Tag Archive | ευτυχία

Η Ευχή

wish

Η Eυχή είναι ένα περίεργο πράγμα. Πόσο μάλλον όταν έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε τρεις. Σαν σου παρουσιάζεται το λυχνάρι του Αλλαντίν και το ίδιο το Έψιλόν της σου προτείνει τρεις διαφορετικές γραμμούλες, τρία  μονοπάτια διαφορετικά.

Για κάποιους από μας είναι μια συνήθεια, σαν σβήνουμε τα κεράκια μιας τούρτας γενεθλίων. Για κάποιους άλλους κάτι, που η πραγματοποίησή της μπορεί να αλλάξει όλο τους το είναι, να τους δώσει μια νέα κοσμοθεωρία, μια καινούργια αντίληψη ζωής. Οι άυλες έννοιες, τα συναισθήματα που είναι δύσκολο να περιγραφούν είναι και τα πιο σημαντικά…
Κι έτσι, ξαφνικά, βρίσκεσαι στην κοιλίτσα ενός μαγικού ύψιλον. Σε μια αγκαλιά που προσπαθείς να κάνεις ότι μπορείς, και κυρίως αυτά που δεν μπορείς. Τα αδύνατα. Για την Ευχή σου. Και όταν έρχεται το στρεσάρισμα και η κούραση, σκέφτεσαι ότι η κούρασή σου μπροστά σε άλλα, είναι απλά γελοία. Ότι η στενοχώρια που πέρασες πρόσφατα λόγω κάποιου προσωπικού θέματος μπροστά σε εκείνα, τραγικά αστεία. Η ζωή σου ειναι εδω, στα χέρια σου. Και είναι απλά πανέμορφη, κι ας μην εκπέμπει κάθε μέρα με φωτεινά χρώματα, δεν είναι σαχλό πρωινάδικο η Ζωή.
Και τα Χ μέσα στην Ευχή ξέρεις ότι θα τα φας συχνά. Είτε αφορούν εσένα, είτε τους άλλους. Μα…αν όλα ήταν εύκολα, πως θα γινόταν στη συνέχεια το υπερβατικό, το ακατόρθωτο, το ασυνήθιστο…το μαγικό…;;Οπότε, επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις το Χ που βρίσκεται μπροστά σου, αλλάζοντας του ιδιότητα. Επιλέγεις να το δεις διαφορετικά:

Χ σε ότι δεν έχει σημασία πραγματική, και Χ σε ότι δεν μπορείς πραγματικά να αλλάξεις…

Και έτσι, κάνοντας τούτο, βρίσκεσαι να κοιτάς έπειτα χαρούμενος το Η που ακολουθεί, ίδια σκαλίτσα στο να γίνεις εσύ ο ίδιος λίγο καλύτερος…

Μια σκάλα που θα ανεβάσει τους άλλους, αλλά και εσένα μαζί καθημερινά, λίγο ψηλότερα…

Advertisements

Συνήθειες που με κάνουν να χαμογελώ

images (1)

Κοντά στην προτροπή της Σοφίας να μιλήσουμε με τη σειρά μας για το τι μας κάνει χαρούμενες κάθε μία μέρα της εβδομάδας, αναζητώντας έτσι στιγμές ομορφιάς μέσα στην καθημερινότητα, και την μετεξέλιξη της ανάρτησης αυτής από τη Φωτεινή στην αναζήτηση επτά πράγμάτων που μας κάνουν ευτυχισμένουςη οποία και με έκανε και tag σε τούτο το … «εξελιγμένο» ποστ και την ευχαριστώ πολύ!– ας μιλήσω κι εγώ με τη σειρά μου για επτά απλά, μικρά, καθημερινά πράγματα που με κάνουν να νιώθω όμορφα:

Ένα: Ο καφές από αυτόν που σε αγαπά

morning coffeeΚάποιοι μπορεί να…ζηλέψουν, άλλοι μπορεί να απορήσουν, αλλά αυτό που με κάνει να νιώθω όμορφα όταν ξυπνώ είναι το άκουσμα του γουργουρίσματος της καφετιέρας στην κουζίνα, από τον καφέ που μου ετοιμάζει ο σύντροφός μου. Τώρα βέβαια τη τελευταία βδομάδα αυτό έχει λίγο αλλάξει, γιατί πρέπει πια εγώ να ξυπνώ πιο νωρίς από εκείνον και πολλές φορές τον ετοιμάζω έτσι μόνη μου, ωστόσο αυτή η χρόνια συνήθεια συνεχίζεται σίγουρα τα Σαββατοκύριακα! 🙂

Ο καφές είναι για μένα έτσι κι αλλιώς, φιλαράκι, αγαπημένη καθημερινότητα, όταν δε προσφέρεται γενναιόδωρα από το χέρι του καλού μου ενώ εγώ χουζουρεύω τεμπέλικα στο κρεββάτι, είναι σίγουρα μια ξεχωριστή στιγμή μέσα στην ημέρα. Και τρυφερότητα και καφές, αλήθεια, τι άλλο πια να ζητήσει μια ψυχή;;;

Δύο:Το περπάτημα στη φύση

autumn leaves

Η «κηπούπολη», το όμορφα δομημένο και καταπράσινο προάστιο που βρίσκεται δίπλα σε αυτό που κατοικώ τώρα, προσφέρεται για πάσης φύσεως δραστηριότητες, μετρώντας κατάφυτες πλατείες, όμορφα δασάκια και πρότυπες παιδικές χαρές. Αν έχεις μάθει και τους δρόμους από τους οποίους τα αυτοκίνητα περνούν με μικρή συχνότητα και μέτρια ένταση όπως εγώ, μπορείς να περπατήσεις με βήμα ταχύ και για μιάμιση ώρα σε όμορφα στενά και μέσα από λουλουδιασμένα και ρομαντικά σημεία, χωρίς να κινδυνεύεις να τσαλαπατηθείς.

Έτσι και μια και δεν είμαι του γυμναστηρίου, απολαμβάνω αυτό το προνόμιο σε τούτο το ήσυχο προάστιο, όποτε και όπως μπορώ. Παίρνω λοιπόν το αμάξι (που από το φόβο μου συνήθως το αφήνω…ακίνητο – τα έχουμε ξαναπεί) και οδηγώ μέχρι την «κηπούπολη», παρκάρω στους δρόμους της και μετά αρχίζω το… βάδην! Έχω χρονομετρήσει ότι μέσα σε 90 λεπτά μπορείς να τη γυρίσεις σχεδόν όλη! Στην πορεία μου αυτή βέβαια, συναντώ χιλιάδες άλλα πράγματα που με κάνουν να χαμογελώ:

Αγριολούλουδα μικρά, μαμάδες με καροτσάκια που βγάζουν τα μωράκια τους βόλτα, joggers, αθλητές, σκυλάκια, ηλικιωμένα ζευγάρια που κάνουν και αυτά τον περίπατό τους…

Τρία:Η επαφή με τους ανθρώπους,

getting to know you

μια κουβέντα, ένα χαμόγελο.

Αν είχα σπουδάσει αυτό που πραγματικά ήθελα, νομίζω πως θα είχα καταλήξει ψυχολόγος ή δημοσιογράφος. Κι αυτό γιατί  – από ότι μου έχουν πει – είμαι καλή στο να ακούω τον άλλο όταν μιλά, και να εκμαιεύω από την ψυχή του πράγματα που τον απασχολούν. Πράγματα που πολλές φορές ίσως δεν τα έχει συνειδητοποιήσει κι ο ίδιος. Εγώ θα προσθέσω ότι μου αρέσει απλά το κεφάλαιο Άνθρωπος. Η Επικοινωνία. Η Επαφή. Να γνωρίσω ποιος είσαι. Τι είσαι, τι επιθυμείς, ποια είναι η πορεία της ζωής σου, τα κίνητρά σου, τα θέλω σου, τα όνειρα και οι απογοητεύσεις σου…

Έτσι, ενώ οι πραγματικοί μου φίλοι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, πάντα θα με δεις να συνομιλώ, ρωτώ, πιάνω κουβέντα με τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας. Στο σουπερμάρκετ. Στη δουλειά. Στη στάση του λεωφορείου, που κάποτε που εξομολογήθηκαν σε 10 μόλις λεπτά, την ιστορία ολάκερης ζωής!! Ο σύντροφός μου κρυφά με «καμαρώνει», ωστόσο πάντα αστειεύεται μαζί μου πάνω στο ζήτημα. «Μα καλά, πότε πρόλαβες και τα έμαθες όόόόλα αυτά πάλι;;;»

Εγώ, χωρίς πάλι να ξέρω γιατί, αναπνέω μέσα από όλο αυτό. Ίσως, γιατί μου θυμίζει ότι, deep down inside, είμαστε όλοι ίδιοι. Όντα με άλλα πρόσωπα, αλλά τις ίδιες ανησυχίες πάνω κάτω και επιθυμίες. Τις ίδιες περίπου πορείες και προβληματισμούς. Αν έχεις διάθεση να ακούσεις, αν είσαι good listener, ο κόσμος θέλει απελπισμένα να μιλήσει. Να ρωτήσει. Να συγκρίνει. Να συμβουλευτεί. Να ανταλλάξει απόψεις… Όταν δε μια μικρή ή μεγάλη συζήτηση συνοδεύεται και από χαμόγελα κατανόησης ή ουσιαστικούς δίαυλους επικοινωνίας, θαρρώ πως έχω αναπνεύσει το οξυγόνο ενός ολόκληρου μήνα…

Στην κατηγορία αυτή βέβαια υπάγεται και το blogging και οι συζητήσεις με όλους του φίλους της παρεούλας μας εδώ μέσα… 😉

Τέσσερα:Η  παντός τύπου έρευνα

roads

Δώσε μου ένα θέμα και βάλε με να το ψάξω. Τώρα πια στην εποχή που ζούμε, περισσότερο εννοώντας το Διαδίκτυο. Θα με βρεις να ψάχνω για…αιώνες. Όσο δε διαρκεί αυτό, η αδρεναλίνη μου παραμένει στα ύψη. Πολλές φορές βέβαια καταλήγω απλά να κάνω… «έρευνα» για πράγματα που θα με απασχολήσουν στο απώτερο μέλλον, όπως για το που θα πάω πχ διακοπές το καλοκαίρι, ενώ έξω ρίχνει…χιόνι!

Ωστόσο,όλο αυτό,απλά μου φτιάχνει τη διάθεση βρε παιδί μου!

rainy night

Πέντε: Σπιτική Ζεστασιά:

με την κυριολεκτική έννοια. Στο παλιό διαμέρισμα, που ήταν και λίγο ταλαιπωρημένο, ανάβαμε συχνά το τζάκι, κι ας μην τράβαγε η καμινάδα!Τι πιο όμορφο από το να βρέχει έξω, εσύ μέσα με το τζάκι και χαλαρωτική μουσική να διαβάζεις εφημερίδες ή ένα αγαπημένο βιβλίο…Απόλαυση! 

Τη θέση τώρα του αναμμένου τζακιού στο καινούργιο διαμέρισμα, και με το άσθμα μου πλέον να καθιστά τον καπνό απαγορευτικό, έχουν πάρει πλέον τα κεριά. Μεγάλα μέσα στο «σώμα» του τζακιού, μικρά πάνω στα coffee tables. Και μετά ταινιούλα ή αγαπημένο βιβλίο, ντιμάρωντας και τον υπόλοιπο φωτισμό. Απλά, μαγεία!

music

ΈξιΗ μουσική

Νομίζω δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν. Είμαι το άτομο που όταν είναι σπίτι, συνήθως το ραδιόφωνο είναι πάντα ανοιχτό. Δεν παίζει κάθε φορά τον ίδιο σταθμό, ούτε τα ίδια τραγούδια. Εξαρτάται από τη διάθεση ή την δραστηριότητα μου.

Η μουσική έχει το χάρισμα να σε μεταφέρει στον πιο μακρινό κόσμο, στην πιο ξεχωριστή ή διαφορετική κουλτούρα, να σου φέρει δάκρυα ή να σου χαρίσει χαμόγελα με ένα απλό play. Κάποτε, όταν έπαιζα πιάνο -και κυρίως όταν συνέθετα τη δική μου μουσική- έλεγα με τις μελωδίες μου πολλά περισσότερα από αυτά που μπορούσα να εκφράσω με λόγια.

Χρόνια πια τη θέση του πιάνου μου έχει πάρει πλέον το γράψιμο…ελπίζω σύντομα να φτάσω και σε αυτό το στάδιο:

novel

Επτά:Οι βεράντες μου

plants

Είμαι παιδί των λουλουδιών και των δέντρων. Μιλώ στα λουλούδια μου και καθαρίζω τα ξερά φυλλαράκια των φυτών που έχω μέσα στις γλάστρες μου. Χαζεύω τα πουλιά να παίρνουν φύλλα ή ξυλαράκια την άνοιξη σαν φτιάχνουν τις φωλιές τους. Τα άνθη που ξυπνούν με την ανατολή του ηλίου και κλείνουν την ημέρα που πέρασε στα κλειστά τη νύχτα μπουμπούκια τους…

Ένας μικρόκοσμος είναι και αυτά, που έχει την ανάγκη μου και το φως του ήλιου…

Κλείνοντας την παραπάνω ανάρτηση, και ενθυμούμενη  μια από τις τελευταίες αναρτήσεις της μαγισσούλας για τον Επίκτητο συνειδητοποιώ ότι έχουμε πολλά, μικρά, απλά πραγματάκια γύρω μας να μας τροφοδοτούν με κουράγιο, όρεξη αλλά και ενέργεια και που τελικά μας κάνουν να αισθανόμαστε ευγνώμονες και ευτυχισμένοι, παρ’ολη την ρουτίνα της καθημερινότητάς μας…

Τελικά, τι πιο σημαντικό και καθημερινά γενναιόδωρο για τους εαυτούς μας από αυτό;;;

grateful

Το δέντρο της Γνώσης (μέρος ΙΙ)

Tree%20of%20Happiness2

(…) Ο Άρχοντας του Νότου, σαν να τους περίμενε από χρόνια, τους υποδέχτηκε θερμά στην Αυλή του. Και μόλις του εξήγησαν τον σκοπό του ταξιδιού τους, δέχτηκε αμέσως να τους βοηθήσει.

Το επόμενο διάστημα βρήκε τον Τεντώρ να μαθητεύει δίπλα στο γέρο βασιλιά. Κάτι όμως που δεν γνώριζε ήταν, πως ο Ισοκράτης είχε φίλο τον πατέρα του από παλιά. Ποτέ δεν έμαθε πως οι δυο νέοι, σα χώρισαν στο παρελθόν για να κυβερνήσουν στα δύο σημεία του ορίζοντα, είχαν υποσχεθεί, να φροντίσει ο ένας την οικογένεια του άλλου σε μια δύσκολη στιγμή.

Ένα χρόνο περίπου κράτησε ο Ισοκράτης κοντά το νεαρό βασιλιά. Και στο διάστημα αυτό κατάφερε να του διδάξει πολλά. Ο Τεντώρ έμαθε πρώτα να «ακούει» και να «διαβάζει»: Τη φωνή του προδότη, το βλέμμα του εχθρού. Την κραυγή τρομαγμένου πουλιού, που κρυμμένη απειλή προμηνύει. Το καλοσυνάτο χαμόγελο φίλου αδελφικού. Γνώρισε πως η γνώση μπορεί να βρεθεί και στο πιο ταπεινό πράγμα: Ένα μικρό φύλλο βότανου, βάλσαμου για τις πληγές,  ή την αγκαλιά ενός ανθρώπου, σωστό μικρό θαύμα.

Έμαθε να μην κυνηγά το χρυσάφι και τους πολύτιμους λίθους, χάνοντας παράλληλα τον χρυσό της ψυχής, σε όσα τον περιέβαλαν μικρά. Πάνω από όλα όμως, έμαθε καλά, πως για να κατακτήσεις κάποιον, από το πιο μικρό θήραμα μέχρι τον πιο πονηρό εχθρό, το όπλο είναι σύμμαχος κακός…Και πως είναι η γνώση που ρίχνει φως γύρω από το αντικείμενο που σε αφορά κάθε φορά, αυτή που σε κάνει να βγαίνεις νικητής…

Με την βοήθεια του Ισοκράτη και των καινούργιων του συμμάχων, ο νεαρός βασιλιάς έθεσε και πάλι υπό έλεγχο τους εχθρούς. Κατάφερε να συγκεντρώσει μάλιστα και φίλους παλιούς. Σιγά σιγά, έμαθε να εκτιμά την διαφορετικότητα κάθε ατόμου αλλά και κάθε λαού. Τη σημασία του να προσπαθεί να συνεργάζεται μαζί τους, αντί να τους κατακτά με την βία. Να ανακαλύπτει κοινά συμφέροντα, να υπερπηδά τα εμπόδια με διπλωματία.

Στο διάστημα που ακολούθησε, το κράτος του Μακρινού Βορρά επέστρεψε και πάλι στα αρχικά του όρια. Η ευημερία του τόπου και πάλι μεγαλύτερη από ποτέ γινόταν. Το χρυσάφι αυξανόταν, όχι όμως από λάφυρα που έφερναν στρατιώτες από επιδρομές στα ξένα, αλλά από τις ειρηνικές συναλλαγές που είχε ο Βορράς με τους λαούς του κόσμου. Οι μάχες έληξαν σταδιακά και ο κόσμος ηρέμησε, απολαμβάνοντας οικονομική ευημερία και μέρες ειρήνης μετά από χρόνια πολλά.

Ο νεαρός βασιλιάς μεγάλωσε. Το μυαλό με την ψυχή του αντάμωσε.

Και έπειτα, σαν ερωτεύτηκε πρώτη φορά, την κόρη του Ισοκράτη και την έκανε γυναίκα του, κοντά στη νέα πια Βασίλισσα, έμαθε κάτι ακόμα:

Πως κανείς πιο καθαρά βλέπει με την καρδιά, παρά με τα μάτια…

 

Είχε περάσει πια καιρός. Είχε έρθει η ώρα για τον Τεντώρ να γυρίσει και πάλι με το κεφάλι ψηλά στη χώρα του και το παλάτι.

Και τότε, εκείνο το βράδυ, που κουρασμένοι από το ταξίδι ο Τεντώρ και η γυναίκα του έφτασαν εκεί, ανακάλυψαν με έκπληξη πως κάτι μαγικό είχε συμβεί: Στο ποτήρι, που ο Βασιλιάς είχε ξεχάσει το κλαράκι ελιάς του Ισοκράτη, το νερό όχι μόνο δεν είχε σωθεί, αλλά το ποτήρι ήταν γεμάτο, το κλαράκι ζωντανό και η ελίτσα είχε βγάλει ρίζες…

Αυτή τη φορά, δεν φυτεύτηκε το κλαράκι στην ζαρντινιέρα του νεαρού βασιλιά. Αλλά, λίγες μέρες μετά, Ο Τεντώρ, κρατώντας από το χέρι τη νέα του βασίλισσα, βγήκε μαζί της να το φυτέψει. Στο χώμα, στη γη, μπροστά από το παλάτι.

Και σαν ο κόσμος απόρησε, βλέποντας το νεαρό ζευγάρι να λερώνει τα χέρια του, ο Τεντώρ τους καθησύχασε:

«Στο Μακρινό Νότο από όπου προέρχεται η γυναίκα μου και το κλαδάκι αυτό», τους είπε, «η ελιά ειρήνης και σοφίας είναι σύμβολο». «Η κίνησή μου να το φυτέψω εδώ, συμβολίζει την πρόθεσή μου η χώρα να κυβερνάται  ειρηνικά. Σήμερα και από δω και πέρα. Και, όπως κάθε δέντρο εκτός από γη χρειάζεται σωστό προσανατολισμό, νερό και χάδι ανθρώπινο μέρα με τη μέρα, τώρα πια γνωρίζω πως τις ίδιες ανάγκες έχει και η πατρίδα μας: Να προσανατολίζεται σωστά. Να μεγαλώνει ειρηνικά, επιδιώκοντας με τους γείτονές της συνεργασία. Να γίνεται με δουλειά από όλους μας πιο πλούσια. Με το χάδι κάθε ανθρώπου που είναι κάτοικός της, αφού καθένας από μόνος του είναι σημαντικός για κείνη.»

«Κάποτε», κατέληξε, «νόμιζα ότι η μοίρα μου, η μοίρα σε αυτή τη χώρα, εξαρτιόταν μόνο από τα δικά μου χέρια. Γνωρίζω τώρα, ότι τα χέρια του καθενός είναι εξίσου σημαντικά. Τόσο για την πρόοδο της χώρας μας, όσο και για τον καθένα μας ξεχωριστά».

Το επόμενο πρωί, μουρμούριζαν πως κάτι παράξενο είχε συμβεί, αυτοί που περνούσαν μπροστά από το παλάτι. Βλέπετε, κατά τη διάρκεια της νύχτας το κλαράκι ελιάς άλλαξε μορφή και γίνηκε ένα μικρό, κανονικό δεντράκι..

Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τότε που ανέλαβε βασιλιάς ο Τεντώρ. Πλησίαζαν και πάλι Χριστούγεννα. Στο διάστημα που πέρασε, το δεντράκι της Ελιάς μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Ο κορμός του χόντραινε και τα φύλλα του πύκνωναν γρήγορα, βρίσκοντας τροφή και προσοδοφόρο έδαφος μέσα στη γη. Το ύψος του αυξανόταν συνεχώς. Κάτοικοι του Μακρινού Βορρά ερχόντουσαν από όλα τα μέρη ανελλιπώς, για να το θαυμάσουν και να μνημονεύσουν ξανά τα λόγια του νέου, αλλαγμένου βασιλιά τους την πρώτη εκείνη μέρα που το φύτεψε. Έρχονταν κάτοικοι κι από την Δύση, αλλά και απ’ την Ανατολή. Βλέπετε, η διακυβέρνησή του Τεντώρ σ’όλα τα σημεία του ορίζοντα είχε γίνει γνωστή…

Εκείνο το βράδυ, ο Βασιλιάς καληνύχτισε όπως κάθε μέρα τη γυναίκα του, έριξε μια ματιά στο νεογέννητο γιο του και έπεσε να κοιμηθεί, νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα από αγαλλίαση. Όμως, η σκέψη του έτρεχε σε όλα αυτά, που είχαν γίνει τα τελευταία χρόνια και έτσι δεν τον έπαιρνε ο ύπνος για ώρες πολλές. Το μυαλό του γύριζε αδιάκοπα στο χτες.

Μα και κάποια στιγμή, σαν επιτέλους τα μάτια του έκλεισε, ένα άγγιγμα, σαν χάδι, αισθάνθηκε στο μάγουλό του. Θάρρησε πως ένιωσε το χέρι της μάνας του στο πρόσωπό του και ξύπνησε. Η γυναίκα του κοιμόταν ήρεμη δίπλα του, ο γιος του στη κούνια του το ίδιο. Μα ένιωσε κάποιον ακόμα κοντά του. Στο μισοσκόταδο διέκρινε μια φιγούρα με μαλλιά μακριά.

Μα δεν φοβήθηκε τούτη τη φορά.

«Τώρα, ξέρεις», του είπε η μορφή.

«Η γνώση είναι δύναμη. Η πείρα δεν μεταφέρεται, αλλά μεταγγίζεται σιγά σιγά. Και αυτό γίνεται αργά, μέσω του ενδιαφέροντος για κάθε τι που μας περιβάλλει. Συνέχισε λοιπόν να μαθαίνεις όσα μπορείς περισσότερα για αυτά που σε αφορούν, αλλά και για τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Γιατί, γνωρίζοντάς τους, και γνωρίζοντας αυτοί εσένα, ανταλλάσσετε ο καθένας το δικό του κομμάτι αλήθειας. Και σαν αυτό μεγαλώσει, σαν αυτό τραφεί, γεννιέται η ειλικρινής αγάπη. Για τα πράγματα και τους ανθρώπους…»

«Συνετός, γίνεσαι μέσω της Γνώσης», συνέχισε, «και η αληθινή Τύχη, η Μοίρα, είναι με τους συνετούς. Ανήκουν πραγματικά στους τυχερούς εκείνοι που μέσω της γνώσης, αναγνωρίζουν τη χρονική στιγμή για την υλοποίηση των στόχων τους. ‘Η εκείνοι, που η πείρα τους τούς οδηγεί να αντιδράσουν με τρόπο σωστό στις δυσοίωνες καταστάσεις…Γιατί, γνώση πραγματική, για τον εαυτό μας και τους άλλους σημαίνει Αγάπη, και μόνο η Αγάπη στην Ευτυχία οδηγεί…»

«Τώρα πια που έχεις Γνώση, τώρα που έχεις φτάσει στην Αγάπη, τώρα πια μπορείς να φροντίσεις σωστά της Τύχης και της Ευτυχίας σου τα Δέντρα…», κατέληξε. «Τώρα πραγματικά μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο…». Και με τα τελευταία αυτά λόγια η σκιά της στις ακτίνες του ήλιου χάθηκε, καθώς ξημέρωνε.

Λίγες μέρες αργότερα, Παραμονή Χριστουγέννων, κάποιοι παρατήρησαν δυο νεαρά φυτά να μεγαλώνουν κοντά στο δέντρο της Ελιάς. Ήταν μια νεαρή κερασιά και μια μικρή βελανιδιά…

Το ίδιο βράδυ χιόνισε. Χιόνισε όμως πολύ, όπως στο Μακρινό Βορρά δεν είχε χιονίσει ποτέ πριν. Οι κάτοικοι ευτυχισμένοι πια στα σπίτια τους, στόλισαν το παραδοσιακό τους δέντρο, το Έλατο, σύμβολο της αναγέννησης, του νέου χρόνου που πλησίαζε. Τις επόμενες μέρες, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, ο καιρός άλλαξε και βγήκε ήλιος που χαμογέλασε ζεστός, αφύσικος στην καρδιά του χειμώνα. Κάποιοι αστειεύτηκαν ότι ο ήλιος συμβόλιζε την ζεστασιά που είχε μπει πια στην καρδιά τους, τόσο καιρό μετά τον πόλεμο. Πως ήταν τα πρώτα αληθινά, «ζεστά» τους Χριστούγεννα. Και όλοι, μα όλοι έμειναν έκπληκτοι, όταν ανήμερα Πρωτοχρονιά, αντίκρισαν πλήθος από κόκκινα λουλούδια, που έμοιαζαν με παπαρούνες μικρές, να ξεπροβάλλουν μέσα από το χιονιά, που σε ορισμένα κομμάτια είχε λιώσει, ακριβώς κάτω απ’ την Ελιά. Ήταν τόσο έντονο το κόκκινο μέσα στο λευκό, που έμοιαζε θαρρείς με στολίδι πορφυρό.

«Πορφυρό στολίδι που συμβολίζει την Αγάπη  πια σε αυτόν τον τόπο», σχολίασαν ορισμένοι.

Τότε, κάποια από τα μικρά παιδιά έκοψαν τις παπαρούνες και γελώντας με αυτά που οι μεγάλοι ονόμαζαν μικρό «θαύμα» , άρχισαν να στολίζουν το δεντράκι της Ελιάς…

Από τότε, έχουν περάσει χρόνια πολλά, αλλά στολίζεται πάντα παραδοσιακά στη χώρα του Βορρά μαζί με το Έλατο και η Ελιά. Ονομάζεται αλλιώς Δέντρο της Γνώσης ή και Δέντρο της Αγάπης. Όλοι οι κάτοικοι παρακολουθούν τα παιδιά να στολίζουν το γιγαντιαίο, γέρικο πια δέντρο, με τις παπαρούνες που φυτρώνουν έκτοτε κάθε χρόνο, μέσα στο καταχείμωνο. Μάλιστα, κοντά στην Ελιά, θα διακρίνει κανείς κάτι εξίσου αξιοπερίεργο για τη καρδιά του χειμώνα:

Τη μόνη Βελανιδιά που δε ρίχνει χειμωνιάτικα τα φύλλα της και μια ολάνθιστη Κερασιά, ντυμένη νυφούλα λουλούδια ολόλευκα…

*****

Κλείνοντας πια το παραμύθι αυτό

για το μικρό δέντρο του  Βορρά το μαγικό,

στολίδι τα Χριστούγεννα

στην ψυχή σας σαν θα μπει,

εύχομαι να είναι η Αγάπη,

η παντοτινή…

 scarlett raven

Εύχομαι σε όλους σας Καλή Δημιουργική Χρονιά, γεμάτη υγεία και όνειρα…!!!

Το δέντρο της γνώσης (μέρος Ι)

Buchstabenbilder___Autumn_by_Lilou1984

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

imagesλάτε κοντά και στήστε αυτί.

Για μια χώρα θα σας διηγηθώ μακρινή. Λέγεται Χώρα του Μακρινού Βορρά και σ’ αυτή κάθε Χριστούγεννα είναι μεγάλη γιορτή. Μόνο που εκεί δεν στολίζουν μοναχά  παραδοσιακά το έλατο, αλλά και το Δέντρο της Γνώσης, ή  αλλιώς, όπως το ονομάζουν, το Δέντρο της Αγάπης.

Ο μύθος λέει πως όλα ξεκίνησαν πριν χρόνια πολλά. Ήταν μια χριστουγεννιάτικη μέρα όταν ο Βασιλιάς αποφάσισε πως ήταν μεγάλος πια. Τη μέρα εκείνη κάλεσε το γιο του και του ανακοίνωσε την παράδοση του κράτους στα χέρια του. «Μέσα στον επόμενο χρόνο», του είπε, θα φανεί αν είσαι αντάξιος του δώρου που σου κάνουμε εγώ και ο λαός σου.

«Τα απαραίτητα εφόδια τα έχεις», συμπλήρωσε, «μην ξεχνάς όμως ποτέ να λειτουργείς και με το χέρι στη καρδιά».

Ο πρίγκιπας ενθουσιασμένος από τη νέα του θέση, στα λόγια του πατέρα δεν έδωσε σημασία καμιά. Ήταν νέος, όμορφος και φιλόδοξος πολύ. Ανυπομονούσε από την ώρα που γεννήθηκε για τη θέση αυτή. Όλοι τον γνώριζαν και θαύμαζαν τις ικανότητές του. Την εποχή αυτή, καθώς ήταν περίοδος Χριστουγέννων, μα και για να γιορτάσουν την ανάδειξή του σε νέο βασιλιά, άρχοντες από διάφορα μέρη του κόσμου έφτασαν στη Χώρα του Μακρινού Βορρά. Σκοπό είχαν να τιμήσουν το νέο ηγέτη και να του προσφέρουν δώρα ως σύμβολα ειρήνης και συνεργασίας.

΄Έτσι, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, ένας άρχοντας από τη Δύση έφτασε στο Μακρινό Βορρά. Ήταν ντυμένος με ακριβά παπούτσια και ρούχα διαλεχτά. Έμοιαζε πλούσιος πολύ και ο νεαρός βασιλιάς καρτερούσε με ανυπομονησία τι πολύτιμο δώρο από αυτόν θα δει. Για αυτό και σάστισε, σαν αντίκρισε το αντικείμενο, που ο άρχοντας έφερε στις αποσκευές του:

Ήταν ένα μικρούλι, τόσο δα  δεντράκι! Είχε φυλλαράκια σκούρα πράσινα με άκρες κυματιστές και τα κλαράκια του λύγιζαν, χορεύοντας ντροπαλά στις ριπές του ανέμου που φύσηξε, την ώρα που ο βασιλιάς έκανε να το αγγίξει.

Ο νεαρός βασιλιάς τότε απόρησε. Έμοιαζε με βελανιδιά μικρή! Αλλά οι βελανιδιές φύλλα το χειμώνα δεν έχουν!

«Βασιλιά μου», έκανε τότε ο Άρχοντας από τη Δύση, «το δώρο μου, αν και ταπεινό, είναι για τη χώρα μου σμαράγδι πολύτιμο. Τα κλαριά και οι καρποί του,  τροφή παρέχουν στα ζώα μας χειμώνα καλοκαίρι. Σαν το δεντράκι μεγαλώσει, αναπτύσσει ρίζες χοντρές, που της βροχής το πολύτιμο νερό συγκρατούν από χέρι και σαν χρειαστεί και από τις πλημμύρες μας προστατεύει. Μα πάνω από όλα, θησαυρός σωστός το ξύλο του είναι. Γιατί έχει μεγάλη αντοχή στων σπιτιών μας την κατασκευή, αλλά και καίγεται δύσκολα σε εχθρική επιδρομή.

«Στον τόπο μου αποκαλούμε Δέντρο της Ευτυχίας το δέντρο αυτό», δήλωσε, «και πιστεύουμε πως φέρνει αγαθά πλούσια σε αυτόν που ζει κοντά του, το βοηθά να μεγαλώσει για καιρό».

«Αλλά, για το λόγο αυτό», συνέχισε, «θα πρέπει να το φυτέψεις κάπου, όπου χώρο θα έχει να αναπτυχθεί. Οι ρίζες του να μεγαλώσουν, να το χαϊδεύει το φως του ήλιου πολύ. Μα πάνω από όλα, θα πρέπει να το αγγίζει καθημερινά το βλέμμα των ανθρώπων. Έτσι και αυτό θα μπορέσει να μεγαλώσει σωστά, αλλά και όλοι οι γύρω του θα είναι ευτυχισμένοι». Το ίδιο βράδυ μετά το δείπνο, ο Άρχοντας αναχώρησε για τον τόπο του.

Ο νέος βασιλιάς πάλι, τυφλωμένος από τον ενθουσιασμό του για τα καθήκοντα τα βασιλικά που μόλις ξεκινούσαν, μικρή σημασία έδωσε στα λόγια του Άρχοντα.

«Μπούρδες», είπε. «Δέντρο της Ευτυχίας και κουραφέξαλα!».

«Την ευτυχία την ορίζουμε μόνοι μας, με τις πράξεις μας», συνέχισε, κοιτάζοντας το είδωλό του στο καθρέφτη, λίγο πριν πέσει να κοιμηθεί. «Το μυαλό, την φιλοδοξία και τις ικανότητές μου, δεν τις έχει κανείς άλλος! Μόνος μου λοιπόν θα ορίσω την ευτυχία μου, με τα χέρια μου!», κραύγασε, σφίγγοντας τις παλάμες του και έπεσε στο κρεβάτι του ικανοποιημένος.

Σαν ξημέρωσε, ζήτησε ωστόσο το δεντράκι να φυτέψουν σε  ζαρντινιέρα χρυσή. Την πρώτη, χρυσή εκείνη ημέρα που ξεκίνησε η βασιλεία του να του θυμίζει. Μόνο που ο χρυσός κοστίζει πολύ, και έτσι ο νεαρός βασιλιάς παρήγγειλε στους μαστόρους του το κουτί της ζαρντινιέρας να είναι σε πλάτος και σε βάθος μικρό. Ίσα ίσα να χωράει το μικρό δεντράκι, και εκείνος να το απολαμβάνει από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του…

‘Ενας χρόνος πέρασε περίπου από τότε, και ο Νέος Βασιλιάς ένιωθε ευτυχισμένος πολύ. Τα προνόμια της θέσης του απολάμβανε, τον θαυμασμό και τα πλούτη. Ο λαός έσκυβε να πραγματοποιήσει κάθε επιθυμία του καινούργιου του αφέντη. Όλα ήταν υπό τάξη και έλεγχο. Ανήμερα Χριστούγεννα, ο Νέος Βασιλιάς βγήκε στο μπαλκόνι του και κοίταξε από κάτω τη χώρα που απλωνόταν στα πόδια του.

«Ήμουν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα!», ξέσπασε με ενθουσιασμό Κρατώ όλο τον κόσμο στις παλάμες μου, είμαι ευτυχισμένος!!». Όμως, ύστερα το βλέμμα του έπεσε στη ζαρντινιέρα του μπαλκονιού τη χρυσή. Το Δεντράκι της Ευτυχίας ήταν τώρα  μαραζωμένο πολύ. Βλέπετε, οι ρίζες του δεν χώραγαν πια στο στενό, ρηχό κουτί και το ξυλόγλυπτο σκίαστρο του μπαλκονιού τού έριχνε σκιά ένα χρόνο τώρα, και όχι τον ήλιο, που τόσο εκείνο αποζητούσε…

Αντικρίζοντας το, ο Νέος Βασιλιάς αγανάκτησε:

«Δεντράκι της Ευτυχίας και κουραφέξαλα», επανέλαβε, όπως εκείνο το βράδυ, μια χρονιά πριν.

«Έχεις την εντύπωση ότι εξαιτίας σου είμαι ευτυχισμένος; Ε;», το ειρωνεύτηκε, κοιτώντας το με περιφρόνηση περισσή. «Πως είσαι έτσι κοίταξε!», συνέχισε. «Ταπεινό, καχεκτικό και μαραμένο!».

Την επόμενη ημέρα κιόλας, ζήτησε από τους υπηρέτες του να το κόψουν. Εκείνοι, φοβισμένοι, και προσέχοντας να μην τον δυσαρεστήσουν, αφού σαν θύμωνε ήταν γνωστός για τις φωνές και τους απότομους τρόπους του, έσπευσαν να κάνουν αμέσως όπως διέταξε. Για χάσιμο δεν είχαν εξάλλου καιρό. Χριστούγεννα καθώς ήταν, ήταν φανερό, πως μαζί με τις προετοιμασίες και τους στολισμούς, έπρεπε να φροντίσουν και για το δείπνο που θα παρείχε ο αφέντης τους στους καλεσμένους του, γιορτάζοντας τον ένα χρόνο πια διακυβέρνησης του τόπου…

Τα Χριστούγεννα αυτή τη φορά γιορτάστηκαν πανηγυρικά. Ένα τεράστιο Έλατο στολίστηκε, μεγαλοπρεπές, δέντρο που συμβολίζει την δύναμη και το νέο ξεκίνημα στο Βορρά στο διηνεκές και τόσο μεγαλόπρεπο και εντυπωσιακό ήταν, όσο και ο νέος εδώ και ένα χρόνο  αυτού του τόπου κυβερνήτης. Αντιπρόσωποι λαών έφτασαν και πάλι στο δείπνο προς τιμήν του, για να δηλώσουν τα σέβη τους και να του χαρίσουν πλούσια δώρα. Ο νεαρός βασιλιάς μας ακτινοβολούσε από ευτυχία…

Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων έφτασε στο Μακρινό Βορρά ένας Άρχοντας από την Ανατολή. Ζήτησε τσάι για να ξεδιψάσει και μπάνιο να κάνει με γιασεμί. Δεν είχε καταφέρει να παραστεί το προηγούμενο βράδυ, είπε, αλλά είχε κάνει ταξίδι πολύ, μόνο και μόνο για να δηλώσει τη φιλική του πρόθεση και να προσφέρει στο βασιλιά και κείνος ένα δώρο χριστουγεννιάτικο.

Λίγο αργότερα, με έκπληξη, αλλά και δυσαρέσκεια μεγάλη, ο Νέος Βασιλιάς ή Βασιλιάς Τεντώρ, όπως ήταν το όνομα του το πραγματικό, είδε τον υπηρέτη του Άρχοντα να του παραδίδει για δώρο μερικούς…κόκκους, που έμοιαζαν με…σπόρο! Περιφρόνηση ένιωσε τότε μεγάλη αλλά και αγανάκτηση περισσή για αυτόν τον Άρχοντα από την…Ανατολή! Που προτίμησε να του προσφέρει και κείνος, όπως  πέρυσι ο Άρχοντας από τη Δύση, κάτι τόσο ταπεινό. Αντί για πολύτιμες πέτρες ή χρυσό. Κρατήθηκε όμως και τίποτα δεν είπε.

Βλέπετε, τον πρώτο αυτό χρόνο διακυβέρνησής του, το όνειρό του να επεκτείνει το βασίλειό του, είχε δημιουργήσει με τους λαούς προς τη Δύση προστριβές αρκετές και έτσι τώρα, στην φάση αυτή, θεώρησε πως δεν θα ήταν φρόνιμο να προσβάλλει τον Άρχοντα απ’ την Ανατολή.

Όμως ο σχιστομάστης βασιλιάς κατάλαβε την απογοήτευση του Τεντώρ,  και να τον καθησυχάσει προσπάθησε, λέγοντας:

«Άρχοντά μου, φαντάζομαι πως περίμενες κάτι πολυτιμότερο».

«Κάτι που η αξία του να προσδιορίζεται από τις πέτρες που ακτινοβολούν πάνω του, θα ήταν για σένα προτιμότερο, ή από το βάρος του πολύτιμου μέταλλου από το οποίο θα ήταν φτιαγμένο», διαπίστωσε.

«Όμως, στον τόπο μου, από τους σπόρους αυτούς ένα δέντρο με άνθη λευκά φυτρώνει. Σαν ανθίζει, με την ομορφιά του θαμπώνει, η ομορφιά του όμως κρατά λίγα μερόνυχτα. Αυτό μας θυμίζει, ότι όλα τα όμορφα πράγματα στη ζωή εφήμερα είναι, αλλά, και πως δεν πρέπει να δίνουμε παραπάνω αξία σε κάτι, απ’ όσο χρειάζεται, ούτε όμως και να θεωρούμε τίποτα δεδομένο». Και συνέχισε, λέγοντας:

« Τύχη πιστεύει ο λαός μου πως χαρίζει το δέντρο αυτό, σ’αυτόν που το έχει δίπλα του και το φροντίζει για καιρό. Θα πρέπει όμως να είναι αγνός στη ψυχή και καθαρός στην καρδιά, όπως απ’ τα λουλούδια του τα πέταλα. Τότε η Τύχη με το μέρος του θα είναι και τα άνθη του θα δώσουν καρπούς τόσο στο δεντράκι της κερασιάς –έτσι το λέμε στη χώρα μου – όσο και στα πρόσωπα που το ‘χουν κοντά τους…»

«Να το φυτέψεις σε μέρος που θα αναπτυχθούν οι ρίζες του, σου δίνω συμβουλή, κατέληξε ο σχιστομάστης άρχοντας. Κάπου που θα βλέπει φως, θα κοιτά Ανατολή, και θα θυμάται την πατρίδα του…», συμβούλεψε. Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του λίγο προτού αναχωρήσει για τα ξένα.

Το ίδιο βράδυ βρήκε τον Τεντώρ με τον πατέρα του να λογομαχεί:

«Ο ανατολικός άρχοντας αντί να με σεβαστεί και χρυσό να μου φέρει από την Ανατολή, τις μάχες μου να χρηματοδοτήσω με τα γειτονικά κράτη, εκείνος από τόσο μακριά ήρθε να δηλώσει υποταγή με… μερικούς σπόρους!!», ούρλιαξε, πιο θυμωμένος από ποτέ.

«Γιε μου καλέ», απάντησε τότε ήρεμα και στοργικά ο Παλιός Βασιλιάς, «δεν ήρθε να σου δηλώσει υποταγή ο Άρχοντας απ’την Ανατολή. Φιλία και αλληλοεκτίμηση είναι αυτό που επιθυμεί», τον διόρθωσε. «Κι όσον αφορά την πρόθεσή σου το Βασίλειο μας να επεκτείνεις, κατακτώντας γειτονικούς λαούς με την δύναμη των όπλων, την άποψή μου την ξέρεις», είπε, «όπως και την άποψη όλων» και κατέβασε απογοητευμένα το κεφάλι του ο ηλικιωμένος…

 *****

Τους σπόρους από την Ανατολή τους ξέχασε γρήγορα ο Βασιλιάς Τεντώρ. Το μυαλό του ήταν πνιγμένο και αγχωμένο από τις υποχρεώσεις. Την προσπάθειά του να κάνει τη χώρα του όλο και πλουσιότερη, να κάνει με άλλα κράτη ενώσεις. Για αυτό και κατάστρωνε στρατηγικές και έπαιρνε μέρος σε μάχες πολλές.

Σιγά σιγά, προσέθετε όλο και περισσότερο κόσμο κάτω από της κυριαρχίας του το ζυγό. Κόσμο δυστυχισμένο. Όμως ο Παλιός Βασιλιάς, εκτιμώντας το δώρο από την Ανατολή και ελπίζοντας ότι το μυαλό και την καρδιά του γιου του θα ανοίξει, ζήτησε η κερασιά να φυτευτεί κρυφά. Και έτσι, οι υπηρέτες του Τεντώρ φύτεψαν και πάλι στη χρυσή ζαρντινιέρα το νέο του απόκτημα. Για να το βλέπει αυτός μοναχά από το παράθυρο του και να του φέρνει τύχη. Στην παλιά θέση από την μικρή βελανιδιά.

Στον καιρό που ακολούθησε, η τύχη ήταν με το μέρος της Χώρας του Μακρινού Βορρά. Το βασίλειο μεγάλωνε, τα όριά του διπλασιάστηκαν. Τα θησαυροφυλάκια πλημμύριζαν χρυσό, η χώρα πλούτιζε ολοένα και περισσότερο.

Μόνο που οι υπήκοοί της, νέοι ή παλιοί, σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα υπέφεραν πολύ. Οι γυναίκες έχαναν τους άντρες τους και στα παιδιά έλειπαν οι πατεράδες τους. Τι και αν σε όλους χάριζε ο Τεντώρ χρήματα και προνόμια πολλά;

Τους έλειπαν τα πρόσωπα που  αγαπούσαν, τα σπίτια τα παλιά. Η τύχη ήταν με το μέρος του βασιλείου που ολοένα και μεγάλωνε, αλλά σε καθένα προσωπικά, η ατυχία και η στεναχώρια είχε χτυπήσει την δική του πόρτα.

Σιγά σιγά, οι σπόροι της Ανατολής έδωσαν τη θέση τους σε μια νεαρή κερασιά. Το δεντράκι μεγάλωσε και άνθισε απρόσμενα γρήγορα. Με άνθη πάλλευκα και μπουμπούκια διαλεχτά. Που θα ομόρφαιναν το παλάτι, για λίγα μόλις μερόνυχτα.

Λίγο αργότερα όμως άρχισε να γίνεται εμφανής η απουσία του ήλιου στα φύλλα και τα άνθη του φυτού. Στριμωγμένο μέσα στη χρυσή ζαρντινιέρα, μάταια αποζητούσε το βλέμμα των ανθρώπων και την φροντίδα τους. Το χάδι  ηλιόλουστου καιρού. Και αυτοί οι υπηρέτες ακόμα, τυπικά το πότιζαν και αραιά, αλαφιασμένοι καθώς έτρεχαν υπό τις προσταγές του βασιλιά. Και έτσι λυπημένη μεγάλωνε η μικρή κερασιά. Αποζητώντας μάταια την πατρίδα της την Ανατολή, μέσα από το σκιερό βασιλικό μπαλκόνι…

Γρήγορα τα φύλλα της σκούρυναν, γίνηκαν καφέ. Τα λευκά πέταλα από τα άνθη της μαύρισαν και άρχισαν να πέφτουν. Και λίγο διάστημα αργότερα η κερασιά ξεράθηκε εντελώς, αφήνοντας μες τη ζαρντινιέρα ατελώς ένα σωρό από πεθαμένα κλαδιά και βρώμικα λουλούδια…

Το ίδιο εκείνο βράδυ εχθροί του βασιλείου κατάφεραν να εισβάλλουν στο παλάτι. Ο Τεντώρ έλειπε μακριά, βρήκε όμως τους γονείς του το κακό γινάτι και σκοτώθηκαν. Πληροφορίες το είχαν, πως έφταιγαν υποταγμένοι υπήκοοι από χώρες ξένες αλλά και κάτοικοι της χώρας του Μακρινού Βορρά.  Γιατί, τσακισμένοι με όσα είχαν χάσει τόσο καιρό πολέμου και παίρνοντας θάρρος από την απουσία του Βασιλιά στα ξένα, συνωμότησαν για να βγάλουν τον Τεντώρ από την μέση και να πάρουν εκείνοι την εξουσία στα χέρια τους…

Από τότε πέρασε καιρός πολύς και σύντομα έφταναν πάλι γιορτές. Και όπως έλεγε άγραφος νόμος απ’το χτες, παντού οι εχθροπραξίες σταματούσαν. Ο Τεντώρ ήρθε με κάθε μυστικότητα στη χώρα του. Κουρασμένος από τους πολέμους, σημαδεμένος από το χαμό των δικών του. Τώρα που η καρδιά του γέμισε πόνο, τώρα μόνο, συνειδητοποιούσε τι είχαν αισθανθεί οι υπήκοοί του, χάνοντας  πρόσωπα αγαπημένα. Πονώντας βαθιά. Άνθρωποι, τους οποίους εκείνος προσπαθούσε να  γλυκάνει με υλικά αγαθά.

Ξαφνικά τα πόδια του λύγισαν και ένιωσε την ψυχή του μια πέτρα βαριά. Τίποτα δεν είχε πια το πιότερο νόημα. Χωρίς την αγκαλιά της μάνας και τη στοργική συμβουλή του πατέρα. Τώρα δα το καταλάβαινε. Πόσο καιρό είχε χάσει μακριά τους, όσο νόμιζε ότι όλα για πάντα θα κρατούσαν! Πως εκείνοι θα ήταν πάντα εκεί, στη θέση τους ακλόνητοι και πως η ευτυχία εξαρτιόταν μόνο από τα δικά του χέρια…!

Αλλά, χωρίς εκείνους ένιωσε δυστυχισμένος. Χωρίς το χάδι και τη συμβουλή τους μπερδεμένος. Ο χαμός τους αλλά και η ογκώδης, και διχασμένη χώρα του, κάτι που είχε δημιουργήσει με τις δικές του αποφάσεις μόνο, παρακούοντας τον πατέρα του και σκορπίζοντας πόνο. Έργο, που είχαν χτίσει μόνο τα δικά του χέρια…

Πέφτοντας να κοιμηθεί, μια ματιά έριξε έξω στο μπαλκόνι. Αναγνώρισε στη ζαρντινιέρα ένα ακόμα δεντράκι ξεραμένο, αυτό της κερασιάς.

« Η Ευτυχία μου σίγουρα χάθηκε», μονολόγησε.

Και ούτε καν η Τύχη δεν είναι με το μέρος μου πια…».

Το ίδιο εκείνο βράδυ έκλαψε πικρά. Για τον χρόνο που έχασε από τη ζωή των δικών του. Τις συμβουλές του πατέρα του που αγνόησε. Τις παροτρύνσεις φίλων που δεν έλαβε σοβαρά και έχασε απ’το πλευρό του. Το βράδυ εκείνο που τον βρήκε μοναχό του, να κοιμηθεί δεν μπόρεσε.

Στριφογυρνούσε με ανησυχία. Λουζόταν από κρύο ιδρώτα. Από τύψεις για όσα έγιναν, από άγχος για τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει πρώτα. Για να φέρει και πάλι το καλό στον τόπο του, τον πατέρα του περήφανο να ξανακάνει. Και είχε μικρό διάστημα ο Τεντώρ για να καταστρώσει τα σχέδιά του, αποφάσεις για να πάρει.

Τις μέρες των Χριστουγέννων που οι πόλεμοι σταματούσαν…

Χαράματα άρχισε να τον παίρνει ο ύπνος. Μα εκείνη την ώρα, σαν λίγο έκανε να κλείσει τα βλέφαρά του, την σκιά μιας ηλικιωμένης γυναίκας νόμισε πως είδε μπροστά του και πετάχτηκε από το κρεβάτι.

«Μητέρα!» φώναξε με λαχτάρα. Τότε η σκιά προς το μέρος του πλησίασε και η γυναίκα μίλησε. Ο Τεντώρ αντίκρισε μια ηλικιωμένη μορφή με άσπρα, ξέλυτα μαλλιά.

«Βασιλιά Τεντώρ», έκανε εκείνη με μια φωνή κουρασμένη και βαθιά. «Στάθηκες βλάσφημος απέναντι στη Μοίρα. Απέναντι στα δώρα της».

«Θεώρησες την Ευτυχία δεδομένη. Την Τύχη πάντα στην ώρα της. Μα το χειρότερο από όλα», του είπε η ηλικιωμένη μορφή, κοιτώντας τον ευθεία στα μάτια, «είναι πως χρησιμοποίησες τα δώρα αυτά για να ικανοποιήσεις μόνο τον εαυτό σου, επιζητώντας όλο και περισσότερα. Πως τι έχουν ανάγκη και τι χρειάζονται οι άλλοι γύρω σου το αγνόησες».

Ο Τεντώρ χλόμιασε.

«Ποια είσαι; Πως να μπεις στο παλάτι μπόρεσες;», τη ρώτησε. «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;», έκανε τελικά φοβισμένος.

«Στη γλώσσα χώρας μακρινής και παλιάς όσο και ο χρόνος, το όνομά σου Δώρο Θεού σημαίνει Τεντώρ», συνέχισε, αγνοώντας τον η σκιά. «Η Μοίρα επέλεξε εσένα, για να μοιράσεις τα δώρα του Θεού στους γύρω σου. Αλλά εσύ, μόνο για τον εαυτό σου τα κράτησες. Ποτέ δεν τα μοιράστηκες, και έτσι ποτέ δεν έμαθες το νόημά τους το πραγματικό».

«Μα μόνο σαν μοιραστείς αγαθό μαθαίνεις την πραγματική αξία αυτού που σου χάρισαν. Μόνο αν γυρέψεις να γνωρίσεις τα δώρα που σου δίνονται και τις ανάγκες των ανθρώπων που έχεις γύρω σου μαζί τους για να τα μοιραστείς, βασιλεύεις πραγματικά».

Ο Τεντώρ ένιωσε και πάλι να του λυγίζουν τα πόδια.

«Και τι είναι η Μοίρα; Γιατί επέλεξε εμένα για τα δώρα αυτά;

Γιατί είμαι εγώ αυτός που γεννήθηκε βασιλιάς και όχι φτωχός, γιατί;», ξέσπασε απελπισμένος.

«Μην το ψάχνεις, γιε μου», αποκρίθηκε η ηλικιωμένη. «Βασιλιάς και όχι Ζητιάνος ντύθηκες, ίσως γιατί κάποιος είδε σε σένα μυαλό αρκετό και καρδιά καθαρή, για να μοιράσεις με  τρόπο ίσο τα δώρα τούτου του κόσμου σε αυτούς που είναι φτωχοί.

Αλλά, το ίδιο φτωχός αποδείχτηκες και ο ίδιος».

Και σαν τον είδε να μην καταλαβαίνει, συνέχισε:

«Φτωχός δεν είναι μόνο κάποιος που χρήματα δεν έχει, αλλά και κάποιος που αρκετή γνώση δεν κατέχει. Γνώση για τα πράγματα που τον περιβάλλουν. Για το τι χρειάζεται πραγματικά. Γνώση του τι εκείνος μπορεί να προσφέρει στους άλλους. Και γνώση του τι αποζητούν οι άλλοι γύρω του τόσο από τον εαυτό τους, όσο και από αυτόν μοναχά.

Ο Τεντώρ το σκέφτηκε ξανά.

«Τώρα ξέρω τι ζητάω!», ομολόγησε. «Τώρα ξέρω που έκανα λάθος, αλλά… είναι αργά», παραδέχτηκε, σκύβοντας το κεφάλι στο πάτωμα.

«Γνωρίζεις μόνο ένα κομμάτι αυτών που ζητάς», τον διόρθωσε η ηλικιωμένη. «Μόνο αυτό που ήδη έχασες λαχταράς, ενώ η πραγματική γνώση είναι σε αυτό που επιπλέον μπορείς να αποκτήσεις. Σε αυτά που δεν ενδιαφέρθηκες να γνωρίσεις, όσο απλά και ταπεινά κι αν ήταν.»

Στη συνέχεια, στάθηκε και τον κοίταξε για λίγο η μορφή με τα μακριά μαλλιά. Και ύστερα, σαν να σκέφτηκε κάτι, μίλησε τελευταία φορά:

«Αν ειλικρινά το επιθυμείς, θα έχεις μια δεύτερη ευκαιρία να τιμήσεις το όνομά σου», τον ενημέρωσε με τη βαθιά, κουρασμένη της φωνή . «Μα τούτη τη φορά δεν υπάρχει γυρισμός και περιθώριο για λάθη», συμπλήρωσε.

Και προτού ο Τεντώρ τη διαβεβαιώσει, ότι το ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο, εκείνη απρόσμενα χάθηκε, όπως απρόσμενα είχε μπροστά του εμφανιστεί.

Το επόμενο πρωί οι λίγοι έμπιστοι του Τεντώρ σταμάτησαν στην πύλη του Βασιλείου ένα ταξιδιώτη μοναχικό που προσπαθούσε να περάσει.

«Έρχομαι από το Μακρινό Νότο», δήλωσε. «Ο αφέντης μου στέλνει στον βασιλιά σας αυτό» είπε, δείχνοντάς τους ένα κλαράκι ελιάς, που κρατούσε. «Στη χώρα μου το κλαράκι αυτό σύμβολο ειρήνης αποτελεί. Και στέλνοντάς το, ο άρχοντάς μου να δηλώσει τις ευγενείς διαθέσείς του επιθυμεί, ενημέρωσε ». Στη συνέχεια ο ταξιδιώτης αναχώρησε και πάλι για τα ξένα…

Οι έμπιστοι του Τεντώρ παρέδωσαν στο νεαρό βασιλιά το κλαράκι ελιάς και μετέφεραν τις προθέσεις του Άρχοντα από το Μακρινό Νότο.

Ο Τεντώρ γνώριζε πως ο Άρχοντας του Νότου ήταν ένας άντρας ηλικιωμένος και σοφός. «Όπως ήταν κάποτε ο πατέρας μου», αναλογίστηκε. Ο  Ισοκράτης βασίλευε στον Νότο εδώ και δεκαετίες. Η διακυβέρνηση της χώρας του ήταν τόσο συνετή, που η φήμη της μέχρι τα πέρατα του κόσμου ήταν γνωστή. Οι εχθροί τους, σχεδόν ανύπαρκτοι. Ο νεαρός βασιλιάς γνώριζε επίσης πως η ελιά, σύμβολο ειρήνης και σοφίας, ήταν για το Νότο δέντρο ιερό…

Εκείνο το βράδυ πήρε το κλαράκι ελιάς και το έβαλε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό. Θέλησε να το κάνει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Να του θυμίζει καθημερινά πόσα είχε ακόμα να μάθει, να του φέρνει στο νου την πλούσια εκείνη χώρα με την ειρηνική διακυβέρνηση.

Ο Τεντώρ τα επόμενα μερόνυχτα κάθισε και σκέφτηκε πολύ. Λίγες μέρες μετά, είχε πάρει τη σωστή απόφαση.

Μήνυσε στους έμπιστους φίλους του πως δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Πως είχαν μπροστά τους ταξίδι μακρινό. Έπρεπε να γίνει στο διάστημα των Χριστουγέννων, που σταματούσαν οι εχθροπραξίες, και είχε σκοπό μυστικό.

Ο Τεντώρ αποφάσισε πως θα  πήγαιναν στην άλλη άκρη της γης, τον Νότο. Να δηλώσουν με τη σειρά τους ειρηνική πρόθεση απέναντι στον Βασιλιά του και να του ζητήσουν συνεργασία, αλλά και τη συμβουλή του… 

*****

 

Μετά από πάρα πολύ μεγάλο καιρό απουσίας, είπα να δώσω το παρόν, δίνοντάς σας και κάτι δικό μου πολύ… Η συνέχεια του παραμυθιού την επόμενη εβδομάδα, εώς τότε εύχομαι σε όλους σας Καλά Χριστούγεννα και ότι επιθυμεί ο καθένας βαθιά μέσα στη καρδούλα του!!

445973-4562581800_cdd1b161f8 λουλουδια του χειμώνα