπούμε όταν αυτό είναι χρυσός, και να κραυγάζουμε με όλο μας το είναι όταν πραγματικά πρέπει.

Εύχομαι καλοτάξιδο το πρώτο σου βιβλίο και θα επανέλθω με λεπτομέρειες για την κριτική του…

Ως τότε καλά ταξίδια με το γράψιμό σου και ας προσπαθούμε όλοι να ταίζουμε λιγότερο τις αλεπούδες που κατατρώνε τη ζωή μας…

Πετώ ψηλά το χαρταετό της αγάπης μου…

37891_1296048694430_1626739794_617851_517588_nΓια τον εαυτό μου και τα πράγματα τριγύρω. Την ειρήνη που χρειάζομαι. Μέσα και απ’έξω μου. Για να έχω μοναδικό κουβάρι μπλεγμένο στη ζωή μου την καλούμπα του χαρταετού. Και να ξέρω ότι θα θέλω συνέχεια να αμολάω σχοινί.Χρόνο με τον χρόνο, όλο και πιο μακρυά.  Χρόνο με το χρόνο όλο και πιο ψηλά. Με στόχο κάποια στιγμή να φτάσω τον ουρανό…

«Ο χρόνος επηρρεάζει με πολλούς τρόπους τον άνθρωπο, αλλά φοβάται μόνο ένα πράγμα.

Δεν τολμάει να αγγίξει την αγάπη που είναι απλή και αληθινή.

Την κάνει να ανθίζει περισσότερο, όχι λιγότερο…»

Prem Rawat

Καλό τριήμερο και Καλή Σαρακοστή σε όλους!

H παραπάνω ζωγραφιά είναι της ταλαντούχου ζωγράφου Στεφανίας Βελδεμίρη από την εικονογράφηση του παραμυθιού «Το Κίτρινο Παραμύθι» του Κώστα Στοφόρου τους οποίους και «ανακάλυψα» πέρυσι κατά την περίηγησή μου στο διαδίκτυο. Τόσο ο πρώτος με τις λέξεις του, όσο και οι δεύτερη με τις ζωγραφιές της σε ταξιδεύουν σε δρόμους πραγματικά μαγικούς…Ονειρεύομαι  κάποια στιγμή ένα παιδικό δωμάτιο ζωγραφισμένο από τα χεράκια της Στεφανίας… 🙂

Αντίδοτο στη κρίση 3: Οριζόντιο ύψος. Η θέα είναι εξίσου όμορφη ακόμα και αν είσαι αγριάδα

kyparissi & agriadaΤσοχατζόπουλος, Αφοί Ψωμιάδη, Παπαγεωργόπουλος κλπ.

Τον τελευταίο καιρό πολλά ονόματα  από το χώρο της πολιτικής, με πολιτική αλλά όχι όραμα, αυτή την πολιτική του εύκολου κέρδους, της απάτης και της εκμετάλλευσης, απασχολούν τη δικαιοσύνη και την κοινή γνώμη.  Ορισμένοι μάλιστα, πρότυπα της γενιάς του Πολυτεχνείου κατά το παρελθόν, αφήνουν στο στόμα της συγκεκριμένης γενιάς, που λιθοβολείται συνεχώς για  τη σύμπραξή της στην άθλια οικονομία και την πολιτική εικόνα του σήμερα, μια εξτρά πικρή γεύση, ως είδωλα ψεύτικα, που τόσο εύκολα γκρεμίζονται,όσο εύκολα και ελπιδοφόρα είχε πιστέψει ο κόσμος κάποτε σε αυτά.

Για να γκρεμιστείς όμως, πρέπει να έχεις χτιστεί πολύ γρήγορα. Η’ να έχεις χρησιμοποιήσει σαθρά υλικά. Η’ να μην έχεις γερές βάσεις. Η να μην έχεις υπολογίσει τις συνθήκες ή τους ανθρώπους γύρω σου. Η’ κι όλα αυτά μαζί.

Κάθε σωστό οικοδόμημα προϋποθέτει ξάστερο οικόπεδο ψυχής. Δοκαρια σιδερένιας θέλησης. Τούβλα που βαδίζουν πλάι πλάι και τα ενώνει μπετονένια θέληση και αλληλοϋποστήριξη.Τούβλα που το καθένα μπαίνει στη θέση του και σιγά σιγά…Και που στη συνέχεια, όλα μαζί συγκρατούν το οικοδόμημα…

Όταν ανεβαίνεις απότομα, χάνεις γρήγορα οξυγόνο. Δεν προλαβαίνει ο οργανισμός σου να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Πετάς στα σύννεφα και το μυαλό σου μεθά από την περίσσεια στο διοξείδιο του άνθρακα. Νιώθεις για λίγο Θεός εκεί ψηλά. Δε σε νοιάζει τι γίνεται γύρω σου. Αρκεί που είσαι εσύ εκεί πάνω, μόνος σου. Είσαι Θεός. Αλλά δεν είσαι. Γιατί ξαφνικά πέφτει ο κεραυνός και συ πέφτεις από το βάθρο σου, μαζί με τα σαθρά σου υλικά σου που στάχτη γίνονται, καθώς καίγεσαι.

Και πρέπει τότε να ξαναθυμηθείς. Αυτό που λέμε συνείδηση. Αλληλεγγύη. Ενότητα. Να ξαναπροσπαθήσεις  να χτίσεις, αλλά με συναίσθηση του περιβάλλοντος σου. Να αγκαλιάσεις τους γύρω σου, και να γίνετε έτσι μια μικρή, χαμηλή αγκαλιά που λαχταρά να πάει μακρυά, και να δει ότι κρυφοκοίταξε κανείς γρήγορα και μόνος του από ψηλά…Γιατί εκείνη, δεν θα έχει καταβροχθίσει ύψος, δεν θα έχει στερήσει το οξυγόνο κάποιου άλλου, αλλά θα έχει γυμνάσει τα πόδια της με χιλιόμετρα εμπειρίας, αφοσίωσης, ελπίδας, ανθρωπισμού.Έτσι ώστε να τους σηκώσει ΟΛΟΥΣ, αυτή τη μεγάλη αγκαλιά, κάποια στιγμή, λίγο ψηλότερα πάνω στα γυμνασμένα της πόδια…

Το παραμύθι που ακολουθεί, είναι του Αργύρη Χιόνη από το ομότιτλο βιβλίο του «Το οριζόντιο ύψος» (εκδόσεις Κίχλη). Η φύση, δια στόματος Χιόνη,  μιλά με τον καλύτερο τρόπο  για τη φύση του ανθρώπου και θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή να μοιραστώ το συγκεκριμένο παραμύθι μαζί σας…Δυστυχώς πάνω που γνώρισα τον υπέροχο αυτό ποιητή και παραμυθά, η ζωή επέλεξε να μας τον στερήσει. Σκοπεύω όμως σύντομα ένα ταξιδάκι στο Θροφαρί, όπου είχε αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια, μια και είναι τόσο κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου…

Το οριζόντιο ύψος

Μια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ’ ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της. Το κυπαρίσσι που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης:
«Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και αν θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν.


Ωστόσο ευελπιστώ ή μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η
βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια».


Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ’ τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ’ ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και την Ακαλαλούμπα, χώρα ακόμη πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα. Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό της πεδίο όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλαλούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ’ ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του ‘κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε. Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι που-πώς να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.
Μέσα απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλαλούμπα. Κανένας όμως δε χόρευε εκεί τη ρούμπα. Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες.
Έτσι ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε δυο μέρες αργότερα, λίγο πιο κει, μέσα απ’ το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας. «Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!» ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε καλωσόρισες, γειτόνισσα», άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια ακριβώς λόγια, να την καλωσορίζει, δηλαδή, με τη φωνή της, το ίδιο έγινε ακριβώς, άλλες δυο τρεις μέρες αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι. Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήταν. Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για πιο πέρα δεν μπορώ να πω∙
Τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές που ακολούθησαν πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στην Ακαλαλούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο І:Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.


Επιμύθιο ІІ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλαλούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

Αντίδοτο στη κρίση: Μια εικόνα και ένα παραμύθι με λέξεις ξεχασμένες…

ksexasmenes lekseis

Αντίδοτο στη κρίση: Μια εικόνα και ένα παραμύθι με λέξεις ξεχασμένες…

Είναι κάτι στιγμές μαγικές που η μία φέρνει την άλλη, και γίνονται πράγματα μικρά, του Θεού, ξεχασμένα συναισθήματα και θύμησες παιδικές πλέκονται μεταξύ τους, και γνώσεις και ζωγραφιές, και φτιάχνουν όλες μαζί ένα όμορφο στεφάνι, λουλουδένιο, της καρδιάς, που το κρεμάς έξω στης ψυχής σου την αυλή. Και κάνει αυτό το στεφάνι την κρίση μέσα σου-και τη γνωστή μας κρίση εκεί έξω- λίγο μικρότερη. Και τη θέση για τον εαυτό σου, τα πράγματα, τους γύρω σου και τον χώρο/τη χώρα όπου ζεις και αναπνέεις, λίγο πιο σταθερή, λίγο πιο υποφερτή λίγο πιο βελούδινη, μακρυά από την τραχιά και επίπεδη καθημερινότητα…

Το δικό μου αυτό γαϊτανάκι, ξεκίνησε το προηγούμενο Σάββατο γύρω στις 6 το απόγευμα. Βρέθηκα στην Νέα Ερυθραία, να χαζεύω την βιτρίνα γνωστού βιβλιοπωλείου. Άνοιξε εκεί πρόσφατα νέο και πολύ αξιόλογο υποκατάστημα. Και ενώ ήταν περασμένες 6 και έκλεινε,  δεν μας αρνήθηκαν ωστόσο μια μικρή ολιγόλεπτη βουτιά στο μαγικό κόσμο των νεοεκδοθέντων τίτλων… Έτσι λοιπόν μπήκαμε και κατέβηκα στο υπόγειο, αφού αναζητούσα ένα συγκεκριμένο βιβλίο παιδικό. Πραγματικά εντυπωσιάστηκα με το πλήθος εκείνων που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους και μάλιστα εν μέσω χαλεπών από όλες τις απόψεις καιρών.

Το πήρα, αλλά συνέχισα να χαζεύω εκστασιασμένη τα παιδικά εξώφυλλα, νιώθωντας να κάνω σκανταλιά, αφού καθόλου χρόνο δεν είχαμε και καταχρόμασταν απολαυστικά  την ευγένεια των υπευθύνων, όταν κάπου εκεί και ενώ ήμουν απορροφημένη από ποικιλία και χρώματα, ξαφνικά ο άντρας μου με τράβηξε από το μανίκι:

– Κοίτα τι υπέροχο εξώφυλλο!Ιδιαίτερα για παιδικό παραμύθι!!, μου είπε κρατώντας στα χέρια του ένα μικρό βιβλίο. Είχε σκληρό εξώφυλλο, ωστόσο σε μέγεθος ήταν μικρότερο από αυτό που έχουν συνήθως τα  «κανονικά» παραμύθια για παιδιά, ενώ αριθμούσε περίπου 70 σελίδες).

Μου τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον.Δεν ήταν μόνο το μέγεθος και το σκληρό εξώφυλλο. Στη ματιά του, βρέθηκα να με χαϊδεύει η εικόνα μιας Ελληνίδας μαυροφορεμένης γιαγιάς με την εγγονή της και ένα γάτο γκρι παρέα πάνω σε ένα κλαράκι ελιάς. Και ύστερα, τριγύρω πουλιά, αστεράκια, φέτες καρπούζι και ανεμώνες, και ένα πληκτρολόγιο, σαν και τούτο στο οποίο γράφω τώρα, και μια λέξη με γράμματα κόκκινα, MELLON…

Είχε τίτλο «Το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξεις».

Χρόνο να το επεξεργαστώ δεν είχα, είχα μάλιστα ήδη βρει το βιβλίο που έψαχνα και έκανα να φύγω. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να δώσω ξανά ραντεβού στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου με τα παραμύθια, για να διαλέξω ένα ακόμα, ίσως αυτό, μια άλλη φορά όμως με αρωγό…τον απαραίτητο χρόνο και την ανάλογη διάθεση.

Έκανα να το αφήσω…Δίσταζα.

Βλεπετε, μου ‘χε χαρίσει κάτι αυτό το βιβλίο, πριν καν το διαβάσω:

Mια ποιότητα,  ένα συναίσθημα διαφορετικό. Το μέγεθός του, η γραμματοσειρά, το εξώφυλλο και οι εικόνες που μίλησαν μέσα μου μόλις το ξεφύλλισα μαζί με τα χρώματα, τις φιγούρες, τα σκίτσα.

Ναι, αυτό ήταν, μου μίλησε. Μου μιλούσε ήδη.

«Μιλώ για λέξεις ξεχασμένες μου είπε, αλλά εσύ δεν θα με ξεχάσεις…», μου έδωσε ξαφνικά υπόσχεση και ύστερα έκανε βουτιά στη τσάντα με τα ψώνια μου.

Το διάβασα ήδη δυο φορές μέσα στη βδομάδα που πέρασε  και λίγο καιρό αργότερα, θα το διαβάσω και τρίτη. Είναι από τα ξεχωριστά βιβλία, που κάθε φορά που χάνεσαι μέσα τους, ανακαλύπτεις πάντα και κάτι διαφορετικό.

Έτσι, στη πρώτη ανάγνωση αναζήτησα στις σελίδες του το τέλος και μήνυμα της ιστορίας. Στη δεύτερη ωστόσο χτένισα  με προσοχή  τον μεστό, ταυτόχρονα παιδικά οικείο λόγο της συγγραφέως  Ιφιγένειας Μαστρογιάννη.Τις ιδιαίτερες λέξεις της ηπειρώτικης τοπολαλιάς που δεν γνώριζα και που τόσο όμορφα συνθέτουν την ποικιλία της ελληνικής μας γλώσσας..Άφησα τον ευατό μου να παρασυρθεί από την ρομαντική χροιά του παραμυθιού, το πράσινο των περιγραφών του, τις μυρωδιές από τα άνθη του και τις αγκαλιές της ανιδιοτελούς του αγάπης.

Βρέθηκα να ψάχνω για το ποιός ήταν ο Δονάτος στη πραγματικότητα, που βρίσκεται η Καμαρίνα, ποιά πορεία ακολουθεί ο Αχέροντας ποταμός…Και τελικά συνειδητοποιήσα πως για να φτιάξεις ή να πεις τα πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο, αρκούν μερικές ξεχασμένες λέξεις, μερικές ξεχασμένες εικόνες, ένα ιστορικό πέπλο που έρχεται από μακρυά και μας υπενθυμίζει ποια είναι η θέση μας σε αυτό το σύμπαν και σε τούτη δα τη μικρη, μα τόσο προικισμένη χώρα. Πράγματα που είχαμε βάλει στην άκρη του μυαλού μας και τώρα, εν καιρώ κρίσης, περισσότερο από ποτέ έχουμε ανάγκη να τα επαναφέρουμε στη σκέψη μας…

Το παρόν παραμύθι απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους. Θα το συνιστούσα ωστόσο σε όποιον στη δύσκολη αυτή εποχή θα θελε να αναζητήσει στις σελίδες του λησμονημένες έννοιες όπως η παράδοση, η αγάπη, ένα κομμάτι της ιστορίας μας , αλλά  συνάμμα την καλοσύνη -καθώς και το ήθος- της παραδοσιακής Ελληνίδας γιαγιάς, που θα έκανε τα πάντα για να χαμογελάσουν τα μικρά της εγγόνια και να υπάρχει ισορροπία μέσα στην οικογένεια…

Το βιβλιαράκι αυτό είναι επίσης εικονογραφημένο από μια εξαιρετική εικονογράφο/ζωγράφο, τη Φωτεινή Στεφανίδη, με πολλές διακρίσεις και βραβεία τόσο στην πατρίδα μας όσο και στο εξωτερικό. Η ποιότητα του πινέλου της εικόνας της, τόσο παιδική, αλλά με μια ενηλικη αισθητική ταυτόχρονα, ήταν ο πρωταρχικός λόγος για να ξεχωρίσω το βιβλίο.

Όμως, όπως προείπα, υπάρχουν κάτι στιγμές μαγικές, με πράγματα μικρά, αλλά μεγάλα ταυτόχρονα, και έτσι το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξειςμου προσέφερε ένα δώρο ακόμα ( κατά την αναζήτηση της εικονογράφου του στο διαδίκτυο): Με γύρισε περίπου 25 χρόνια πίσω, σε θύμησες γλυκιές, γεμάτες και πάλι ιστορια, γνώση αλλά και έτερες εικόνες απαράμιλλης αισθητικής. Βλέπετε, η θεία μου, μια εξαιρετική εκπαιδευτικός, μου χάριζε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα και από ένα βιβλίο της σειράς Ελληνική Μυθολογία των αδελφών Στεφανίδη βιβλία εικονογραφημένα εξαιρετικά από τον Γιάννη Στεφανίδη και πατέρα της Φωτεινής…

Είναι λοιπόν απίστευτο, πως σε μια εποχή που το χρειαζόμουν τόσο πολύ, ένα μικρό βιβλίο, ένα παραμυθάκι για παιδιά, μέσα από τις μόλις 70 σελίδες του, μου χάρισε τόσα πολλά. Μου θύμισε τι είναι πραγματικά σημαντικό, όταν έχουμε κρίση. Μέσα και απ’έξω μας.

Οι ξεχασμένες λέξεις και μια εικόνα για το ποιοι πραγματικά (θέλουμε να) είμαστε.

Ας κάνουμε λοιπόν μια βουτιά στο παρελθόν και στην αγκαλιά της Ελληνίδας γιαγιάς…

Το κορίτσι που πενθούσε

‘Ολοι λίγο πολύ έχουμε χάσει κάποιον δικό μας άνθρωπο στη ζωή, η απώλεια του οποίου κι άφησε μέσα μας ένα ανυπολόγιστο κενό…

Πριν λίγο καιρό και ενώ τα τραύματα από το χαμό ενός πολύ δικού μου προσώπου ήταν ακόμα νωπά, με βοήθησε πολύ η ανάγνωση του παραμυθιού της Λιλής Λαμπρέλλη «Το κορίτσι που πενθούσε» που έπεσε στα χέρια μου μέσα από το το μαγιάτικο τεύχος της εφημερίδας Taλκ και για αυτό θέλησα παρακάτω να το μοιραστώ μαζί σας:

«Ηταν μια φορά μια γυναίκα που ζούσε με τη μοναχοκόρη της σ’ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη ενός χωριού.Μια μέρα, το κορίτσι είχε μείνει στο σπίτι να παλεύει με τη λάτρα, ενώ η μάνα δούλευε έξω στα χωράφια. Έξαφνα, έπιασε καλοκαιρινή καταιγίδα και αυτή έτρεξε κάτω από ένα δέντρο να προφυλαχτεί, κι εκεί σαν πύρινο τσεκούρι τη χτύπησε κεραυνός. Έπεσε σαν κούτσουρο και δεν σηκώθηκε ποτέ.

Το κορίτσι ήταν απαρηγόρητο.Έκλαιγε όλη μέρα κι όλη νύχτα και παρακαλούσε τον ουρανό για ένα μόνο πράγμα: Να ξαναδεί τη μάνα της, ας ήταν και στ’όνειρό της. Δε πήγαινε στο πηγάδι να φέρει νερό, δεν ζύμωνε, δεν σκούπιζε. Ζούσε από τη συμπόνια των χωριανών που της έφερναν πού και πού μια στάμνα νερό, ένα πιάτο φαϊ και το χαμηλό σπιτάκι της σκεπαζόταν μέρα με τη μέρα με μια σκόνη πηχτή και πικρή. Και πέρναγε ο καιρός μέσα σε θρήνους και δάκρυα και σιωπή…

Ώσπου, μια νύχτα παράξενη, χωρίς  φεγγάρι και χωρίς αστέρια, χωρίς ήχους και χωρίς σκιές, το κορίτσι είδε ένα όνειρο. Ονειρεύτηκε πως βρέθηκε σ’ ένα άγνωστο χωριό. Ήταν ένας τόπος ήσυχος, με μικρά χαμηλά σπιτάκια ασπρισμένα με ασβέστη και στις αυλές τους είχε γλάστρες με βασιλικούς, ματζουράνες, χρυσάνθεμα, γεράνια…Και παντού άνθρωποι ήσυχοι, με ήμερη ματιά. Γυναίκες λιάζονταν στον ήλιο, πίνοντας δροσερούς χυμούς, ή κεντούσαν στη σκιά παράξενα τοπία πάνω σε λινά τραπεζομάντηλα και μεταξωτά στρωσίδια. Άντρες παίζανε τάβλι στο καφενείο ή πίνανε ρακί, τρώγοντας μαλακά σταρένια παξιμάδια, αλειμμένα με λάδι, αλάτι και θυμάρι. Παιδιά παίζανε κρυφτό ή κουτσό, μασουλώντας ζεστό ψωμί αλειμμένο κατσικίσιο βούτυρο και πασπαλισμένο ζάχαρη. Κι άξαφνα, είδε από μακριά να έρχεται η μάνα της. Ήταν διπλωμένη στα δύο, σκυμμένη από το βάρος δύο τεράστιων πιθαριών που κουβαλούσε στην πλάτη. Το κορίτσι έτρεξε προς το μέρος της φωνάζοντας:

-Μανούλα, στάσου, άσε με να σε βοηθήσω!

Η γυναίκα στάθηκε και χωρίς ν’αφήσει καταγής τα πιθάρια της, αποκρίθηκε με σκοτεινή ματιά.

-Κόρη μου, κακή μου κόρη, γίνε καλή σαν πρώτα. Λυπήσου με. Αν θέλεις να με βοηθήσεις, σταμάτα να κλαις και ζήσε! Δεν βλέπεις πως κουβαλάω ολημερίς και ολονυχτίς τα δικά σου δάκρυα;

Το κορίτσι ξύπνησε αλαφιασμένο και μ’ανοιχτά τα βλέφαρα περίμενε την αυγή. Με το ξημέρωμα, πήγε στο πηγάδι για νερό, ύστερα πότισε τα ξερά γεράνια στα περβάζια, έπιασε να διώχνη από παντού τη σκόνη, έπλυνε τα παράθυρα, έπλυνε το δάπεδο μέσα κι έξω από το σπίτι, πλύθηκε κι αυτή και ντύθηκε με ρούχα καθαρά. Ύστερα, άναψε το φούρνο, φυσώντας για να πάρει η φωτιά κι απέ, σιγοτραγουδώντας, έβαλε να ζυμώσει.»

Λιλή Λαμπρέλλη, «Δέκα συν ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών», εκδόσεις Πατάκη