Tag Archive | διήγημα

Διήγημα των 20′ (υποχρεωτική χρήση εικόνων, αντικειμένων, των τιμών τους ή και της λεζάντας τους από τον κατάλογο του… ΙΚΕΑ (!)

20134_poang_PE369436 «Κούνια που τον κούναγε…»

Η Μαρίζα και η Λένα μπαίνουν αγκαζέ σε ένα γνωστό κατάστημα επίπλων. Η Μαρίζα φαίνεται σκασμένη, κοιτά γύρω της τα αντικείμενα και περιγράφει στη φίλη της με υπερένταση κάνοντας χειρονομίες:

Μ: Έτσι που τα λες, Λένα μου (για να δω αυτό το φωτιστικό)(κάνει την αντίστοιχη κίνηση), πουού φως στην άκρη του τούνελ, τι έμελλα να πάθω με το Θανάση δεν ήξερα, φως στη ψυχή μου τον νόμιζα, σαν τον είχα μπροστά μου θα ήθελα να του στρίψω το λαρύγγι, ααα στρίβει αυτό ε (και πιάνει τον μεταλλικό λαιμό μιας λάμπας γραφείου), να, έτσι!

Λ: Σε καταλαβαίνω, Μαρίζα μου. Δύσκολο πράγμα ο γάμος. Νομίζεις πως σαν παντρευτείς, όπως έφτιαξες το σπιτικό σου, έστρωσες το νυφικό κρεββάτι σου, έτσι στρωμένη και θα είναι η κοινή σας ζωή. Σαν βελούδινος τριθέσιος καναπές με τις κοινές σας εμπειρίες μαλακά, διακοσμητικά μαξιλάρια που θα στήριζαν τη μέση σας στα δύσκολα.

Μ: Μμμμ, τώρα που το λες για τα μαξιλάρια, έπρεπε να τον είχα υποψιαστεί!!Έφευγα το πρωί κι ενώ είχα ταχτοποιήσει το σπίτι, σαν γυρνούσα, τις περισσότερες φορές το έβρισκα ψιλοανακατωμένο.Τα χαρτιά πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι του σαλονιού, όπου έβλεπα περίεργους λεκέδες από ποτήρια. Στο μπάνιο όπου την τραβούσα για να στεγνώσει τη λουλουδένια κουρτίνα και την έβρισκα ΠΑΝΤΑ υγρή, έβρισκα πετσέτες πεταγμένες  στο πάτωμα!Μάλιστα ανακάλυπτα και κάποιες που δεν ήταν δικές μας! Πάντα άκουγα τις δικαιολογίες του και τις έχαφτα…»Αγάπη μου«, μου έλεγε, «η αγορά μιας ακόμα πετσέτας δεν είναι υπερβολή. Μπορεί να κάνει τη διαφορά στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας! Έκανε μόνο 14,99 Ε το τεμάχιο, ήταν ωραία, μοσχοβόλαγε, ήταν απαλή και χνουδωτή ε, τη λιμπίστηκα!»

– ΠΟΥ να καταλάβω οτι δεν αναφερόταν μόνο στη πετσέτα!

Λ: Ώστε την έβαλε στο σπίτι σας μέσα, ε;

Μ: Μόνο αυτή; Και τα ρούχα της! Μια μέρα, γύρισα νωρίτερα το μεσημέρι και βρήκα να κρέμεται πάνω από τη μπανιέρα ένα κόκκινο νεγλιζέ με δαντέλα στο μπούστο. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και θέλησα απ’ τα νεύρα μου να σπάσω τον καθρέπτη του μπάνιου. Το μετάνιωσα όμως, αναλογίστηκα ότι τον είχαμε πληρώσει 49 Ε. Περιορίστηκα να του πετώ τα βαμβάκια που υπήρχαν στο γυάλινο μπολάκι πάνω στο νιπτήρα (μη σπάσω και τίποτα) και τα λούτρινα παιχνίδια της μικρής(φτηνά ήταν, μόνο 7,99 Ε άσε που δεν κάνουν ζημιές στο πάτωμα). «Ομολόγα», του ζήτησα! «Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις», μου είπε, «δώρο για τη γιορτή σου που είναι σε λίγες μέρες, το πήρα!»

Λ: Και το ‘φαγες;

Μ: Το χώνεψα κιόλας…Λίγες μέρες όμως μετά βρήκα πάνω στα ράφια του υπνοδωματίου κάτω από τα 380 Ε ντουλάπια μας (να ίδια με τούτα δω, τα βλέπεις) (δείχνει τα αντίστοιχα ντουλάπια), δίπλα από το μπιμπελό με τα σπιτάκια και το διακοσμητικό με τα κέρατα, ένα δαχτυλίδι!

Λ: Δίπλα από το διακοσμητικό με τα κέρατα, ε;

Μ:Ναι…και πάλι μου είπε ότι ήταν έκπληξη και το είχε ξεχάσει εκεί δα –

Λ: Ε, όχι!!

Μ: Ήταν και που στη καινούργια μου ντουλάπα με τα ωραία εσωτερικά εξαρτήματα – 320Ε την είχαμε πάρει -δίπλα στα φουλάρια και τις μπλούζες, τα κουτιά για τις ζώνες και τις κάλτσες, κάπου ανάμεσα στη ψάθινη τσάντα μου και κείνες τις δυο άσπρες – ξέρεις – (την μια την είχαμε αγοράσει μαζί στον Πόρο, θυμάσαι;) βρήκα ταχτοποιημένη και μια ΜΑΥΡΗ, που ποτέ δεν είχα!

Λ: Μη μου πεις ότι είπε πάλι τα ίδια!

Μ: Δεν του είπα τίποτα. Άρχισα να ψάχνω όλο το σπίτι: Στις συρταριέρες -κοίτα την ίδια έχουμε!- (δείχνει αντίστοιχα μέσα στο ΙΚΕΑ) δεν είναι όμορφη;-119Ε!- με τα εσώρουχα βρήκα ένα σουτιέν που δεν ήταν δικό μου, κάποια γυαλιά ηλίου που δεν είχα αγοράσει ποτέ…

Λ: Αχ, κορίτσι μου τελικά τι έκανες, έβαλες ντέτεκτιβ;;; Τη βρήκες τη σκύλα, να τη ξεσκίσεις ποια είναι;;;

Μ: Ναι, αλλά δεν ήταν…σκύλα!

Λ: Δηλαδή;

(είναι τώρα στο τμήμα επίπλων, η Μαρίζα στέκεται μπροστά από ένα έπιπλο και διαβάζει)

Μ: Poang Poang 139 Ε. Καθαρίζεται εύκολα γιατί έχει αφαιρούμενο κάλυμμα που πλένεται στο πλυντήριο.

Μ: Μόλις κατάλαβα γιατί το αγαπημένο του κάθισμα ήταν αυτή η κουνιστή πολυθρόνα!!!

rocking chair

ΥΓ: Το έχουμε ξαναπεί. Όταν έχω αναδουλειές στο γράψιμο, βγάζω και σας σερβίρω κάτι από την…κατάψυξη! 🙂

ΥΓ2: Εννοείται πως με πράσινο είναι κάποιες από τις εικόνες που έβλεπα στο κατάλογο, ή οι λεζάντες τους, τα δε italics με πράσινο αποτελούν τα…διαφημιστικά…slogan του καταλόγου, όπως με τη… χνουδωτή πετσέτα που κάνει τη διαφορά στο τέλος χμ, μιας κουραστικής ημέρας!!!!

ΥΓ3: Νομίζω ότι τούτη η άσκηση με δυσκόλεψε πολύ περισσότερο και από αυτήν, με τα σχήματα λόγου και τις κοινοτοπίες. Ωστόσο ήταν εξίσου απολαυστικό το γράψιμό της, και μου θύμισε εκείνες τις «αθώες» εποχές που συμπλήρωνα σχολές Μάρκετινγκ και Οικονομικών στο μηχανογραφικό μου, με κρυφό πόθο να ενταχθώ ίσως κάποτε και σε μια διαφημιστική εταιρία, ως…κειμενογράφος…! (και μετά, βεβαίως, με ξύπνησε η Ζωή – όχι η Κωνσταντοπούλου, ευτυχώς!!) 🙂

Advertisements

Διήγημα των 20′ – Nο. 2 (σχήματα λόγου/κοινοτοπίες)

lygaria«Λυγαριά, λυγαριά, εσένα έχω στη καρδιά»

Για χρόνια του έψηνε το ψάρι στα χείλη, του έβγαζε το λάδι καθημερινά, τα φώτα του άλλαζε, αλλά εκείνος εκεί, το χαβά του. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Οι φίλοι του έλεγαν πως η τρέλα δεν πάει στα βουνά, βρήκε τον Αναστάση. Άλλοι πάλι υποστήριζαν πως κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, τόσο ταιριαστοί ήταν. Στο κάτω κάτω της γραφής, τι ρόλο έπεφτε στον καθένα; Χέστηκε η φοράδα στ’αλώνι τι έκαναν στη ζωή τους, αν δεν ταιριάζανε δεν θα συμπεθεριάζανε.

Κυλούσαν τα χρόνια και το κουτσομπολιό για τον αταίριαστο αυτό γάμο του Αναστάση και της Μαρίνας γίνηκε ιστορία χτεσινή, περσινά ξινά σταφύλια που λένε. Το νέο πια ήταν άλλο, σταφύλι ώριμο και ζουμερό, μπουμπούκι άκοπο και σαν τα κρύα τα νερά, η νεοδιορισθείσα δασκάλα του χωριού, η Λυγαριά με το όνομα και τη χάρη. Χρόνια και ζαμάνια είχε να εμφανιστεί τόσο όμορφο κορίτσι στο χωριό κι ενώ ήταν Αθηναία και κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι καπνό φουμάρει, γινόταν το μάλλε βράσε στο χωριό και τα αντρόγυνα τσακώνονταν σαν το σκύλο και τη γάτα, οι γυναίκες ζήλευαν και οι άντρες το έπαιζαν πολλά βαρείς, τσάμπα μάγκες όμως οι άμοιροι στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν το κορίτσι το λυγερό…Και τούτη η σουσουράδα, πως το ΄παθε και από όλους τον χοντρό τον Αναστάση, το σπυριάρη και τον παντρεμένο διάλεξε, τρία πουλάκια κάθονται. Ο άμοιρος…λαχείο την έκανε, κάγκελο έμεινε σαν εκείνη έκανε την επιλογή της, αλλά δεν ήξερε πως η κοπελιά δεν ήταν το ένα το καλό, αλλά μάρκα μ’έκαψες και πως τον εκμεταλλευόταν…

Γρήγορα το νέο γνωστό έγινε, το ‘μαθε κι η κουτσή Μαρία. Η Μαρίνα τα έκανε όλα φύλλο και φτερό από τα νεύρα της στο σπίτι, φώναζε πως πήρε ο κώλος του αέρα και γινόντουσαν συνέχεια μαλλιά κουβάρια…Τόσον καιρό, υποστήριζε, φάγαμε ψωμί κι αλάτι κ κείνος που το ‘παιζε τίμιος, αχ δάσκαλε που δίδασκες και λόγο δεν εκράτεις, με την δασκάλα κατέληξε!!!

Ήθελε να του κάνει τα μούτρα κρέας. Και κείνος, λάδι στη ψωτιά έριχνε σαν παρφουμαριζόταν και την έκανε για το…καφενείο, όπως έλεγε. Κολοκύθια τούμπανα!!

Τον έπιασε κάποια στιγμή στα πράσα μαζί της…Και πέρα από το λάδι…του φαγε και τις ελιές, ότι χωραφάκια είχε και δεν είχε…και προχώρησε η Μαρίνα, με τη Λυγαριά την ερωμένη της, χεράκι χεράκι στο ηλιοβασίλεμα πίσω στην Αθήνα, πιο πλούσιες πια και οι δυο και ερωτευμένες… Πιασ’ το αυγό και κούρευ’ το πως γνωρίστηκαν και τι απέγινε ο Αναστάσης…Σιγά τον πολυέλαιο θα μου πεις, χιλιοειπωμένη ιστορία…

Ο Αναστάσης όμως, είπε την τελευταία του λέξη;

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά… 🙂 🙂

Vitex_agnus-castus_2a

ΥΓ1: Εννοείται πως οι φράσεις που είναι στο κείμενο με μπλε χρώμα, είναι και αυτές που μας δόθηκαν και έπρεπε να ενσωματωθούν οι περισσότερες αν όχι όλες (!!) στο 20 λεπτο γράψιμο. Τι φράσεις αυτές πρώτα τις είχαμε προτείνει/συζητήσει στο μάθημα ομαδικά και εν συνεχεία σημειώσει στα τετράδιά μας για να έχουμε όλοι τις ίδιες…

ΥΓ2: Νομίζω πως η συγγραφή του συγκεκριμένου κειμένου, και δεδομένου των φράσεων που έπρεπε να ενσωματώσει, είναι από αυτές που με διασκέδασαν περισσότερο! (και όχι μόλις μου ήρθε η κεντρική ιδέα, εντός ολίγων λεπτών, μπορώ να πως πως δεν αγχώθηκα καθόλου!) 🙂

Διήγημα των 20′ – (σκουπίδια δρόμου/ονομασίες μαγαζιών)

sweet_pea «Δυο βαρκούλες πράσινες και ένας κόκκος ρύζι»

Πέρασε έξω από το ψητοπωλείο «Το Λιβάδι». Οι μυρωδιές του ψητού κρέατος για τους θαμώνες του σαββατιάτικου απόβραδου του ξελίγωσαν το στομάχι. Ψαχούλεψε τη μια τσέπη του. Λεφτά δεν υπήρχαν, μόνο ένα χαρτάκι από τα στριφτά, που κάποτε είχε την πολυτέλεια ν’ αγοράσει, δέσποζαν στις τσέπες του. Το πόδι του σκόνταψε σ’ ένα καλαμάκι μαύρο και άραχνο, σαν το μέσα του. Θα προτιμούσε να ήταν καλαμάκι από σουβλάκι που μόλις είχε φάει.

Το χέρι του βουτά στην άλλη τσέπη. Τίποτα. Μια γόπα πιπιλισμένη με αγωνία, μια σταγόνα τελευταία νικοτίνης στο νευρικό του σύστημα. Την είχε πετάξει και ύστερα περιμαζέψει με τρυφερότητα. Ήταν το τελευταίο του τσιγάρο. Το ήξερε.

Συνέχισε το περπάτημα. Βιαστικά. Να διώξει τις έννοιες του. Μαγαζί με κλωστές, καλσόν, φερμουάρ.Στη γωνιά του ο μεταλλικός λαιμός μιας σπασμένης κρεμάστρας, ίδιο μεταλλικό ερωτηματικό. Τον κορόιδευε, ή τον ρώταγε και κείνο. «Πως βρέθηκες εδώ;» «Τι κάνεις στη ζωή σου;» Το παπούτσι του κόλλησε σε ένα παρδαλό χαρτάκι που τίναξε περπατώντας βιαστικά και απογείωσε στον αέρα. Προσγειώθηκε αλεξιπτωτικά στο πάτωμα και τον κορόιδευε με τη σειρά του: Έγραφε Kinder, και έπαιζε και τούτο με τον πόνο του. Εκείνη και τα παιδιά τους είχαν φύγει για τη Γερμανία πρόσφατα σε συγγενείς, η κρίση είχε ρημάξει την οικονομική και συναισθηματική του ζωή. Άνεργος, χωρίς παιδιά, με μόνη συντροφιά ένα χαρτάκι Kinder αντί για τα πραγματικά του, ένα ερωτηματικό κρεμάστρας και ένα καλαμάκι.

Ξαφνικά, τα αντικείμενα στο πεζοδρόμιο που έβλεπε, ένιωσε πως ήταν οι μόνοι του σύντροφοι, κι άρχισε να παρατηρεί γύρω του. Ένα περιστέρι βρώμικο πήρε από λάθος ένα τσόφλι φιστικιού για φαγητό και προσπάθησε να το τσιμπήσει. Πιο κάτω δυο παιδιά έπαιζαν μπάλα μ’ένα πατημένο πλαστικό μπουκάλι από νερό κ το ένα πετούσε κάτω το θαλασσί κουταλάκι από το παγωτό που μόλις τελείωσε. Το άλλο πρέπει να είχε πετάξει εκείνο το βρώμικο ξυλάκι, σκέφτηκε. Κάπου στη Γερμανία τα παιδιά του θα τρώγαν το δικό τους παγωτό.

Περνούσε τώρα μπροστά από τη «Νάνσυ», τη βιοτεχνία με τα γυναικεία εσώρουχα. «Ποτέ δεν θα ξαναθαυμάσω τη σιλουέτα της», αναλογίστηκε, ενώ κλωτσούσε με μίσος ένα τακούνι, βρώμικο απομεινάρι γυναικείου παπουτσιού που βρέθηκε μπροστά του. Η «μπάλα»των παιδιών έπεσε στις παρακείμενες νερατζιές και έλουσε με πράσινο για μια ακόμη φορά το βρώμικο δρόμο με τα φύλλα τους. Βαρκούλες πράσινες, που στροφάριζαν στα απόνερα του διπλανού φρεατίου ομβρίων.

Η περιοριστική ταινία της Αστυνομίας έκλεισε το δρόμο του, σαν θέλησε να στρίψει τη γωνία. Περιπολικά κι ασθενοφόρο σφύριζαν από μακρυά, ενώ βρέθηκε να κοιτά με απορία μια γυναίκα έξω από την χαρτοπαικτική λέσχη «Το 1», που έκλαιγε γοερά…

Ο δρόμος του είχε εμπόδιο για μια ακόμη φορά…Έτσι πήρε τη Σικίνου προς τα πίσω. Στόχος το σούπερμαρκετ «Βερόπουλος». Όλο και κάτι θα είχαν πετάξει στα κιβώτια σκουπιδιών, να ξεγελάσει την πείνα του. Σαν έφτασε εκεί, το μόνο πεταμένο στο έδαφος, ένα φασολάκι πράσινο, δεύτερη πράσινη βαρκούλα στα πεινασμένα του όνειρα. Σκέφτηκε την παραβολή με της σούπας με την πέτρα: «Έχω ένα φασολάκι, βάλε ένα καρότο, ξέρεις τι ωραία είναι η σούπα από φασολάκι;» Θα ήθελε ουσιαστικά να πει…:»Έχω τη μοναξιά μου, θέλεις να βάλεις κ συ κάτι να τη νοστιμίσουμε λίγο;»

Κατευθύνθηκε όλο ελπίδα προς το μίνι μάρκετ που ήταν κοντά στο «Βερόπουλο». Το Μίνι Μάρκετ Των Θεών –  «The Gods», ονομαζόταν. Έψαξε στα σκουπίδια του, κάτι να φάει δεν βρήκε. Κάτι γυάλιζε στο δρόμο, ένα κέρμα! Σκέφτηκε πως πρώτη φορά μέσα στη μέρα άνοιξε η τύχη του. Έκανε να το πάρει. Καπάκι μπύρας «Μύθος» ήταν. Τελικά. Εκεί, among the greek Gods, προσπαθούσε να live his myth in Greece. Τζίφος.

Πιο κάτω δυο σχιστομάτηδες στο μαγαζί «World Store» τσακώνονταν μεταξύ τους, ενώ έτρωγαν με ξυλάκια ρύζι από μπολάκια πλαστικά. «Παγκόσμια Οικονομία», σκέφτηκε. «Θα ζητήσω και γω σαν τον Πρωθυπουργό την κινεζική βοήθεια»- και η βαρκούλα του ξαφνικά σαν να γίνηκε άσπρη, ένας κόκκος ρύζι.

Ή ήταν οι κόρες των ματιών του, ίδιες βαρκούλες ασπρες, σε μια θάλασσα δακρύων;

5530598616_eb4d10bb27_b

ΥΓ1: Τα αντικείμενα/σκουπίδια που αναφέρονται στο κείμενο (ξυλάκι, παπούτσι, φασολάκι κλπ) ήταν πραγματικά. Τα βρήκε κάνοντας μια βόλτα στο δρόμο έξω από το εργαστήρι κατόπιν εντολής του Δασκάλου και τα έφερε στο μάθημα ένας από τους συμμαθητές μας. Το ίδιο αληθινά είναι και τα ονόματα μαγαζιών που μας δόθηκαν και είναι από τη γύρω περιοχή.
ΥΓ2: Την εποχή που γράφτηκε το κείμενο, ο Σαμαράς έκανε συζητήσεις με τους Κινέζους. Φαίνεται ότι δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε και έτσι, κ δεδομένων των ημερών ήταν το πρώτο διήγημα που διάλεξα να αναρτήσω στο ιστολόγιο, από τα διάφορα διηγήματα που έγραψα…
ΥΓ3: Δύσκολο κάποια διηγήματα να μην τελειώσουν απότομα, σαν άκουγες την εντολή: «Τα μολύβια κάτω!» 🙂

Μονόλογος στο φεγγάρι

panselinos

 

Μόνος και απόψε… Μια δύναμη με τραβάει, σαν να θέλει να ανοίξω τις κουρτίνες και να κοιτάξω έξω από το παράθυρο.

Πηγαίνω.

Τις άνοιγω, έχει πανσέληνο…Ποτέ δεν κοιτούσα το φεγγάρι μέχρι απόψε.
Tότε λοιπόν γιατί σήμερα, γιατί τώρα;

Πέφτει πάνω στις στέγες των σπιτιων, στις ταράτσες από τις απέναντι πολυκατοικίες.

Για δες πόσο τις ομορφαίνει!…

Αυτά τα πλακόστρωτα περιφραγμένα καρυδότσουφλα, με τις κεραίες των τηλεοράσεων για κατάρτια…

Πόσο θα θελα…

 

Nα γίνει κάτι μαγικό απόψε.

Να φύγουμε όλοι μαζί, για πολιτείες μακρυνές!
Να ανεβεί καθείς ένοικος στη ταράτσα.

Και μόλις δηλώσουν όλοι το παρον, αυτό λέει να αποκολληθεί από το υπόλοιπο κουτί και να φύγουμε…
Με πλοηγό μας τα άστρα.
Σαν τους παλιούς καπεταναίους…

Και θα εκπέμπουν τα άστρα φως.
Θα στέλνουν σήματα μορς.
Στη τηλεορασένια κεραία μας.

Και έτσι εμείς θα ακολουθούμε τη σωστή πορεία…
Και όρτσα πανί θα φωνάζουμε στα σεντόνια που έχει κρεμάσει η γειτόνισσα…

Θα φουσκώνουν στο βραδινο αεράκι και θα τα λούζει και το δικό σου φως, πλανητένιο κεφάλι από τυρί,που θυμίζεις το στομάχι του Ηλιόπουλου…

Φίλε μου Ντίνο, εγώ έχω ένα πρόβλημα διαφορετικό.
Το στομάχι μου είναι κάθε μέρα γεμάτο αλλά η ψυχή άδεια.

Είναι αυτή που είναι γεμάτη μόνο μια φορά το μήνα…

Και πολύ λέω..
Και συνήθως οι ταράτσες δεν μου θυμίζουν πλοία, λουσμένα στο φεγγαρόφως.
Μου θυμίζουν τάφους.
Και όσες οι κεραίες στις ταράτσες, τόσοι και οι σταυροί.
Κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, όλων των χριστιανών που μένουμε απο κάτω…

Θέλω ένα ακόμα τσιγάρο.
Ψάξε και τον αναπτήρα, που είναι τα πράγματά μου;
Περίεργος εκνευρισμός…Περίεργες σκέψεις…

Είμαι μόνος…Δεν είναι η μόνη νύχτα σήμερα!
Αλλά είναι μοναχική…

2 ρουφιξιές και θα έχω έρθει στα ίσια μου…
φουυουυυ…

Αλλά…

Ξανά, σαν μαγνήτης με τραβάς έξω…
Και να σαι πάλι που σε κοιτάζω.

Ενα ρημαδοτόπι είσαι, με βράχους και ηφαίστεια.
Κοινότοπο σαν όλους τους άλλους πλανήτες.

Δεν ξεχωρίζεις σε τίποτα και απο κανέναν.
Δανείζεσαι το φως ενός άλλου, καλύτερου και φωτεινότερου απο σένα…

Έπεσε πάνω μου η κάφτρα του τσιγάρου.
Κάηκα!

Γιατί αφερέθηκα.
ΑΦΑΙΡΕΘΗΚΑ απ’όλα αυτά που με ενοχλούν αυτή τη νύχτα…
Δίνω πρώτη φορά το δικαίωμα στον εαυτό μου να γίνω αφηρημένος.
Και ΑΦΑΙΡΕΜΕΝΟΣ..
Από την ολότητα που έχω συνηθήσει. Από το καθημερινό. Από το συνηθισμένο…

Πίκρισε και το στόμα μου -ποιό τσιγάρο της ημέρας σιγοκαίει την ψυχή μου;
Ηρεμία δεν βρίσκω… γιατί με κοιτάς.
Με κοιτάς.

Τι με έχεις καρφώσει έτσι ρε ετερόφωτε κύκλε;

Θα μπορούσες να σαι ένα φωτεινό και καλοσυνάτο πρόσωπο, γεμάτο αλήθειες.
Να με συμβουλέψεις.
Να με παρηγορήσεις.
Να με οδηγήσεις στη δική μου αλήθεια.

Να αναμοσβήσεις σαν φάρος φωτεινός. Στα ναι και στα όχι μου, στα πρέπει και στα θέλω μου.

Γιατί έχω μπερδευτεί και δεν ξέρω τι κάνω.
Ποιός είμαι τελικά;
Δεν ξέρω τι θέλω, που πάω, ζαλίστηκα…μα θαρρώ δεν είναι το ποτό ή τα άπειρα τσιγάρα που έχω καπνίσει…

Αλλά…Τι στο ζητάω;;;;;

Ένας ετερόφωτος κύκλος είσαι ρε, που παριστάνει στη συνείδηση και στα μάτια των άλλων ότι είναι αυτόφωτος.

Αλλά…
είσαι στ’αλήθεια;

ΕΙΣΑΙ;

Ποιος αλήθεια είναι ο ήλιος και ποιό το φεγγάρι;
Τί δίνει φως και ποιός κλέβει φως;

Το δέντρο της γνώσης (μέρος Ι)

Buchstabenbilder___Autumn_by_Lilou1984

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

imagesλάτε κοντά και στήστε αυτί.

Για μια χώρα θα σας διηγηθώ μακρινή. Λέγεται Χώρα του Μακρινού Βορρά και σ’ αυτή κάθε Χριστούγεννα είναι μεγάλη γιορτή. Μόνο που εκεί δεν στολίζουν μοναχά  παραδοσιακά το έλατο, αλλά και το Δέντρο της Γνώσης, ή  αλλιώς, όπως το ονομάζουν, το Δέντρο της Αγάπης.

Ο μύθος λέει πως όλα ξεκίνησαν πριν χρόνια πολλά. Ήταν μια χριστουγεννιάτικη μέρα όταν ο Βασιλιάς αποφάσισε πως ήταν μεγάλος πια. Τη μέρα εκείνη κάλεσε το γιο του και του ανακοίνωσε την παράδοση του κράτους στα χέρια του. «Μέσα στον επόμενο χρόνο», του είπε, θα φανεί αν είσαι αντάξιος του δώρου που σου κάνουμε εγώ και ο λαός σου.

«Τα απαραίτητα εφόδια τα έχεις», συμπλήρωσε, «μην ξεχνάς όμως ποτέ να λειτουργείς και με το χέρι στη καρδιά».

Ο πρίγκιπας ενθουσιασμένος από τη νέα του θέση, στα λόγια του πατέρα δεν έδωσε σημασία καμιά. Ήταν νέος, όμορφος και φιλόδοξος πολύ. Ανυπομονούσε από την ώρα που γεννήθηκε για τη θέση αυτή. Όλοι τον γνώριζαν και θαύμαζαν τις ικανότητές του. Την εποχή αυτή, καθώς ήταν περίοδος Χριστουγέννων, μα και για να γιορτάσουν την ανάδειξή του σε νέο βασιλιά, άρχοντες από διάφορα μέρη του κόσμου έφτασαν στη Χώρα του Μακρινού Βορρά. Σκοπό είχαν να τιμήσουν το νέο ηγέτη και να του προσφέρουν δώρα ως σύμβολα ειρήνης και συνεργασίας.

΄Έτσι, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, ένας άρχοντας από τη Δύση έφτασε στο Μακρινό Βορρά. Ήταν ντυμένος με ακριβά παπούτσια και ρούχα διαλεχτά. Έμοιαζε πλούσιος πολύ και ο νεαρός βασιλιάς καρτερούσε με ανυπομονησία τι πολύτιμο δώρο από αυτόν θα δει. Για αυτό και σάστισε, σαν αντίκρισε το αντικείμενο, που ο άρχοντας έφερε στις αποσκευές του:

Ήταν ένα μικρούλι, τόσο δα  δεντράκι! Είχε φυλλαράκια σκούρα πράσινα με άκρες κυματιστές και τα κλαράκια του λύγιζαν, χορεύοντας ντροπαλά στις ριπές του ανέμου που φύσηξε, την ώρα που ο βασιλιάς έκανε να το αγγίξει.

Ο νεαρός βασιλιάς τότε απόρησε. Έμοιαζε με βελανιδιά μικρή! Αλλά οι βελανιδιές φύλλα το χειμώνα δεν έχουν!

«Βασιλιά μου», έκανε τότε ο Άρχοντας από τη Δύση, «το δώρο μου, αν και ταπεινό, είναι για τη χώρα μου σμαράγδι πολύτιμο. Τα κλαριά και οι καρποί του,  τροφή παρέχουν στα ζώα μας χειμώνα καλοκαίρι. Σαν το δεντράκι μεγαλώσει, αναπτύσσει ρίζες χοντρές, που της βροχής το πολύτιμο νερό συγκρατούν από χέρι και σαν χρειαστεί και από τις πλημμύρες μας προστατεύει. Μα πάνω από όλα, θησαυρός σωστός το ξύλο του είναι. Γιατί έχει μεγάλη αντοχή στων σπιτιών μας την κατασκευή, αλλά και καίγεται δύσκολα σε εχθρική επιδρομή.

«Στον τόπο μου αποκαλούμε Δέντρο της Ευτυχίας το δέντρο αυτό», δήλωσε, «και πιστεύουμε πως φέρνει αγαθά πλούσια σε αυτόν που ζει κοντά του, το βοηθά να μεγαλώσει για καιρό».

«Αλλά, για το λόγο αυτό», συνέχισε, «θα πρέπει να το φυτέψεις κάπου, όπου χώρο θα έχει να αναπτυχθεί. Οι ρίζες του να μεγαλώσουν, να το χαϊδεύει το φως του ήλιου πολύ. Μα πάνω από όλα, θα πρέπει να το αγγίζει καθημερινά το βλέμμα των ανθρώπων. Έτσι και αυτό θα μπορέσει να μεγαλώσει σωστά, αλλά και όλοι οι γύρω του θα είναι ευτυχισμένοι». Το ίδιο βράδυ μετά το δείπνο, ο Άρχοντας αναχώρησε για τον τόπο του.

Ο νέος βασιλιάς πάλι, τυφλωμένος από τον ενθουσιασμό του για τα καθήκοντα τα βασιλικά που μόλις ξεκινούσαν, μικρή σημασία έδωσε στα λόγια του Άρχοντα.

«Μπούρδες», είπε. «Δέντρο της Ευτυχίας και κουραφέξαλα!».

«Την ευτυχία την ορίζουμε μόνοι μας, με τις πράξεις μας», συνέχισε, κοιτάζοντας το είδωλό του στο καθρέφτη, λίγο πριν πέσει να κοιμηθεί. «Το μυαλό, την φιλοδοξία και τις ικανότητές μου, δεν τις έχει κανείς άλλος! Μόνος μου λοιπόν θα ορίσω την ευτυχία μου, με τα χέρια μου!», κραύγασε, σφίγγοντας τις παλάμες του και έπεσε στο κρεβάτι του ικανοποιημένος.

Σαν ξημέρωσε, ζήτησε ωστόσο το δεντράκι να φυτέψουν σε  ζαρντινιέρα χρυσή. Την πρώτη, χρυσή εκείνη ημέρα που ξεκίνησε η βασιλεία του να του θυμίζει. Μόνο που ο χρυσός κοστίζει πολύ, και έτσι ο νεαρός βασιλιάς παρήγγειλε στους μαστόρους του το κουτί της ζαρντινιέρας να είναι σε πλάτος και σε βάθος μικρό. Ίσα ίσα να χωράει το μικρό δεντράκι, και εκείνος να το απολαμβάνει από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του…

‘Ενας χρόνος πέρασε περίπου από τότε, και ο Νέος Βασιλιάς ένιωθε ευτυχισμένος πολύ. Τα προνόμια της θέσης του απολάμβανε, τον θαυμασμό και τα πλούτη. Ο λαός έσκυβε να πραγματοποιήσει κάθε επιθυμία του καινούργιου του αφέντη. Όλα ήταν υπό τάξη και έλεγχο. Ανήμερα Χριστούγεννα, ο Νέος Βασιλιάς βγήκε στο μπαλκόνι του και κοίταξε από κάτω τη χώρα που απλωνόταν στα πόδια του.

«Ήμουν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα!», ξέσπασε με ενθουσιασμό Κρατώ όλο τον κόσμο στις παλάμες μου, είμαι ευτυχισμένος!!». Όμως, ύστερα το βλέμμα του έπεσε στη ζαρντινιέρα του μπαλκονιού τη χρυσή. Το Δεντράκι της Ευτυχίας ήταν τώρα  μαραζωμένο πολύ. Βλέπετε, οι ρίζες του δεν χώραγαν πια στο στενό, ρηχό κουτί και το ξυλόγλυπτο σκίαστρο του μπαλκονιού τού έριχνε σκιά ένα χρόνο τώρα, και όχι τον ήλιο, που τόσο εκείνο αποζητούσε…

Αντικρίζοντας το, ο Νέος Βασιλιάς αγανάκτησε:

«Δεντράκι της Ευτυχίας και κουραφέξαλα», επανέλαβε, όπως εκείνο το βράδυ, μια χρονιά πριν.

«Έχεις την εντύπωση ότι εξαιτίας σου είμαι ευτυχισμένος; Ε;», το ειρωνεύτηκε, κοιτώντας το με περιφρόνηση περισσή. «Πως είσαι έτσι κοίταξε!», συνέχισε. «Ταπεινό, καχεκτικό και μαραμένο!».

Την επόμενη ημέρα κιόλας, ζήτησε από τους υπηρέτες του να το κόψουν. Εκείνοι, φοβισμένοι, και προσέχοντας να μην τον δυσαρεστήσουν, αφού σαν θύμωνε ήταν γνωστός για τις φωνές και τους απότομους τρόπους του, έσπευσαν να κάνουν αμέσως όπως διέταξε. Για χάσιμο δεν είχαν εξάλλου καιρό. Χριστούγεννα καθώς ήταν, ήταν φανερό, πως μαζί με τις προετοιμασίες και τους στολισμούς, έπρεπε να φροντίσουν και για το δείπνο που θα παρείχε ο αφέντης τους στους καλεσμένους του, γιορτάζοντας τον ένα χρόνο πια διακυβέρνησης του τόπου…

Τα Χριστούγεννα αυτή τη φορά γιορτάστηκαν πανηγυρικά. Ένα τεράστιο Έλατο στολίστηκε, μεγαλοπρεπές, δέντρο που συμβολίζει την δύναμη και το νέο ξεκίνημα στο Βορρά στο διηνεκές και τόσο μεγαλόπρεπο και εντυπωσιακό ήταν, όσο και ο νέος εδώ και ένα χρόνο  αυτού του τόπου κυβερνήτης. Αντιπρόσωποι λαών έφτασαν και πάλι στο δείπνο προς τιμήν του, για να δηλώσουν τα σέβη τους και να του χαρίσουν πλούσια δώρα. Ο νεαρός βασιλιάς μας ακτινοβολούσε από ευτυχία…

Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων έφτασε στο Μακρινό Βορρά ένας Άρχοντας από την Ανατολή. Ζήτησε τσάι για να ξεδιψάσει και μπάνιο να κάνει με γιασεμί. Δεν είχε καταφέρει να παραστεί το προηγούμενο βράδυ, είπε, αλλά είχε κάνει ταξίδι πολύ, μόνο και μόνο για να δηλώσει τη φιλική του πρόθεση και να προσφέρει στο βασιλιά και κείνος ένα δώρο χριστουγεννιάτικο.

Λίγο αργότερα, με έκπληξη, αλλά και δυσαρέσκεια μεγάλη, ο Νέος Βασιλιάς ή Βασιλιάς Τεντώρ, όπως ήταν το όνομα του το πραγματικό, είδε τον υπηρέτη του Άρχοντα να του παραδίδει για δώρο μερικούς…κόκκους, που έμοιαζαν με…σπόρο! Περιφρόνηση ένιωσε τότε μεγάλη αλλά και αγανάκτηση περισσή για αυτόν τον Άρχοντα από την…Ανατολή! Που προτίμησε να του προσφέρει και κείνος, όπως  πέρυσι ο Άρχοντας από τη Δύση, κάτι τόσο ταπεινό. Αντί για πολύτιμες πέτρες ή χρυσό. Κρατήθηκε όμως και τίποτα δεν είπε.

Βλέπετε, τον πρώτο αυτό χρόνο διακυβέρνησής του, το όνειρό του να επεκτείνει το βασίλειό του, είχε δημιουργήσει με τους λαούς προς τη Δύση προστριβές αρκετές και έτσι τώρα, στην φάση αυτή, θεώρησε πως δεν θα ήταν φρόνιμο να προσβάλλει τον Άρχοντα απ’ την Ανατολή.

Όμως ο σχιστομάστης βασιλιάς κατάλαβε την απογοήτευση του Τεντώρ,  και να τον καθησυχάσει προσπάθησε, λέγοντας:

«Άρχοντά μου, φαντάζομαι πως περίμενες κάτι πολυτιμότερο».

«Κάτι που η αξία του να προσδιορίζεται από τις πέτρες που ακτινοβολούν πάνω του, θα ήταν για σένα προτιμότερο, ή από το βάρος του πολύτιμου μέταλλου από το οποίο θα ήταν φτιαγμένο», διαπίστωσε.

«Όμως, στον τόπο μου, από τους σπόρους αυτούς ένα δέντρο με άνθη λευκά φυτρώνει. Σαν ανθίζει, με την ομορφιά του θαμπώνει, η ομορφιά του όμως κρατά λίγα μερόνυχτα. Αυτό μας θυμίζει, ότι όλα τα όμορφα πράγματα στη ζωή εφήμερα είναι, αλλά, και πως δεν πρέπει να δίνουμε παραπάνω αξία σε κάτι, απ’ όσο χρειάζεται, ούτε όμως και να θεωρούμε τίποτα δεδομένο». Και συνέχισε, λέγοντας:

« Τύχη πιστεύει ο λαός μου πως χαρίζει το δέντρο αυτό, σ’αυτόν που το έχει δίπλα του και το φροντίζει για καιρό. Θα πρέπει όμως να είναι αγνός στη ψυχή και καθαρός στην καρδιά, όπως απ’ τα λουλούδια του τα πέταλα. Τότε η Τύχη με το μέρος του θα είναι και τα άνθη του θα δώσουν καρπούς τόσο στο δεντράκι της κερασιάς –έτσι το λέμε στη χώρα μου – όσο και στα πρόσωπα που το ‘χουν κοντά τους…»

«Να το φυτέψεις σε μέρος που θα αναπτυχθούν οι ρίζες του, σου δίνω συμβουλή, κατέληξε ο σχιστομάστης άρχοντας. Κάπου που θα βλέπει φως, θα κοιτά Ανατολή, και θα θυμάται την πατρίδα του…», συμβούλεψε. Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του λίγο προτού αναχωρήσει για τα ξένα.

Το ίδιο βράδυ βρήκε τον Τεντώρ με τον πατέρα του να λογομαχεί:

«Ο ανατολικός άρχοντας αντί να με σεβαστεί και χρυσό να μου φέρει από την Ανατολή, τις μάχες μου να χρηματοδοτήσω με τα γειτονικά κράτη, εκείνος από τόσο μακριά ήρθε να δηλώσει υποταγή με… μερικούς σπόρους!!», ούρλιαξε, πιο θυμωμένος από ποτέ.

«Γιε μου καλέ», απάντησε τότε ήρεμα και στοργικά ο Παλιός Βασιλιάς, «δεν ήρθε να σου δηλώσει υποταγή ο Άρχοντας απ’την Ανατολή. Φιλία και αλληλοεκτίμηση είναι αυτό που επιθυμεί», τον διόρθωσε. «Κι όσον αφορά την πρόθεσή σου το Βασίλειο μας να επεκτείνεις, κατακτώντας γειτονικούς λαούς με την δύναμη των όπλων, την άποψή μου την ξέρεις», είπε, «όπως και την άποψη όλων» και κατέβασε απογοητευμένα το κεφάλι του ο ηλικιωμένος…

 *****

Τους σπόρους από την Ανατολή τους ξέχασε γρήγορα ο Βασιλιάς Τεντώρ. Το μυαλό του ήταν πνιγμένο και αγχωμένο από τις υποχρεώσεις. Την προσπάθειά του να κάνει τη χώρα του όλο και πλουσιότερη, να κάνει με άλλα κράτη ενώσεις. Για αυτό και κατάστρωνε στρατηγικές και έπαιρνε μέρος σε μάχες πολλές.

Σιγά σιγά, προσέθετε όλο και περισσότερο κόσμο κάτω από της κυριαρχίας του το ζυγό. Κόσμο δυστυχισμένο. Όμως ο Παλιός Βασιλιάς, εκτιμώντας το δώρο από την Ανατολή και ελπίζοντας ότι το μυαλό και την καρδιά του γιου του θα ανοίξει, ζήτησε η κερασιά να φυτευτεί κρυφά. Και έτσι, οι υπηρέτες του Τεντώρ φύτεψαν και πάλι στη χρυσή ζαρντινιέρα το νέο του απόκτημα. Για να το βλέπει αυτός μοναχά από το παράθυρο του και να του φέρνει τύχη. Στην παλιά θέση από την μικρή βελανιδιά.

Στον καιρό που ακολούθησε, η τύχη ήταν με το μέρος της Χώρας του Μακρινού Βορρά. Το βασίλειο μεγάλωνε, τα όριά του διπλασιάστηκαν. Τα θησαυροφυλάκια πλημμύριζαν χρυσό, η χώρα πλούτιζε ολοένα και περισσότερο.

Μόνο που οι υπήκοοί της, νέοι ή παλιοί, σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα υπέφεραν πολύ. Οι γυναίκες έχαναν τους άντρες τους και στα παιδιά έλειπαν οι πατεράδες τους. Τι και αν σε όλους χάριζε ο Τεντώρ χρήματα και προνόμια πολλά;

Τους έλειπαν τα πρόσωπα που  αγαπούσαν, τα σπίτια τα παλιά. Η τύχη ήταν με το μέρος του βασιλείου που ολοένα και μεγάλωνε, αλλά σε καθένα προσωπικά, η ατυχία και η στεναχώρια είχε χτυπήσει την δική του πόρτα.

Σιγά σιγά, οι σπόροι της Ανατολής έδωσαν τη θέση τους σε μια νεαρή κερασιά. Το δεντράκι μεγάλωσε και άνθισε απρόσμενα γρήγορα. Με άνθη πάλλευκα και μπουμπούκια διαλεχτά. Που θα ομόρφαιναν το παλάτι, για λίγα μόλις μερόνυχτα.

Λίγο αργότερα όμως άρχισε να γίνεται εμφανής η απουσία του ήλιου στα φύλλα και τα άνθη του φυτού. Στριμωγμένο μέσα στη χρυσή ζαρντινιέρα, μάταια αποζητούσε το βλέμμα των ανθρώπων και την φροντίδα τους. Το χάδι  ηλιόλουστου καιρού. Και αυτοί οι υπηρέτες ακόμα, τυπικά το πότιζαν και αραιά, αλαφιασμένοι καθώς έτρεχαν υπό τις προσταγές του βασιλιά. Και έτσι λυπημένη μεγάλωνε η μικρή κερασιά. Αποζητώντας μάταια την πατρίδα της την Ανατολή, μέσα από το σκιερό βασιλικό μπαλκόνι…

Γρήγορα τα φύλλα της σκούρυναν, γίνηκαν καφέ. Τα λευκά πέταλα από τα άνθη της μαύρισαν και άρχισαν να πέφτουν. Και λίγο διάστημα αργότερα η κερασιά ξεράθηκε εντελώς, αφήνοντας μες τη ζαρντινιέρα ατελώς ένα σωρό από πεθαμένα κλαδιά και βρώμικα λουλούδια…

Το ίδιο εκείνο βράδυ εχθροί του βασιλείου κατάφεραν να εισβάλλουν στο παλάτι. Ο Τεντώρ έλειπε μακριά, βρήκε όμως τους γονείς του το κακό γινάτι και σκοτώθηκαν. Πληροφορίες το είχαν, πως έφταιγαν υποταγμένοι υπήκοοι από χώρες ξένες αλλά και κάτοικοι της χώρας του Μακρινού Βορρά.  Γιατί, τσακισμένοι με όσα είχαν χάσει τόσο καιρό πολέμου και παίρνοντας θάρρος από την απουσία του Βασιλιά στα ξένα, συνωμότησαν για να βγάλουν τον Τεντώρ από την μέση και να πάρουν εκείνοι την εξουσία στα χέρια τους…

Από τότε πέρασε καιρός πολύς και σύντομα έφταναν πάλι γιορτές. Και όπως έλεγε άγραφος νόμος απ’το χτες, παντού οι εχθροπραξίες σταματούσαν. Ο Τεντώρ ήρθε με κάθε μυστικότητα στη χώρα του. Κουρασμένος από τους πολέμους, σημαδεμένος από το χαμό των δικών του. Τώρα που η καρδιά του γέμισε πόνο, τώρα μόνο, συνειδητοποιούσε τι είχαν αισθανθεί οι υπήκοοί του, χάνοντας  πρόσωπα αγαπημένα. Πονώντας βαθιά. Άνθρωποι, τους οποίους εκείνος προσπαθούσε να  γλυκάνει με υλικά αγαθά.

Ξαφνικά τα πόδια του λύγισαν και ένιωσε την ψυχή του μια πέτρα βαριά. Τίποτα δεν είχε πια το πιότερο νόημα. Χωρίς την αγκαλιά της μάνας και τη στοργική συμβουλή του πατέρα. Τώρα δα το καταλάβαινε. Πόσο καιρό είχε χάσει μακριά τους, όσο νόμιζε ότι όλα για πάντα θα κρατούσαν! Πως εκείνοι θα ήταν πάντα εκεί, στη θέση τους ακλόνητοι και πως η ευτυχία εξαρτιόταν μόνο από τα δικά του χέρια…!

Αλλά, χωρίς εκείνους ένιωσε δυστυχισμένος. Χωρίς το χάδι και τη συμβουλή τους μπερδεμένος. Ο χαμός τους αλλά και η ογκώδης, και διχασμένη χώρα του, κάτι που είχε δημιουργήσει με τις δικές του αποφάσεις μόνο, παρακούοντας τον πατέρα του και σκορπίζοντας πόνο. Έργο, που είχαν χτίσει μόνο τα δικά του χέρια…

Πέφτοντας να κοιμηθεί, μια ματιά έριξε έξω στο μπαλκόνι. Αναγνώρισε στη ζαρντινιέρα ένα ακόμα δεντράκι ξεραμένο, αυτό της κερασιάς.

« Η Ευτυχία μου σίγουρα χάθηκε», μονολόγησε.

Και ούτε καν η Τύχη δεν είναι με το μέρος μου πια…».

Το ίδιο εκείνο βράδυ έκλαψε πικρά. Για τον χρόνο που έχασε από τη ζωή των δικών του. Τις συμβουλές του πατέρα του που αγνόησε. Τις παροτρύνσεις φίλων που δεν έλαβε σοβαρά και έχασε απ’το πλευρό του. Το βράδυ εκείνο που τον βρήκε μοναχό του, να κοιμηθεί δεν μπόρεσε.

Στριφογυρνούσε με ανησυχία. Λουζόταν από κρύο ιδρώτα. Από τύψεις για όσα έγιναν, από άγχος για τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει πρώτα. Για να φέρει και πάλι το καλό στον τόπο του, τον πατέρα του περήφανο να ξανακάνει. Και είχε μικρό διάστημα ο Τεντώρ για να καταστρώσει τα σχέδιά του, αποφάσεις για να πάρει.

Τις μέρες των Χριστουγέννων που οι πόλεμοι σταματούσαν…

Χαράματα άρχισε να τον παίρνει ο ύπνος. Μα εκείνη την ώρα, σαν λίγο έκανε να κλείσει τα βλέφαρά του, την σκιά μιας ηλικιωμένης γυναίκας νόμισε πως είδε μπροστά του και πετάχτηκε από το κρεβάτι.

«Μητέρα!» φώναξε με λαχτάρα. Τότε η σκιά προς το μέρος του πλησίασε και η γυναίκα μίλησε. Ο Τεντώρ αντίκρισε μια ηλικιωμένη μορφή με άσπρα, ξέλυτα μαλλιά.

«Βασιλιά Τεντώρ», έκανε εκείνη με μια φωνή κουρασμένη και βαθιά. «Στάθηκες βλάσφημος απέναντι στη Μοίρα. Απέναντι στα δώρα της».

«Θεώρησες την Ευτυχία δεδομένη. Την Τύχη πάντα στην ώρα της. Μα το χειρότερο από όλα», του είπε η ηλικιωμένη μορφή, κοιτώντας τον ευθεία στα μάτια, «είναι πως χρησιμοποίησες τα δώρα αυτά για να ικανοποιήσεις μόνο τον εαυτό σου, επιζητώντας όλο και περισσότερα. Πως τι έχουν ανάγκη και τι χρειάζονται οι άλλοι γύρω σου το αγνόησες».

Ο Τεντώρ χλόμιασε.

«Ποια είσαι; Πως να μπεις στο παλάτι μπόρεσες;», τη ρώτησε. «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;», έκανε τελικά φοβισμένος.

«Στη γλώσσα χώρας μακρινής και παλιάς όσο και ο χρόνος, το όνομά σου Δώρο Θεού σημαίνει Τεντώρ», συνέχισε, αγνοώντας τον η σκιά. «Η Μοίρα επέλεξε εσένα, για να μοιράσεις τα δώρα του Θεού στους γύρω σου. Αλλά εσύ, μόνο για τον εαυτό σου τα κράτησες. Ποτέ δεν τα μοιράστηκες, και έτσι ποτέ δεν έμαθες το νόημά τους το πραγματικό».

«Μα μόνο σαν μοιραστείς αγαθό μαθαίνεις την πραγματική αξία αυτού που σου χάρισαν. Μόνο αν γυρέψεις να γνωρίσεις τα δώρα που σου δίνονται και τις ανάγκες των ανθρώπων που έχεις γύρω σου μαζί τους για να τα μοιραστείς, βασιλεύεις πραγματικά».

Ο Τεντώρ ένιωσε και πάλι να του λυγίζουν τα πόδια.

«Και τι είναι η Μοίρα; Γιατί επέλεξε εμένα για τα δώρα αυτά;

Γιατί είμαι εγώ αυτός που γεννήθηκε βασιλιάς και όχι φτωχός, γιατί;», ξέσπασε απελπισμένος.

«Μην το ψάχνεις, γιε μου», αποκρίθηκε η ηλικιωμένη. «Βασιλιάς και όχι Ζητιάνος ντύθηκες, ίσως γιατί κάποιος είδε σε σένα μυαλό αρκετό και καρδιά καθαρή, για να μοιράσεις με  τρόπο ίσο τα δώρα τούτου του κόσμου σε αυτούς που είναι φτωχοί.

Αλλά, το ίδιο φτωχός αποδείχτηκες και ο ίδιος».

Και σαν τον είδε να μην καταλαβαίνει, συνέχισε:

«Φτωχός δεν είναι μόνο κάποιος που χρήματα δεν έχει, αλλά και κάποιος που αρκετή γνώση δεν κατέχει. Γνώση για τα πράγματα που τον περιβάλλουν. Για το τι χρειάζεται πραγματικά. Γνώση του τι εκείνος μπορεί να προσφέρει στους άλλους. Και γνώση του τι αποζητούν οι άλλοι γύρω του τόσο από τον εαυτό τους, όσο και από αυτόν μοναχά.

Ο Τεντώρ το σκέφτηκε ξανά.

«Τώρα ξέρω τι ζητάω!», ομολόγησε. «Τώρα ξέρω που έκανα λάθος, αλλά… είναι αργά», παραδέχτηκε, σκύβοντας το κεφάλι στο πάτωμα.

«Γνωρίζεις μόνο ένα κομμάτι αυτών που ζητάς», τον διόρθωσε η ηλικιωμένη. «Μόνο αυτό που ήδη έχασες λαχταράς, ενώ η πραγματική γνώση είναι σε αυτό που επιπλέον μπορείς να αποκτήσεις. Σε αυτά που δεν ενδιαφέρθηκες να γνωρίσεις, όσο απλά και ταπεινά κι αν ήταν.»

Στη συνέχεια, στάθηκε και τον κοίταξε για λίγο η μορφή με τα μακριά μαλλιά. Και ύστερα, σαν να σκέφτηκε κάτι, μίλησε τελευταία φορά:

«Αν ειλικρινά το επιθυμείς, θα έχεις μια δεύτερη ευκαιρία να τιμήσεις το όνομά σου», τον ενημέρωσε με τη βαθιά, κουρασμένη της φωνή . «Μα τούτη τη φορά δεν υπάρχει γυρισμός και περιθώριο για λάθη», συμπλήρωσε.

Και προτού ο Τεντώρ τη διαβεβαιώσει, ότι το ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο, εκείνη απρόσμενα χάθηκε, όπως απρόσμενα είχε μπροστά του εμφανιστεί.

Το επόμενο πρωί οι λίγοι έμπιστοι του Τεντώρ σταμάτησαν στην πύλη του Βασιλείου ένα ταξιδιώτη μοναχικό που προσπαθούσε να περάσει.

«Έρχομαι από το Μακρινό Νότο», δήλωσε. «Ο αφέντης μου στέλνει στον βασιλιά σας αυτό» είπε, δείχνοντάς τους ένα κλαράκι ελιάς, που κρατούσε. «Στη χώρα μου το κλαράκι αυτό σύμβολο ειρήνης αποτελεί. Και στέλνοντάς το, ο άρχοντάς μου να δηλώσει τις ευγενείς διαθέσείς του επιθυμεί, ενημέρωσε ». Στη συνέχεια ο ταξιδιώτης αναχώρησε και πάλι για τα ξένα…

Οι έμπιστοι του Τεντώρ παρέδωσαν στο νεαρό βασιλιά το κλαράκι ελιάς και μετέφεραν τις προθέσεις του Άρχοντα από το Μακρινό Νότο.

Ο Τεντώρ γνώριζε πως ο Άρχοντας του Νότου ήταν ένας άντρας ηλικιωμένος και σοφός. «Όπως ήταν κάποτε ο πατέρας μου», αναλογίστηκε. Ο  Ισοκράτης βασίλευε στον Νότο εδώ και δεκαετίες. Η διακυβέρνηση της χώρας του ήταν τόσο συνετή, που η φήμη της μέχρι τα πέρατα του κόσμου ήταν γνωστή. Οι εχθροί τους, σχεδόν ανύπαρκτοι. Ο νεαρός βασιλιάς γνώριζε επίσης πως η ελιά, σύμβολο ειρήνης και σοφίας, ήταν για το Νότο δέντρο ιερό…

Εκείνο το βράδυ πήρε το κλαράκι ελιάς και το έβαλε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό. Θέλησε να το κάνει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Να του θυμίζει καθημερινά πόσα είχε ακόμα να μάθει, να του φέρνει στο νου την πλούσια εκείνη χώρα με την ειρηνική διακυβέρνηση.

Ο Τεντώρ τα επόμενα μερόνυχτα κάθισε και σκέφτηκε πολύ. Λίγες μέρες μετά, είχε πάρει τη σωστή απόφαση.

Μήνυσε στους έμπιστους φίλους του πως δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Πως είχαν μπροστά τους ταξίδι μακρινό. Έπρεπε να γίνει στο διάστημα των Χριστουγέννων, που σταματούσαν οι εχθροπραξίες, και είχε σκοπό μυστικό.

Ο Τεντώρ αποφάσισε πως θα  πήγαιναν στην άλλη άκρη της γης, τον Νότο. Να δηλώσουν με τη σειρά τους ειρηνική πρόθεση απέναντι στον Βασιλιά του και να του ζητήσουν συνεργασία, αλλά και τη συμβουλή του… 

*****

 

Μετά από πάρα πολύ μεγάλο καιρό απουσίας, είπα να δώσω το παρόν, δίνοντάς σας και κάτι δικό μου πολύ… Η συνέχεια του παραμυθιού την επόμενη εβδομάδα, εώς τότε εύχομαι σε όλους σας Καλά Χριστούγεννα και ότι επιθυμεί ο καθένας βαθιά μέσα στη καρδούλα του!!

445973-4562581800_cdd1b161f8 λουλουδια του χειμώνα

Το βαλς της Ελένης

tumblr_mmfq9baw1y1rmd611o1_500

Περπατάει στο δειλινό σκυφτός, στηρίζοντας τον αριστερό του αγκώνα στη γκρι του πατερίτσα, όμοια με το χρώμα του κοστουμιού του. Φορά φανελένια μπλούζα σε ένα καιρό που μόλις φθινοπώριασε. Ένα κασκέτο προστατεύει το κεφάλι του, το γείσο του να ρίχνει σκιά στα ανοιχτόχρωμα μάτια του, ξέθωρα από τον καταρράκτη, έξυπνα, διερευνητικά.

Φορά δερμάτινη τσάντα σταυρωτά, με υπάρχοντα λιγοστά και τις εισπράξεις της ημέρας και στο δεξί του χέρι κουβαλά το κοντάρι με τα απούλητα δελτία. Η πλάτη του στραβωμένη από ατύχημα και πληγωμένη από αρθριτικά στέκει μουντρούχα, σκυφτή προς τα κάτω, θαρρείς εκτός από λαχεία, επωμίζεται το βάρος του κόσμου όλου.

Ο λαχειοπώλης της Διονυσίου Αρεοπαγίτου έχει συμπληρώσει ήδη τρεις ώρες δουλειάς. Έχει έρθει η ώρα του να ξαποστάσει. Βρίσκει καταφύγιο σε ένα από τα παγκάκια του πάρκου, λίγα μέτρα κάτω από το ρωμαϊκό θέατρο. Χρώματα φούξια, κίτρινα, ροζ και γαλανά, ένας καμβάς πολύχρωμος ο αττικός ουρανός. Απέναντί του, το Νέο Μουσείο. Το θαυμάζει μοντέρνο και επιβλητικό να φωτίζεται δίπλα στα χρώματα του δειλινού και ονειρεύεται τους θησαυρούς που κρύβει μέσα του, τα αγάλματα που χορεύουν βαλς και τανγκό σαν οι τουρίστες φεύγουν, οι πόρτες κλείνουν αλλά τα φώτα μένουν αναμμένα, φόρος τιμής σε ένα ένδοξο παρελθόν…

Το δικό του αγαπημένο βαλς, έχει ηχοχρώματα λατέρνας, πιάνου και ήχου από κιθάρα μεστή. Το πρωτάκουσε σε μια ταινία, πάνε καμιά πενηνταριά χρόνια. Ο Παπαμιχαήλ να χορεύει αγκαλιά με μια καρέκλα και το κοινό να ξεκαρδίζεται από κάτω. Μια ταινία στην πραγματικότητα λυπητερή. Τότε με την κυρά του λυπήθηκαν τους πρωταγωνιστές για την τύχη τους και μακάριζαν το Θεό για τη δική τους ευτυχία. Ήταν ερωτευμένοι, είχαν υγεία, δουλειά, περίμεναν παιδί, δεν τους έλειπε τίποτα…

Σαν ήρθε το ατύχημα και έμεινε ορφανός από οικογένεια, με τραυματισμένο χέρι και μια πλάτη στραβή, αναγκάστηκε να βγει σε σύνταξη αναπηρική. Το μαγαζί έκλεισε, η καρδιά του έκλεισε, το βαλσάκι έμεινε. Να παίζει στα χέρια της λατέρνας του Αρμάου, των πλανόδιων, στα ραδιόφωνα. Εκείνος, από ανάγκη πιότερο συναισθηματική παρά οικονομική, βρέθηκε να κάνει τον λαχειοπώλη για να βγαίνει έξω, σε μια γειτονιά όπου όλα του θύμιζαν κάτι παλιό, γνήσιο, εκεί που άκουγε τις λατέρνες και το βαλσάκι για χαμένα όνειρα από τους πλανόδιους μουσικούς…

Το είχε ερωτευτεί σαν το πρωτάκουσαν στην ταινία, λίγο καιρό μετά το γάμο τους. Ένιωσε πως με αυτό το τραγούδι ταυτίζεται∙ με αυτή τη διαρκή αναζήτηση μέσα στη χαρά και τη λύπη που είναι η ίδια η ζωή. Και αργότερα, μετά το χαμό της οικογένειάς του, το βαλσάκι των χαμένων ονείρων έγινε το βαλσάκι της Ελένης του. Βαλσάκι βάλσαμο. Για την καρδιά του, που αιμορραγούσε και παρηγοριόταν να χορεύει, με την καρέκλα της αδειανή πια, ως άλλος Παπαμιχαήλ.

Παράξενη μελωδία! Από τη μία χάριζε διέξοδο στα δάκρυά του, από την άλλη τον έκανε να μειδιά στη θύμηση ευτυχισμένων στιγμών. Αυτός ο νοσταλγικός κύκλος, σωστό καρουσέλ, η μελωδία για νεανική φρεσκάδα και παιδική αθωότητα, για όνειρα που χάθηκαν αλλά δεν πεθαίνουν. Που παρέμενε ατελής, επαναλαμβανόμενη. Σαν να έψαχνε μαζί του προσδιορισμό, σαν να ήθελε να αφορίσει τη λύπη και να καλωσορίσει τη χαρά, αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρη, και πάλι περιοριζόταν απλά στο να γιατρεύει τις πληγές της μέχρι τη στιγμή που ξανά θα διεκδικούσε, θα αρνιόταν να κλείσει την πόρτα στο αθώο, στο ελπιδοφόρο, στο αυθεντικό και έτσι ο κύκλος θα συνεχιζόταν…

Αγαπώντας τη μελωδία αυτή, έψαξε να μάθει τα πάντα για το συνθέτη της. Ταυτίστηκε με το Χατζιδάκι, τις αναζητήσεις και τα αινίγματα που τον παίδευαν. Και σαν αργότερα ήρθε στο άκουσμά του το «Για την Ελένη», αφιέρωσε ένα ακόμα τραγούδι στη γυναίκα του…

 

Στο κλείσιμο του δειλινού, τα χρώματα του αττικού καμβά έχουν αρχίζει να αλλάζουν, το μπλε γίνεται σκουρότερο, το φούξια σιγά σιγά χάνεται. Η Ακρόπολη φωτίζεται, κόσμος αρχίζει να πλησιάζει στο αρχαίο θέατρο. Ο λαχειοπώλης δεν έχει δει ποτέ του παράσταση, η έννοια θέατρο για αυτόν είναι μοναχά δυο σύμβολα, δυο μάσκες με χαμόγελο ή λύπη, σαν την ίδια τη ζωή. Κάτι όμως πάντα τον συνδέει με αυτές τις αψίδες, τον βράχο της Ακρόπολης, τη γειτονιά της Πλάκας. Και σαν ακούγεται μουσική από τον αρχαίο χώρο, οι υπεύθυνοι που τον γνωρίζουν πια, του επιτρέπουν να πλησιάσει κοντά στα κάγκελα και να ακούσει μελωδίες ελληνικές ή από τα πέρατα του κόσμου…

Ο λαχειοπώλης έχει απόψε μεγάλη χαρά. Το θέατρο έχει αφιέρωμα στο Μάνο Χατζιδάκι και ο κόσμος έχει αρχίσει να προσέρχεται φουριόζος και πολύς.

Σήμερα δεν θα δουλέψει άλλο. Βλέπει τον κόσμο που μπαίνει στο θέατρο, φαντάζεται το χώρο, τις κάμερες που θα καλύψουν το λαμπερό γεγονός.

Ένα κουβάρι είναι η ζωή του, μια κουβαρίστρα που η κλωστή της κάνει κύκλους ξανά και ξανά, μέχρι εκείνη να κοπεί, καθώς σιγά σιγά φτάνει στο τέλος της. Μόνο που απόψε, αυτό δεν το σκέφτεται. Γιατί όπως έλεγε και ο ήρωάς του στην ταινία, τις  μεγάλες χαρές τις χάσαμε, τις μεγάλες λύπες, τις ζήσαμε ήδη. Μας απομένουν μικρές λύπες, και μικρές χαρές. Μα σαν ο πόνος μοιράζεται, γίνεται μισός, ενώ η μοιρασμένη χαρά διπλή. Και σήμερα, η χαρά του είναι τεράστια. Θα ακούσει Μάνο και θα μοιραστεί τη χαρά του με τόσο κόσμο! Και συντροφιά τον αθηναϊκό ουρανό. Την Ακρόπολη. Τα αγάλματα που χορεύουν σιωπηλά βαλς και τανγκό για την Ελένη. Για τη δική του Ελένη, και την άλλη Ελένη.

Που και αν δεν τη βρήκαμε, την έχουμε μέσα μας. Που και αν τη χάσαμε, πάλι δικιά μας είναι. Δική του.

Σήμερα θα σκορπίσει τους λαχνούς που θα πουλούσε. Στους γαλαξίες και στο άπειρο. Στην Ακρόπολη, στο Ηρώδειο, στον αττικό καμβά. Στο βαλς και το τανγκό των αγαλμάτων. Τις μάσκες της ευτυχίας και της τραγωδίας. Τις κάμερες και τους ανθρώπους. Τα βιολιά της ορχήστρας. Την πένα του Γιαννακόπουλου.

Για να μην ξαναφτιαχτεί ο κόσμος, με καλό ή κακό, να παλεύουν στη ζυγαριά, παρά να μείνει όπως έχει, τούτη την ανάσα, τούτη τη στιγμή, κάτω από το φεγγάρι, όλος ενωμένος, μια γροθιά, να τραγουδά Χατζιδάκι, παρέα με τα αγάλματα.

 

Για τη δική του Ελένη. Του καθενός την Ελένη.

Ναι, έτσι θα γίνει.

Το αποφάσισε απόψε, ως άλλος Λαχειοπώλης του Ουρανού…

ηρωδειο

Out of the box

set your imagination free

Τα έχω κάνει θάλασσα.

………………………..

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εγώ εδώ πέρα.

Πάντα προσπαθούσα να σκέφτομαι ορθά. Στο σχολείο ήμουν καλός   στην ορθογραφία και στο θρανίο καθόμουν πάντα γωνία ορθή. Μην πάθω σκολίωση, λέγανε. Κάτι θα ξέρανε, σχολείο-σκολίωση, φοβόμουν. Πάντα προσπαθούσα να τα κάνω όλα ορθά. Και έτσι στην αρχή δεν πήρα είδηση τα ορθογώνια στη ζωή μου. Κάτι από το μάθημα γεωμετρίας θυμάμαι, τις ενενήντα μοίρες της γωνίας.

Η γειτόνισσα πάλι, έλεγε ότι η κόρη της είχε άτυχη μοίρα. Σκεφτόμουν και έπραττα πάντα ορθά. Τουλάχιστον έτσι δεν θα είχα μία, αλλά ενενήντα μοίρες που έλεγε κι ο δάσκαλος. Κάποια από αυτές τυχερή θα ήταν…

Μετά, το πατρικό της μάνας μου έγινε ορθές γωνίες από μπετόν, το μποστάνι χάθηκε, η κότες πετάχτηκαν σε άλλη γειτονιά. Πετάξαμε και μεις και αυτές σε νέα μοίρα. Με ογδόντα εννέα συντρόφισσες.

«Ορθή απόφαση η αντιπαροχή», έλεγε ο πατέρας. Ορθή απόφαση είπα και γω στο πρώτο σφίξιμο. Της βίδας στο στήσιμο της γωνίας της ορθής μην τύχει και λασκάρει, μοίρες και αλλάξει. Και πως μου φάνηκε πως μια απ’τις κότες έγινε ξαφνικά χελιδόνι μ’ένα λευκό τριαντάφυλλο στο στόμα…

Και γω πως βρέθηκα να κοιτώ γωνίες ορθές στο γραφείο της δουλειάς μου ούτε που  το ξέρω. Ορθογώνια διαχωριστικά, λευκές σελίδες και έγγραφα γεμάτα γράμματα, πάνω σε τραπέζια με αιχμές και γύρω παντού αιχμές και χαμόγελα λίγα. Και οι τοίχοι γεμάτοι γωνίες, λευκοί, και πάνω τους ντουλάπια με ακμές και αιχμές, ενενήντα μοίρες και μοίρες ανθρώπων έτοιμα να διηγηθούν. Έψαχνα για παράθυρο – το αγαπημένο μου ορθογώνιο-αλλά παράθυρα δεν υπήρχαν, μόνο οι υψηλά ιστάμενοι τα διέθεταν στο γραφείο τους, ανταμοιβή για τις ορθές αποφάσεις που έπαιρναν στην εταιρία. Οι υπόλοιποι περιοριστήκαμε στα παράθυρα του υπολογιστή μας γεμάτοι πρόσωπα με γωνίες και αγωνίες.

Τότες πρόσεξα το χελιδόνι  πρώτη φορά.

Ήρθε και χτύπησε το τζάμι του υπολογιστή μου.

Τα πιξελάκια παρέλυσαν στην θέα της ομορφιάς του. Κρατούσε στο στόμα του τριαντάφυλλο λευκό. Εκνευρίστηκα. Πώς είχε μπει εκεί μέσα; Αφού εγώ δεν είχα παράθυρο κανονικό. Αισθάνθηκα πως με κορόιδευε. Αγρίεψα. Το έδιωξα με συνοπτικές διαδικασίες. Έφυγε τρομαγμένο, μα πιο τρομαγμένος εγώ έριξα τον πάκο με τις αναφορές στο πάτωμα, λευκό τριαντάφυλλο μαδημένο στο χώμα…

Γυρνώ σπίτι.

Το ρολόι στον τοίχο χτυπά οκτώ φορές. Υπερωρία. Και μετά ησυχία.

Σκέφτομαι τα λόγια του διευθυντή μου.«Ορθώς πράττετε κύριε Τριανταφύλλου. Συνεχίστε έτσι, πολλά σκαλιά η ιεραρχία, χρειάζεται δουλειά σκληρή».

Ορθώς, σκέφτομαι. Σκαλιά. Πως γίνεται τέσσερις μόνο ορθές γωνίες να κρύβουν τόσες αγωνίες.

Το σπίτι που νοικιάζω μικρό, σοφίτα, στην μπάντα τα έσοδα. «Κάνεις ορθά, έλεγε η μάνα μου, κράτα τα, θα κάνεις οικογένεια μεθαύριο».

Στέκομαι όρθιος και σκέφτομαι πάλι ορθά. Τεντώνομαι να δω έξω. Δεν  έχω παράθυρα,  δυο φεγγίτες μόνο, ψηλά. Ταρατσάκι το σπίτι μου, κλείστηκε παράνομα.

Πνίγομαι. Ανοίγω το ορθογώνιο στο σαλόνι και αρχίζει να βουίζει γνώριμα. Παίρνω το μικρό ορθογώνιο να αλλάξω κανάλι, ανοίγω το λευκό ορθογώνιο στη κουζίνα, γαμώτο ξέχασα τις μπύρες -στο διάολο, τι ζήτησα βραδιάτικα!- τα πόδια μου χτυπούν απρόσεκτα στις γωνίες του καναπέ μου. Πονάω!

Ένας  θόρυβος με αποσπά.

Κοιτώ τον φεγγίτη. Το χελιδόνι.

Τακ τακ τακ.

Επιμένει.

Το θράσος του ξεπερνά τα όρια!

Παίρνω το ορθογώνιο που αλλάζει κανάλια και του το πετώ οργισμένος.

Φτερουγίζει αλαφιασμένο. Χάνεται.

Γυρνώ στα γνώριμα ορθογώνια.

Το βράδυ βλέπω αλλόκοτα όνειρα. Η τηλεόραση παίζει διαφημίσεις με ευτυχισμένα μωρά που πίνουν γάλα. Το ρολόι χτυπά μεσάνυχτα. Δεν μοιάζει με το ρολόι του τοίχου μου. Κύκλος τεράστιος και οι αριθμοί του δώδεκα γιγάντια ορθογώνια που περιστρέφονται γύρω του. Και στη μέση του κύκλου εγώ. Και καθώς χτυπά μεσάνυχτα, δώδεκα χτύποι τα ορθογώνια με χτυπούν δώδεκα φορές και πονάω και πνίγομαι και ασφυκτιώ και καθώς τρέχω από το σαλόνι στο χωλάκι για να βρω την πόρτα εξόδου εκείνη γίνεται το δέκατο τρίτο ορθογώνιο στο ρολόι και με κυνηγά απειλητικά, δεκατρία σκέφτομαι, γρουσουζιά, περνώ από τον ορθογώνιο καθρέφτη μου και κοιτώ τον εαυτό μου στο τζάμι, τα πόδια μου παραλύουν και καρφώνονται στη γη, δεν κουνιέμαι, τα χέρια μου αγγίζουν τους γοφούς μου και μένω έτσι σε στάση προσοχής, ενώ δεκατρία γρουσούζικα ορθογώνια του ρολογιού δεκατρία κουτιά έρχονται να με κατασπαράξουν και τότε βλέπω τον άκαμπτο, χλωμό εαυτό μου στο καθρέπτη, χέρια, πόδια, κορμός, ένα μακρύ ορθογώνιο είμαι, που στέκομαι προσοχή και κάνω τα πράγματα πάντα όπως πρέπει, και από πάνω από το ορθογώνιο που στέκεται προσοχή, ένας κύκλος φαύλος, ένα κεφάλι που σκέφτεται πάντα με τον ίδιο τρόπο, ορθά, το κεφάλι είναι που βουίζει ή ένας άλλος ήχος γνώριμος, ο φεγγίτης…ο  φεγγίτης …ο φεγγίτης…

Ξυπνώ.

………………..

Τα έχω κάνει θάλασσα.

Την ψυχή μου που ξεκουράζεται σε γαλάζιες αποχρώσεις σκέψεων.

Τα πόδια μου που βουτούν γυμνά στην ηλιόλουστη άμμο.

Τα ρολόγια και τα τετράγωνα κουτιά τους που βουλιάζουν μέσα σε πίνακες του Νταλί.

Ορθογώνια έφτιαξα και πάλι κουτιά.

Τα ‘ντυσα με χρώματα ζεστά και έπλεξα πάνω τους βοκαμβίλιες. Μπαλκόνια καφασωτά να ατενίζουν λουλακί μπουνάτσες. Τα δανείζω. Δεν είναι για μένα

Σε εκείνη έδωσα της μάνας μου το όνομα. Να με γυρνά η επιγραφή της σε άλλη εποχή. Μαζί της κουβεντιάζω για ώρες με την αλμύρα. Και η τελευταία για ανταμοιβή  θησαυρούς μου χαρίζει, να βγάζω το ψωμί μου. Σ’  αυτό το ευλογημένο νησί που διάλεξα  για τόπο μου.

Το βράδυ πλαγιάζω μέσα της, ζεστό το σκαρί της, σωστή αγκαλιά. Δε θέλω ενενήντα μοίρες. Μία μου φτάνει.

Βγήκα έξω από το κουτί.

Και δεν χρειάζομαι πια παράθυρα, φτάνει ο αέρας που αναπνέω.

Ένα πουλί πετά ψηλά, θαρρώ πως έρχεται προς το μέρος μου. Το χελιδόνι.

Δεν χρειάζεται να χτυπήσει πια κανένα τζάμι. Είμαι έξω.

Δεν χρειάζεται πια να το διώξω.

Είμαι έξω.

Μου αφήνει τριαντάφυλλο λευκό και στην πρώτη ριπή του ανέμου, τα πέταλά του αποσχίζονται και πετούν χαρούμενα στον αέρα σαν σελίδες λευκές. Χορεύουν ανέμελα, καινούργιες και άγραφες.

Είναι έξω.

Όμως οι παλιές συνήθειες δεν κόβονται. Είπα να πράξω και  πάλι ορθά. Κουσούρι και αυτό και οι ορθές γωνίες. Για αυτό και πήρα κάτι μικρό μαζί μου στη βάρκα, σύντροφο να το έχω κι ας περιλαμβάνει και τούτο πολλές  γωνίες, αγωνίες αλλά και αιχμές πολλές.  Γιατί όσα πιο πολλά τέτοια, τόσα λιγότερα τα κουτιά. Και οι γωνίες εκεί είναι πραγματικά ορθές.

Το ανοίγω.

Διαβάζω.