Tag Archive | γράψιμο

Διήγημα των 20′ – Nο. 2 (σχήματα λόγου/κοινοτοπίες)

lygaria«Λυγαριά, λυγαριά, εσένα έχω στη καρδιά»

Για χρόνια του έψηνε το ψάρι στα χείλη, του έβγαζε το λάδι καθημερινά, τα φώτα του άλλαζε, αλλά εκείνος εκεί, το χαβά του. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Οι φίλοι του έλεγαν πως η τρέλα δεν πάει στα βουνά, βρήκε τον Αναστάση. Άλλοι πάλι υποστήριζαν πως κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, τόσο ταιριαστοί ήταν. Στο κάτω κάτω της γραφής, τι ρόλο έπεφτε στον καθένα; Χέστηκε η φοράδα στ’αλώνι τι έκαναν στη ζωή τους, αν δεν ταιριάζανε δεν θα συμπεθεριάζανε.

Κυλούσαν τα χρόνια και το κουτσομπολιό για τον αταίριαστο αυτό γάμο του Αναστάση και της Μαρίνας γίνηκε ιστορία χτεσινή, περσινά ξινά σταφύλια που λένε. Το νέο πια ήταν άλλο, σταφύλι ώριμο και ζουμερό, μπουμπούκι άκοπο και σαν τα κρύα τα νερά, η νεοδιορισθείσα δασκάλα του χωριού, η Λυγαριά με το όνομα και τη χάρη. Χρόνια και ζαμάνια είχε να εμφανιστεί τόσο όμορφο κορίτσι στο χωριό κι ενώ ήταν Αθηναία και κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι καπνό φουμάρει, γινόταν το μάλλε βράσε στο χωριό και τα αντρόγυνα τσακώνονταν σαν το σκύλο και τη γάτα, οι γυναίκες ζήλευαν και οι άντρες το έπαιζαν πολλά βαρείς, τσάμπα μάγκες όμως οι άμοιροι στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν το κορίτσι το λυγερό…Και τούτη η σουσουράδα, πως το ΄παθε και από όλους τον χοντρό τον Αναστάση, το σπυριάρη και τον παντρεμένο διάλεξε, τρία πουλάκια κάθονται. Ο άμοιρος…λαχείο την έκανε, κάγκελο έμεινε σαν εκείνη έκανε την επιλογή της, αλλά δεν ήξερε πως η κοπελιά δεν ήταν το ένα το καλό, αλλά μάρκα μ’έκαψες και πως τον εκμεταλλευόταν…

Γρήγορα το νέο γνωστό έγινε, το ‘μαθε κι η κουτσή Μαρία. Η Μαρίνα τα έκανε όλα φύλλο και φτερό από τα νεύρα της στο σπίτι, φώναζε πως πήρε ο κώλος του αέρα και γινόντουσαν συνέχεια μαλλιά κουβάρια…Τόσον καιρό, υποστήριζε, φάγαμε ψωμί κι αλάτι κ κείνος που το ‘παιζε τίμιος, αχ δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις, με την δασκάλα κατέληξε!!!

Ήθελε να του κάνει τα μούτρα κρέας. Και κείνος, λάδι στη ψωτιά έριχνε σαν παρφουμαριζόταν και την έκανε για το…καφενείο, όπως έλεγε. Κολοκύθια τούμπανα!!

Τον έπιασε κάποια στιγμή στα πράσα μαζί της…Και πέρα από το λάδι…του φαγε και τις ελιές, ότι χωραφάκια είχε και δεν είχε…και προχώρησε η Μαρίνα, με τη Λυγαριά την ερωμένη της, χεράκι χεράκι στο ηλιοβασίλεμα πίσω στην Αθήνα, πιο πλούσιες πια και οι δυο και ερωτευμένες… Πιασ’ το αυγό και κούρευ’ το πως γνωρίστηκαν και τι απέγινε ο Αναστάσης…Σιγά τον πολυέλαιο θα μου πεις, χιλιοειπωμένη ιστορία…

Ο Αναστάσης όμως, είπε την τελευταία του λέξη;

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά… 🙂 🙂

Vitex_agnus-castus_2a

ΥΓ1: Εννοείται πως οι φράσεις που είναι στο κείμενο με μπλε χρώμα, είναι και αυτές που μας δόθηκαν και έπρεπε να ενσωματωθούν οι περισσότερες αν όχι όλες (!!) στο 20 λεπτο γράψιμο. Τι φράσεις αυτές πρώτα τις είχαμε προτείνει/συζητήσει στο μάθημα ομαδικά και εν συνεχεία σημειώσει στα τετράδιά μας για να έχουμε όλοι τις ίδιες…

ΥΓ2: Νομίζω πως η συγγραφή του συγκεκριμένου κειμένου, και δεδομένου των φράσεων που έπρεπε να ενσωματώσει, είναι από αυτές που με διασκέδασαν περισσότερο! (και όχι μόλις μου ήρθε η κεντρική ιδέα, εντός ολίγων λεπτών, μπορώ να πως πως δεν αγχώθηκα καθόλου!) 🙂

Advertisements

Η σιωπή του ποταμού

Τη Μαρία Χίου τη γνώρισα για λίγες μόλις ώρες, ως βραβευθείσα διπλανή μου στην αίθουσα Αντώνης Τρίτσης του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, στον 30 ο διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

Οι συντελεστές είχαν παρακαλέσει αυτούς που θα βραβεύονταν να καθήσουν χωριστά από τους συγγενείς τους, στις πρώτες πρώτες θέσεις για να…παραλαμβάνουν τα βραβεία τους ευκολότερα! Έτσι, οι πιο ερασιτέχνες ανάμεσά μας, καθόμασταν με αμηχανία και συγκινησιακή προσμονή για την αναγγελία του ονόματός μας…

Στα λίγα λεπτά που μου συστήθηκε, γνώρισα μια κοπέλα όμορφη, γλυκιά και μάλλον χαμηλών τόνων. Είχε έρθει μαζί με τα δυο της παιδιά και τον άντρα της στην εκδήλωση λόγω ενός μυθιστορήματος που είχε γράψει και το οποίο πήρε από την ΠΕΛ το β’ βραβείο. Σύντομα, όπως μου είπε, θα εκδίδετο και από τον Μίνωα…

Δεν ξέρω αν με εντυπωσίασε η ισορροπία και η γαλήνη στην αύρα που απέπνεε, όσο αυτό που μου είπε όταν τη ρώτησα τι πραγματεύεται το βιβλίο της. «Είναι  βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσουν τα παιδιά μου»,παραδέχτηκε. «Μιλά για το πως τα λάθη των γονιών μπορούν να επηρεάσουν τις επόμενες γενιές…»

Τη στιγμή εκείνη, ήξερα πως ήθελα να το διαβάσω. Έτσι,το περίμενα ένα χρόνο τώρα…

Βλέπετε, ήταν Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου του 2012 τότε. Μια όμορφη Κυριακή , γεμάτη ήλιο και φως. Ή τουλάχιστον έτσι ξεκίνησε. Θυμάμαι τα λουλούδια, τα χαμόγελα τόσο των συντελεστών, όσο και εκείνων που βραβεύονταν, τα άτομα που είχαν κάνει ταξίδι από το εξωτερικό για να παραλάβουν μοναχά ένα βραβείο, άτομα της διπλανής πόρτας, ανάμεσά μας, που παρά την οικονομική κρίση, συνέχιζαν να γράφουν, να ονειρεύονται και να αποτυπώνουν τους προβληματισμούς και τα όνειρά τους σε ποιήματα, διηγήματα και παραμύθια. Ζούσαμε για λίγο σε έναν άλλο κόσμο, μια Κυριακή όμορφη σαν Κυριακάτικο τραπέζι με μια μεγάλη οικογένεια…

Λίγες ώρες αργότερα, βράδιαζε απότομα. Δεν έφταιγε η μικρή νύχτα του Φλεβάρη. Ήταν οι καπνοί από την Eurobank, τον κινηματογράφο Αττικόν και τα Starbucks που καρβούνιαζαν λίγο παραπέρα. Η ψήφιση του Β’ Μνημονίου ήταν γεγονός και η καρδιά του κόσμου μάυρη σαν τις στάχτες που άρχισαν να πετάγονται δεξιά κι αριστερά…

Ας είναι…Εύχομαι σε όλους τους γράφοντες να επιμένουν στα δύσκολα με έμπνευση από το κάθε τι  και με την κατά δύναμη μεγαλύτερη αισιοδοξία …

Μαρία μου, το βιβλίο σου είναι ήδη στο κομοδίνο μου, ανυπομονώ να γνωρίσω καλύτερα τη Φιλιώ σου. Είναι μια εποχή που έχουμε ανάγκη να φιλιώσουμε με τόσα πράγματα έξω και μέσα μας άλλωστε…Είθε η σιωπή του ποταμού να μας κάνει να σιωπούμε όταν αυτό είναι χρυσός, και να κραυγάζουμε με όλο μας το είναι όταν πραγματικά πρέπει.

Εύχομαι καλοτάξιδο το πρώτο σου βιβλίο και θα επανέλθω με λεπτομέρειες για την κριτική του…

Ως τότε καλά ταξίδια με το γράψιμό σου και ας προσπαθούμε όλοι να ταίζουμε λιγότερο τις αλεπούδες που κατατρώνε τη ζωή μας…

One story for one s…

S ΤΕΛΙΚΟ (διήγημα)

Περπατά στην Ερμού. Με βήμα ταχύ, ρίχνει ωστόσο κλεφτή ματιά στις βιτρίνες. Αγοράζει κουλούρι.

Κάτι του λέει ότι η θηλιά ξαναζύγωσε. Δένει και πάλι τον κύκλο της.

Στης απώλειας τον πόνο. Της μοναξιάς.

Τα ρούχα του τσαλακωμένα. Η εικόνα του γερασμένη, παρά τα λίγα χρόνια του.

Πέρσι τέτοια εποχή ξεκίνησαν όλα. Στο άκουσμα  της αρρώστιας της.

Της έκρυψε την αλήθεια.

Όμως η θηλιά τους τύλιξε. Με σκέψεις που άρχισαν να λυγίζουν, να κάμπτονται.

Που γύριζαν μέσα τους, κάνοντας διαδρομές, ψάχνοντας διέξοδο. Αλλά η θηλιά είχε ήδη βρει το δρόμο της. Γραπωνόταν γύρω τους.

Και το θήτα της δεν το αντιλήφθηκαν, αρχικά οριζόντιο καθώς ήταν, και όχι κάθετο. Ένας φλοιός, ξένο σώμα είχε αρχίσει να τους αγκαλιάζει. Φίδι σφικτήρας, φαράγγι βαθύ, φυλακή που τους έκλεινε μέσα της. Το φι ήταν εδώ. Τους είχε ήδη κατακτήσει.

Το αρνήθηκε.

Το πάλεψε.

«Όχι!» του φώναξε, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής του.

Μα ο κύκλος που τους παγίδεψε ήταν ήδη παρόν, όμικρον, που τους εγκλώβισε ασφυκτικά…

Βούρκωσε.

Βάρυνε.

Βυθίστηκε σε θλίψη.

Προσπάθησε να συνθλίψει τον κλοιό που τον έζωσε. Μα τελικά αρκέστηκε  να τον διπλώσει στα δυο, να τον συμπιέσει, ευκολότερα για να τον αντιμετωπίσει. Το βήτα  μόλις είχε κάνει επίσκεψη. Και κείνος είχε ακόμα χιλιόμετρα να διανύσει. Να ανέβει το βουνό του πιο μύχιου πόνου του, κατάματα να τον αντικρίσει. Να τον αποδεχτεί.

Μήνες μετά αναγκάστηκε. Εκείνη έφυγε. Εκείνος έμεινε πίσω. Εκείνη λυτρώθηκε, εκείνον τον ζύγωσε  ξανά ο κλοιός. Όχι πια της αρρώστιας, αλλά της απώλειας.

Ο κύκλος ήταν πάλι εδώ…

Κοίταξε το κουλούρι του.

Περπατά στην Ερμού.

Με βήμα ταχύ, ρίχνει ωστόσο ματιά κλεφτή στους περαστικούς.

Τα ρούχα του τσαλακωμένα, η εικόνα του γερασμένη, παρά τα λίγα χρόνια του.

Το πρόσωπό του βρώμικο.

Κρατά μια κρεμάστρα που βρήκε στα σκουπίδια. Δε στάθηκε τυχερός.

Κόμπος το στομάχι του, η θηλιά τον έχει δέσει για τα καλά, μέρες τώρα.

Θηλιά διαφορετική από κείνη, σαν ήρθε δω πρώτη φορά. Σαν πλήρωσε τα χρήματα στο δουλέμπορο.

Τότε τον αγκάλιασε απειλητικά η θηλιά, μα εκείνος την αγνόησε.

«Καινούργιο ξεκίνημα», της αντιμίλησε.

Λίγο καιρό αργότερα, το όχι της τον χτύπησε κατακούτελα μαζί με τους μπάτσους.

Το όμικρον ήταν πια εδώ και είχε έρθει για να μείνει…

Μπήκε στο ζυγό του. Αιχμαλωτίστηκε.

Στη συνέχεια διπλώθηκε στα δυο, να μετριάσει τον πόνο…

Βουβάθηκε.

Βούρκωσε.

Βρίστηκε.

Βρώμισε.

Σωματικά και ψυχικά. Το βήτα εγκαταστάθηκε μέσα του για τα καλά.

Στο τέλος, παραδόθηκε. Στον κλοιό που αναδιπλώθηκε. Που έσφιγγε ξανά…

Η θηλιά έδενε τον κόμπο όλο και πιο πιεστικό στο στομάχι, μέρες τώρα. Ο σφικτήρας  γίνηκε αφόρητος. Η στεφάνη της ζαλάδας ασφυκτική.

Κοίταξε το κουλούρι.

Όρμησε και του το πήρε δίχως να σκεφτεί. Χίμηξε να φύγει.

Κάτι τον κράτησε.

Δεν ήταν μοναχά το έκπληκτο, πληγωμένο βλέμμα. Το χέρι του άλλου που βάστηξε τον ώμο του…

Θηλιά ανάποδη, κλοιός ασφυκτικός, βουνά απροσπέλαστα που αχνοφαίνονται και πάλι…

Και ξαφνικά, ένα κουλούρι, σουσαμένιος κύκλος σωστός.

Τούτη τη φορά συνδετικός κρίκος.

 «Θα μου κάνεις παρέα για φαγητό, φίλε; Είμαι μοναχός χριστουγεννιάτικα», τον άκουσε να λέει.

Και κάπου εκεί, σαν ο κλοιός να ράγισε.

Αντικριστά.

Δευτερόλεπτα.

Τόσο το βλέμμα τους ανταμώθηκε. Σε ένα δρόμο λαχτάρας.

Λαχτάρας για να ξαναρχίσουν. Ένα δρόμο έστω με στροφές.

Κάπου εκεί, τους ένωσε διστακτικά ένα ς.

Σ, της απόδρασης…

S, τελικό…

Το διήγημά μου «S τελικό» φιλοξενείται και  στο one:story – ένα διήγημα κάθε μέρα , ένα ιστολόγιο που αποτελεί μια πειραματική προσπάθεια με στόχο να λειτουργήσει ως ανοικτή λογοτεχνική πλατφόρμα για οποιονδήποτε εκφράζεται δημιουργικά μέσω της γραφής και το οποίο επιμελείται με ξεχωριστή συνέπεια ο πολυπράγμων Γιάννης Φαρσάρης.