Tag Archive | παραμύθια που αγάπησα

Το φύλλο που δεν ήθελε να πέσει…

%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf

 

Ένα εξάμηνο πέρασε από την τελευταία μου ανάρτηση. Είχα να γράψω από την άνοιξη που μόλις ξημέρωνε και τώρα πια τελειώνει κάπου ο Σεπτέμβρης…

Όσα μεσολάβησαν πολλά. Χαρές, άγχη, θέματα υγείας που με φόβισαν, τέλος καλό όλα καλά -και σε λίγο ακόμα καλύτερα- πρώτα ο Θεός.

Και να που πριν λίγο ανοίγοντας τη σχετική σελίδα του Google και βλέποντας το όμορφο σκετσάκι με τους βράχους και τα πουλάκια για την Επίσημη Πρώτη Ημέρα του Φθινοπώρου, μου ήρθε στο μυαλό το θέμα με το οποίο θα έκανα πάλι επιστροφή στο ηλεκτρονικό Σπιτικό μου. Αυτή, που θα έσπαγε τη σιωπή που είχα και έχω τόσο καιρό μέσα μου, τους παλιότερους μήνες επιβεβλημένη κυρίως λόγω σωματικής κούρασης και θεμάτων υγείας, στη παρούσα φάση ως μεταβατική περίοδος σκέψεων, προβληματισμού, ανασυγκρότησης.

 

 

Τι λοιπόν καλύτερο, από το να γυρίσω ξανά σε μια μπλογκοσελίδα με τον τίτλο «Όνειρα Παραμυθιού» με ένα παιδικό παραμύθι! (Μην κρυβόμαστε, πάντα εκεί ανατρέχω πρώτα στα βιβλιοπωλεία, και μετά στα υπόλοιπα βιβλία.)

Και όμως, το συγκεκριμένο βιβλίο το ανακάλυψε ο καλός μου. Μοναδικό αντίτυπο, σκονισμένο, σε ένα ράφι της αυγουστιάτικης έκθεσης βιβλίου του Ξυλοκάστρου, την ώρα που εγώ έριχνα ματιές σε πιο «δημοφιλή» παιδικά βιβλία…Το εξώφυλλό του με μάγεψε! Αν και μέσα Αυγούστου, όταν το πρωτοκράτησα στα χέρια μου, τα φθινοπωρινά του χρώματα με γοήτευσαν αμέσως. Ο δε τίτλος, που μιλούσε για έναν ήρωα – ένα απλο φύλλο- που ήθελε να πάει κόντρα στο κατεστημένο, μου κίνησε αμέσως την περιέργεια.

Το παραμύθι αγοράστηκε ευθύς, καθώς ανατρέχοντας στις σελίδες του ανακάλυψα ότι είναι από αυτά τα περίεργα, σαν και αυτό που έχω γράψει εγώ, που απευθύνονται τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους, ή καλύτερα, θα επαναλάβω για μια φορά τον αγαπημένο μου Χιόνη, σε «μικρομέγαλους μικρούς και μεγαλόμικρους μεγάλους», και ειλικρινά ευχαριστώ για την ανάλυψη το έτερον ήμισυ, που τον τελευταίο καιρό μου φέρνει ή ανακαλύπτει θησαυρούς. (ο τελευταίος, από το σουπερμάρκετ ήταν το βιβλίο «Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε» του Άντονι Ντορ, χωρίς εγώ να του έχω πει κάτι για αυτό – δεν το έχω πιάσει βέβαια ακόμα, καθώς αυτή τη στιγμή διαβάζω το «Μικρό παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο» της Νίνα Γκεόρκε.)

Για να ξαναγυρίσω στο φθινοπωρινό μου παραμύθι, ο συγγραφέας του είναι ο Γιάννης Πλαχούρης, για τον οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εκδότης του η Άγκυρα, ενώ εικονογράφος η παραστατικότατη Ειρήνη Καραλέκα.

Η υπόθεση της ιστορίας του απλή, ή μήπως όχι; Έχει μπει για τα καλά το φθινόπωρο, πλησιάζει ο χειμώνας, τα φύλλα των δέντρων κιτρινίζουν και πέφτουν, όμως,σε μια λεύκα ενός κήπου ένα φυλλαράκι αρνείται πεισματικά να κάνει αυτό που του υποδεικνύουν οι άλλοι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κάνει, δηλαδή να πέσει…Εκείνο είναι τόσο δεμένο, σφιχταγγαλιασμένο με την ίδια τη Ζωή που αρνείται να την αποχωριστεί. Στην μελλοντική του απόφαση καταλυτικό ρόλο θα παίξει η Αγάπη, που θα έχει προέλθει μέσα από την παρατηρητικότητα του ίδιου του κόσμου γύρω μας, της αλληλοσύνδεσης που υπάρχει στις σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα πλάσματα τούτου του κόσμου, τελικά της Ενσυνείδησης. Η ιστορία αυτή θυμίζει τελειώνοντας κάτι από τα παραμύθια του Όσκαρ Γουάιλντ…

<…> «Το φύλλο σταμάτησε να καβγαδίζει.Όταν το προκαλούσαν με βρισιές, απέφευγε να απαντά. Έτσι του έμενε περισσότερος χρόνος-που πρώτα τον σπαταλούσε με άσκοπες φωνές και περιττές κινήσεις-να παρατηρήσει γύρω του. Υπήρχαν εκεί πολλά, που ποτέ δεν είχε προσέξει πριν.

Κοίταξε τα παγκάκια, τα άλλα φυτά, τη μικρή πέτρινη βρύση με το κεφάλι του λιονταριού,τις τραμπάλες και τις τσουλήθρες, τα γελαστά παιδιά και τις πάντα βιαστικές μανάδες, προσπαθώντας να τα δει σαν κάτι καινούργιο, για πρώτη φορά. Ο νους του άνοιξε. Τα λόγια του σπουργίτη ξαφνικά έγιναν τόσο , μα τόσο ασήμαντα. Είδε πως κάτι πιο μεγάλο τα τύλιγε όλα, τα έκανε Ένα. Άκουσε τη σιωπή που υπάρχει πάντα, ακίνητη, πίσω από τη φασαρία. Ένιωσε το κλαρί και τον μίσχο που το ένωνε. Σταλαγματιά σταλαγματιά περνούσε από εκεί ο χυμός που έφερνε τη ζωή.» <…>

<…> «Πρόσεξε θαύματα, σκέφτηκε το φύλλο. Τώρα νιώθω καλύτερα, ζεστό, δυνατό. Ο αέρας έχει μέσα του ζωή, όπως και το φως. Τροφή δεν είναι μόνο ο χυμός της λεύκας, αλλά το φως, ο αέρας, οι εικόνες που βρίσκονται δίπλα μας. Τι πρέπει εγώ να κάνω;Απλώς να κοιτάζω, να μην τα αφήνω να χάνονται. Πόσα μυστικά μαθαίνεις, όταν παρατηρείς τον κόσμο γύρω μας, σκέφτηκε.»

Σας αφήνω κάπου εδώ, μια Πέμπτη συννεφιασμένη -μετά από μια Τετάρτη όλο καταιγίδες- και σας χαρίζω μια ματιά από το παράθυρο του γραφείου και το Δέντρο μου, για το οποίο έχω μιλήσει και σε άλλα ποστς, που τις τελευταίες μέρες οργιάζει και αυτό από πεταρίσματα πουλιών, που και αυτό είναι φυλλοβόλο και σε λίγο και χάσει τον υπέροχο πράσινο μανδύα του. Αλήθεια, ξέρει κανείς να μου πει τι είδους δέντρο είναι;

20160922_124622

 

Κλείνω με τη σκέψη πως… τα δώρα εκεί έξω είναι πάρα πολλά, αρκεί να έχουμε τα μάτια μας κάθε φορά ανοιχτά για να τα δούμε. Και πως δεν πρέπει να λειτουργούμε με τα πρέπει των άλλων, της κοινωνίας ή της συνήθειας, παρά μόνο με το ένστικτό μας και να πράττουμε σαν είμαστε σίγουροι πως το επόμενό μας βήμα έχει πραγματικό Νόημα, παρατηρώντας καθημερινά τον κόσμο γύρω μας…

 

20160922_124901

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Περπατώ εις το δάσος…

Walter_Crane23Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν για μένα πάντα ένα από τα αγαπημένα παραμύθια. Ίσως γιατί η ιστορία είχε να κάνει με χαρούμενο τέλος (βασικό), με μια γιαγιά και μια εγγονή (η γιαγιά μου ήταν πρότυπο και σημείο αναφοράς για μένα για 33 χρόνια) και κακοί λύκοι δεν υπήρχαν στον ορίζοντα (μόνο νυφίτσες υπήρχαν στα παιδικά μου καλοκαίρια στο Ξυλόκαστρο) οπότε και ο λύκος αποτελούσε μια αόρατη απειλή.

Ίσως πάλι να είχε να κάνει ότι ντύθηκα Κοκκινοσκουφίτσα στο προνήπιο, απο μια στολή που μου είχαν φτιάξει από κοινού προγιαγιά, θεία και γιαγιάδες, βλέπετε η προγιαγιά μου ήταν από τις καλύτερες μοδίστρες του Βόλου στην εποχή της με μαγαζί που είχε στήσει μετά από πολύ κόπο και στο τέλος είχε τέσσερα άτομα προσωπικό, οι δε γιαγιάδες μου και οι δυο (όπως και η θεία), επαρχιώτισσες και κείνες φερμένες όμως αργότερα στην Αθήνα, ήταν από αυτές τις μαστόρισσες του πλεξίματος, ραψίματος και κεντήματος που καμια αλυσσίδα ρουχάδικων δεν μπορεί να συναγωνιστεί. Είμαι κατά του να κρατάς τα άχρηστα πράγματα του παρελθόντος, ωστόσο πολλά πουλοβεράκια, μπλουζάκια και φορεματάκια της παιδικής μου ηλικίας, με χιλια δυο χρώματα και σχέδια, και το απαραίτητο πολλές φορές πάνω τους δαντελένιο γιακαδάκι μοσχοβολούν όχι μόνο τρυφερές αναμνήσεις, αλλά και όνειρα για αυτούς που θα τα φορέσουν (αφού τα έχουμε διαφυλάξει με αγάπη) στο μέλλον…

Έτσι λοιπόν και με την περιβόητη αποκριάτικη στολή του προνηπίου. Δεν θα ξεχάσω ακόμη πόσο χαιρόμουν την παραμονή που η μητέρα μου μου σιδέρωνε την λαχταριστή κόκκινη κάπα της…Από αυτές τις στολές που με τίποτα δεν συγκρίνονται με τα εύκολα και συνθετικά κοστούμια των παιδικών αλυσσίδων (και στα οποία, δεν κάνω την έξυπνη, ενδώσαμε και μεις οικογενειακά αργότερα, αρχής γενομένης μέσω αγορών από το ιστορικό…Μινιόν!)

θυμάμαι λοιπόν το παραμύθι αυτό με ξεχωριστή αγάπη…Όπως και τα αντίστοιχα της παιδικής ηλικίας, καθώς και τις όμορφες εικόνες τους με φυσιολογικές φιγούρες και λιγότερες γυναικείες μορφές αναλογιών… 90-60-90, με μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά  και άντρες με τετράγωνες πλάτες!Το κάθε παραμύθι είχε τη σημασία του και η έννοια πριγκίπισσα, όσο απίστευτο και να μοιάζει, δεν στάθηκε ποτέ για μένα το απόλυτο όνειρο, την εικόνα συνιφασμένη με την ευτυχία – κάτι τέτοιο θαγινόταν πολύύ αργότερα με τους γάμους στις ελληνικές ταινίες, το απαραίτητο happy end του τραυματισμένου μεταπολεμικού ελληνικού ονείρου, που για κάποιο διάστημα είχε συμπαρασύρει και εμένα. 😉

Και κάπως έτσι, ερχόμαστε στο σήμερα…Όπου κάθε φορά που ανακαλύπτω ένα παραμύθι που μου δίνει χαρά, νόημα και αφορμή να σκεφτώ, ανατρέχω με νοσταλγία πίσω στα συναισθήματα κείνης της τόσο τρυφερής ηλικίας. Όταν δε τα παραμύθια που με μπλέκουν στα δίχτυα τους είναι παραμύθια που απευθύνονται σε «μεγαλόμικρους ενήλικες» ή είναι για «μικρομέγαλα παιδιά», τότε ο ενθουσιασμός μου γίνεται ακόμα μεγαλύτερος!

Σε τούτη την τελευταία κατηγορία ανήκει και η ταινία μιούσικαλ που παρακολούθησα πρόσφατα, με τίτλο «Into the Woods»(«Μέσα στο Δάσος»), ένα θεατρικό έργο του οποίου την κινηματογραφική μεταφορά θεωρώ σχεδόν εξαιρετική. Νομίζω ότι την ταινία παρακολούθησε λιγότερος κόσμος από ότι θα μπορούσε δυνητικά, και αυτό γιατί στάθηκε εξαιρετικά άδικη η κριτική – μαρκετίστικη προβολή του μέσω του Αθηνοράματος από τον Χρήστο Μήτση. Όχι, η ταινία δεν είναι για μικρά παιδιά, είναι για παιδιά μάλλον μεγαλύτερα της ηλικίας των 10, μη σου πω και των 12. Άντε να εξηγήσεις στο μικρό αγοράκι που καθόταν πίσω μου, γιατί ο κακός λύκος Τζόνι Ντεπ φορούσε θεατρικό κοστούμι λύκου, και δεν υπήρχε κανονικός λύκος στο έργο.

wolf

Όχι, η ταινία δεν είναι για όλη την οικογένεια. Και σίγουρα όχι για εφήβους που βράζει το αίμα τους και στο μυαλό τους οι κινηματογραφικές μεταφορές παραμυθιών είναι συνυφασμένες με πόλεμο, βία, ψιλοθρίλερ καταστάσεις. (παραδείγματα: Η Κοκκινοσκουφίτσα, Χένσελ και Γκρετελ κλπ). Φυσικό είναι να υπάρχει ένα τεράστιο κατεβατό από αρνητικές κριτικές, από άτομα αυτής της ηλικίας, τα οποία πήγαν να δουν μια ταινία δράσης με ένα κάποιο λαβ στάρι μεταξύ εφήβων, και έπεσαν σε ένα ουσιαστικά «σκηνικό» κινηματογραφικό μιούσικαλ, εμπνευσμένο από το αντίστοιχο θεατρικό, όπου εκ προθέσεως (και όχι λόγω φτωχού προϋπολογισμού όπως σχολιάστηκε) έχουμε  θεατρικά σκηνικά και ρόλους (το πραγματικό σκηνικό είναι συνυφασμένο με το αντίστοιχο θεατρικό του, όπως στις σκηνές του δάσους, όπως εκεί όπου ο λύκος τρώει την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά κτλ).

Προσωπικά ευχαριστήθηκα πάρα πολύ τούτη την ταινία. Ίσως γιατί απέχω αρκετά πια από την τρυφερή αλλά γεμάτη καθημερινές μετουσιώσεις δράσης και σκέψης εφηβική ηλικία, ίσως πάλι γιατί αισθάνθηκα σαν να παρακολούθησα ένα σοβαρό θεατρικό έργο εξωτερικού, με μια ωστόσο απαραίτητη παιδική χροιά και οπτική. Τα σχόλια επαναλάμβαναν πόσο βαρετοί είναι οι συνεχείς μουσικοί διάλογοι, που εμένα, με την χαρακτηριστική ομοιοκαταληξία των παραμυθιών, με συνεπήραν. Ανέφεραν επίσης πως το έργο τελειώνει πριν τα τελευταία 45 λεπτά του, που είναι άχρηστα, ενώ τα τελευταία αυτά 45 λεπτά είναι και τα πιο χρήσιμα του του έργου, και λυπάμαι αληθινά για εκείνους τους μικρούς ηλικιακά θεατές, που δεν αντιλήφθηκαν το βάθος τους.

Το Into The Woods, είναι ένα έργο (πρωτίστως το κοιτώ ως υπόθεση, ανεξαρτήτως της θεατρικής η κινηματογραφικής απόδοσής του) που σέβεται τον ευατό του. Από το σενάριο του παρελάυνουν συνδυασμένα μεταξύ τους τα πιο γνωστά μας παιδικά παραμύθια: Η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Ραπούνσελ, η Σταχτομπούτα, ο Τζακ και η Φασολιά. Κάθε παραμυθι πέρα από την αφελή ιστορία του κρύβει μια πιο σοβαρή υπόθεση, και στόχο έχει να κρούσει μέσα σου το καμπανάκι για θέματα που αφορούν τη ζωή, το μέλλον μας, τις σχέσεις με τα παιδιά μας: Η ανεξέλεγκτη ελευθερία που δίνεται στην Κοκκινοσκουφίτσα την οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτι και κρεβάτι ενώ στη αντιπέρα όχθη, το χρυσό κλουβί που έχουν κλείσει οι γονείς της την Ραπούνσελ της στερεί οποιαδήποτε επαφή με τον αληθινό κόσμο. Ο γοητευτικός πρίγκηπας ανακαλύπτει ότι πρέπει να έχει και μυαλό εκτός από ομορφιά-η Σταχτομπούτα πιστεύει ότι η μοίρα της είναι προδιαγεγραμμένη και καλείται να την ακολουθήσει. Είναι όμως; Η’ μπορεί να θέλει για τον εαυτό της ένα άλλο παραμυθένιο τέλος; Τέλος η ευημερεία ενός βασιλείου (του εν λόγω βασιλείου όπου κινούνται οι προαναφερθέντες ήρωες) μπορεί να ευημερεί έχοντας κλέψει τον πλούτο ενώ άλλου βασιλείου (εν προκειμενω των Γιγάντων από τον Τζάκ), χωρίς να υπάρχουν συνέπειες και που θα οδηγήσει αυτό τους ήρωες;

Το δάσος είναι η ίδια η ζωή μας, και η εισαγωγή μέσα σε αυτό η προσπάθεια να ανακαλύψουμε και να αποκτήσουμε ο καθένας αυτό για το οποίο διψάμε την συγκεκριμένη στιγμή περισσότερο. Πολλές φορές στην προσπάθειά μας αυτή θα διασταυρωθούμε με άτομα που θα γίνουν σύμμαχοι, αλλά κάποιες φορές και εχθροί μια και οι επιθυμίες και οι στόχοι μας μπορεί να συγκρούονται ή να απειλούν αυτούς των τρίτων. Πολλές φορές μάλιστα εύκολα θα μας κάνει η απλησία να παρεκλίνουμε από τον αρχικό στόχο και από τα καλά που έχουμε ήδη, οδηγώντας μας φυσικά στο αντίστοιχο τίμημα…Τέλος, κρατώ τα δυό μεγαλύτερα αποφθεγματα που αναφέρονται και στο τραγούδι του τέλους 1) να προσέχουμε τι ευχόμαστε, οι ευχές είναι μικρά παιδιά που μπορεί να ξεφύγουν από το έλεγχό μας κάποια στιγμή  2) καλά είναι τα παραμύθια και τα happy ends, αλλά μέσα από αυτά πρέπει πάντα να λέμε την αλήθεια στα παιδιά…
(μην ξεχνούμε ότι συναντάμε και το θάνατο μέσα στο έργο αυτό, ένας ακόμη λόγος που το έργο δεν συνιστάται για πολύ μικρούς τηλεθεατές).

Σας αφήνω με  τραγούδι «Children will listen» που μου έφερε δάκρυα στα μάτια, εγώ τρέχω να κατεβάσω το OST, καθώς η μουσική του με μάγεψε το ίδιο με τα αλληγορικά του νοήματα…

 

 

Περπατώ εις το δάσος, αναζητώντας κάθε φορά την αλήθεια μέσα μου…

Όνειρα και αστέρια – Πως να πιάσεις ένα αστέρι

pos-na-piaseis-ena-asteriΤον τελευταίο καιρό με απασχολεί το πόσο διαφορετική είναι η έννοια του ρήματος «επιθυμώ» σε σχέση με αυτήν του «θέλω». Και ναι, καταλήγω ότι είναι τελείως διαφορετική.

Μετά από πολλά χρόνια σωματικής και ψυχολογικής κούρασης, χωρίς καμιά σταθερά σε υγεία, κιλά, σπιτικό, δουλειά και οικογενειακή ηρεμία, σαν ένας ένας οι ανωτέρω παράγοντες να ξεκαθαρίζουν τη θέση τους και να υποχωρούν απέναντι σε κάτι λιγότερο μετάβλητό (τουλάχιστον μέχρι νεοτέρας). Και είναι τότε που συνειδητοποιείς ότι το πρωτύτερο «επιθυμώ» δεν μπουσουλά πια, μα στέκεται απέναντί σου προστακτικό ως ένα δυνατό «θέλω».

Τότε, προσμονές και όνειρα, κάποτε αστεράκια μακρινά-μόλις ωστόσο ένα κοίταγμα μακρυά- παύουν να είναι επιθυμίες.Τα λαμπάκια τους δεν τρεμοσβήνουν πια, μα με καλούν να τα πιάσω, φωτεινά καθώς είναι. Να τα καρφιτσώσω δυνατά ένα ένα στην πρότερη μαυρίλα και να συνθέσω έτσι τον δικό μου έναστρο ουρανό. Των θέλω μου που φωνάζουν δυνατά…

Πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία τρία χρόνια, ένα από αυτά κι η δυνατή λαχτάρα μου για παιδί, σταματώντας να είμαι πια παιδί η ίδια, ή έστω προσπαθώντας να κοιτώ – και να βλέπω- την ζωή όχι μόνο ως το μικρομέγαλο σχολιαρόπαιδο της παιδικής μου ηλικίας, αυτό το τόσο περικυκλωμένο από τις απαιτήσεις των γύρω του, αλλά και ως έναν ολίγον (πάντα δυστυχώς) μεγαλόμικρο ενήλικα… (για να παραφράζω αγαπημένο Α. Χιόνη ;))

Κάτι ωστόσο που δεν θα σταματήσω είναι η μανία μου να συλλέγω παραμύθια. Πιο σοβαρά ή πιο ανάλαφρα, δεν έχει σημασία. Θα χάνομαι στα λογάκια τους και στην υπέροχη εικονογράφισή τους.Στα χρώματα που μπορούν να πουν όσα και οι λέξεις, και βέβαια το αντίθετο.

Δεν πολυκατάλαβα Χριστούγεννα πέρυσι, τρέχοντας σαν τρελή με τη δουλειά…
Φέτος που η παλιά δουλειά μας άφησε χρόνους, λέω να μου δώσω χρόνο να προλάβω τα Χριστούγεννα. 🙂

Έτσι, το φθινόπωρο με συναντά σε μια νωχελική προ-χριστουγεννιάτικη περίοδο: Γεμίζω παντού το σπίτι με ρόδια. Ξερά πλατανόφυλλα από το δρόμο (οι επιρροές Μπουσκάλια της μικρομέγαλης ηλικίας που λέγαμε). Πορτοκαλί φθινοπωρινά μανταρίνια, λαχταριστά πιτσιλωτά μήλα και μπόλικα χρώματα.

Φαντασιώνομαι χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις. Προγραμματίζω στο μυαλό μου τραπεζώματα και βέβαια ανατρέχω στην παραμυθένια βιβλιοθήκη μου,βουτώντας ξανά για λίγο σε μεγαλόμικρα παιδικά μονοπάτια, προτού αποκτήσω το δικό μου παιδί, και του αφήσω τούτη την παρακαταθήκη από πολύχρωμες ζωγραφιές και φανταστικούς μύθους…

Ντύνω ξανά το βλέμμα και τη διακόσμηση του σαλονιού μου με τούτο το εξαιρετικό βιβλίο που αγόρασα πέρυσι, από τις πολυαγαπημένες εκδόσεις του Ικάρου:

images

Σαστίζω. Χαιρομαι ξανά σαν μικρό πεντάχρονο, φυλλομετρώντας τις σελίδες του στο πλάι του καλού μου…

Δεν είναι μόνο το υπέροχο μπλε εξώφυλλο και το ανθρωπάκι που σε μαγνητίζουν. Το απίστευτα παιδικά τετράγωνο σχήμα του. Οι εικόνες με τα απερίγραπτα έντονα και πλούσια χρώματα, λιτές την ίδια κιόλας στιγμή. Είναι που ο συγγραφέας και ζωγράφος μιλά με λόγια και μπογιές τόσο απλά και ταυτόχρονα τόσο μα τόσο σύνθετα. Στην καρδιά ενός παιδιού όσο και ενός ενήλικα. Είναι ίσως για αυτό που βραβεύτηκε ως το καλύτερο παιδικό βιβλίο των τελευταίων χρόνων από την Telegraph…

Ίσως πάλι δεν ήταν τυχαίο τούτο το παραμύθι που διάλεξα να κατεβάσω τώρα από τη βιβλιοθήκη μου. Είναι βλέπετε που τα αστέρια μου δεν είναι τόσο μακρινά πια. Δεν τα έχω ακόμη φτάσει στον ουρανό, αλλά μπορεί να τα ψαρέψω στην πολυαγαπημένη μου θάλασσα γυρεύοντας τα…

Αρκεί που είναι τόσο ευδιάκριτα,όσο και η διάθεσή μου να τα κυνηγήσω…

Και που κατάφερα να απαντήσω το ερώτημα:

Για να πιάσεις ένα αστέρι, πρέπει πρώτα να μπορείς να το δεις καθαρά. Και έπειτα να το κυνηγήσεις σε ουρανό και γη…

******

ΥΓ1.: Λίγο πριν τελειώσω την ανάρτηση, κατέφτασε ο σύντροφος από τη δουλειά, με κάτι ρεσώ κανέλλας από ένα αγαπημένο κατάστημα χειροποίητων κεριών. «Για την διακόσμησή σου, έρχονται Χριστούγεννα», μου είπε.

ΥΓ2: Γράφοντας για βιβλίο με παιδικό παραμύθι, δεν μπορώ να μην μνημονεύσω την αγαπημένη Παραμυθομπλογκοσυνονόματη. Μου λείπει και απαιτώ να επανεμφανιστεί και εκείνη αμέσως, μετά από τόσο καιρό απουσίας…

😉

Το δέντρο της Γνώσης (μέρος ΙΙ)

Tree%20of%20Happiness2

(…) Ο Άρχοντας του Νότου, σαν να τους περίμενε από χρόνια, τους υποδέχτηκε θερμά στην Αυλή του. Και μόλις του εξήγησαν τον σκοπό του ταξιδιού τους, δέχτηκε αμέσως να τους βοηθήσει.

Το επόμενο διάστημα βρήκε τον Τεντώρ να μαθητεύει δίπλα στο γέρο βασιλιά. Κάτι όμως που δεν γνώριζε ήταν, πως ο Ισοκράτης είχε φίλο τον πατέρα του από παλιά. Ποτέ δεν έμαθε πως οι δυο νέοι, σα χώρισαν στο παρελθόν για να κυβερνήσουν στα δύο σημεία του ορίζοντα, είχαν υποσχεθεί, να φροντίσει ο ένας την οικογένεια του άλλου σε μια δύσκολη στιγμή.

Ένα χρόνο περίπου κράτησε ο Ισοκράτης κοντά το νεαρό βασιλιά. Και στο διάστημα αυτό κατάφερε να του διδάξει πολλά. Ο Τεντώρ έμαθε πρώτα να «ακούει» και να «διαβάζει»: Τη φωνή του προδότη, το βλέμμα του εχθρού. Την κραυγή τρομαγμένου πουλιού, που κρυμμένη απειλή προμηνύει. Το καλοσυνάτο χαμόγελο φίλου αδελφικού. Γνώρισε πως η γνώση μπορεί να βρεθεί και στο πιο ταπεινό πράγμα: Ένα μικρό φύλλο βότανου, βάλσαμου για τις πληγές,  ή την αγκαλιά ενός ανθρώπου, σωστό μικρό θαύμα.

Έμαθε να μην κυνηγά το χρυσάφι και τους πολύτιμους λίθους, χάνοντας παράλληλα τον χρυσό της ψυχής, σε όσα τον περιέβαλαν μικρά. Πάνω από όλα όμως, έμαθε καλά, πως για να κατακτήσεις κάποιον, από το πιο μικρό θήραμα μέχρι τον πιο πονηρό εχθρό, το όπλο είναι σύμμαχος κακός…Και πως είναι η γνώση που ρίχνει φως γύρω από το αντικείμενο που σε αφορά κάθε φορά, αυτή που σε κάνει να βγαίνεις νικητής…

Με την βοήθεια του Ισοκράτη και των καινούργιων του συμμάχων, ο νεαρός βασιλιάς έθεσε και πάλι υπό έλεγχο τους εχθρούς. Κατάφερε να συγκεντρώσει μάλιστα και φίλους παλιούς. Σιγά σιγά, έμαθε να εκτιμά την διαφορετικότητα κάθε ατόμου αλλά και κάθε λαού. Τη σημασία του να προσπαθεί να συνεργάζεται μαζί τους, αντί να τους κατακτά με την βία. Να ανακαλύπτει κοινά συμφέροντα, να υπερπηδά τα εμπόδια με διπλωματία.

Στο διάστημα που ακολούθησε, το κράτος του Μακρινού Βορρά επέστρεψε και πάλι στα αρχικά του όρια. Η ευημερία του τόπου και πάλι μεγαλύτερη από ποτέ γινόταν. Το χρυσάφι αυξανόταν, όχι όμως από λάφυρα που έφερναν στρατιώτες από επιδρομές στα ξένα, αλλά από τις ειρηνικές συναλλαγές που είχε ο Βορράς με τους λαούς του κόσμου. Οι μάχες έληξαν σταδιακά και ο κόσμος ηρέμησε, απολαμβάνοντας οικονομική ευημερία και μέρες ειρήνης μετά από χρόνια πολλά.

Ο νεαρός βασιλιάς μεγάλωσε. Το μυαλό με την ψυχή του αντάμωσε.

Και έπειτα, σαν ερωτεύτηκε πρώτη φορά, την κόρη του Ισοκράτη και την έκανε γυναίκα του, κοντά στη νέα πια Βασίλισσα, έμαθε κάτι ακόμα:

Πως κανείς πιο καθαρά βλέπει με την καρδιά, παρά με τα μάτια…

 

Είχε περάσει πια καιρός. Είχε έρθει η ώρα για τον Τεντώρ να γυρίσει και πάλι με το κεφάλι ψηλά στη χώρα του και το παλάτι.

Και τότε, εκείνο το βράδυ, που κουρασμένοι από το ταξίδι ο Τεντώρ και η γυναίκα του έφτασαν εκεί, ανακάλυψαν με έκπληξη πως κάτι μαγικό είχε συμβεί: Στο ποτήρι, που ο Βασιλιάς είχε ξεχάσει το κλαράκι ελιάς του Ισοκράτη, το νερό όχι μόνο δεν είχε σωθεί, αλλά το ποτήρι ήταν γεμάτο, το κλαράκι ζωντανό και η ελίτσα είχε βγάλει ρίζες…

Αυτή τη φορά, δεν φυτεύτηκε το κλαράκι στην ζαρντινιέρα του νεαρού βασιλιά. Αλλά, λίγες μέρες μετά, Ο Τεντώρ, κρατώντας από το χέρι τη νέα του βασίλισσα, βγήκε μαζί της να το φυτέψει. Στο χώμα, στη γη, μπροστά από το παλάτι.

Και σαν ο κόσμος απόρησε, βλέποντας το νεαρό ζευγάρι να λερώνει τα χέρια του, ο Τεντώρ τους καθησύχασε:

«Στο Μακρινό Νότο από όπου προέρχεται η γυναίκα μου και το κλαδάκι αυτό», τους είπε, «η ελιά ειρήνης και σοφίας είναι σύμβολο». «Η κίνησή μου να το φυτέψω εδώ, συμβολίζει την πρόθεσή μου η χώρα να κυβερνάται  ειρηνικά. Σήμερα και από δω και πέρα. Και, όπως κάθε δέντρο εκτός από γη χρειάζεται σωστό προσανατολισμό, νερό και χάδι ανθρώπινο μέρα με τη μέρα, τώρα πια γνωρίζω πως τις ίδιες ανάγκες έχει και η πατρίδα μας: Να προσανατολίζεται σωστά. Να μεγαλώνει ειρηνικά, επιδιώκοντας με τους γείτονές της συνεργασία. Να γίνεται με δουλειά από όλους μας πιο πλούσια. Με το χάδι κάθε ανθρώπου που είναι κάτοικός της, αφού καθένας από μόνος του είναι σημαντικός για κείνη.»

«Κάποτε», κατέληξε, «νόμιζα ότι η μοίρα μου, η μοίρα σε αυτή τη χώρα, εξαρτιόταν μόνο από τα δικά μου χέρια. Γνωρίζω τώρα, ότι τα χέρια του καθενός είναι εξίσου σημαντικά. Τόσο για την πρόοδο της χώρας μας, όσο και για τον καθένα μας ξεχωριστά».

Το επόμενο πρωί, μουρμούριζαν πως κάτι παράξενο είχε συμβεί, αυτοί που περνούσαν μπροστά από το παλάτι. Βλέπετε, κατά τη διάρκεια της νύχτας το κλαράκι ελιάς άλλαξε μορφή και γίνηκε ένα μικρό, κανονικό δεντράκι..

Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τότε που ανέλαβε βασιλιάς ο Τεντώρ. Πλησίαζαν και πάλι Χριστούγεννα. Στο διάστημα που πέρασε, το δεντράκι της Ελιάς μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Ο κορμός του χόντραινε και τα φύλλα του πύκνωναν γρήγορα, βρίσκοντας τροφή και προσοδοφόρο έδαφος μέσα στη γη. Το ύψος του αυξανόταν συνεχώς. Κάτοικοι του Μακρινού Βορρά ερχόντουσαν από όλα τα μέρη ανελλιπώς, για να το θαυμάσουν και να μνημονεύσουν ξανά τα λόγια του νέου, αλλαγμένου βασιλιά τους την πρώτη εκείνη μέρα που το φύτεψε. Έρχονταν κάτοικοι κι από την Δύση, αλλά και απ’ την Ανατολή. Βλέπετε, η διακυβέρνησή του Τεντώρ σ’όλα τα σημεία του ορίζοντα είχε γίνει γνωστή…

Εκείνο το βράδυ, ο Βασιλιάς καληνύχτισε όπως κάθε μέρα τη γυναίκα του, έριξε μια ματιά στο νεογέννητο γιο του και έπεσε να κοιμηθεί, νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα από αγαλλίαση. Όμως, η σκέψη του έτρεχε σε όλα αυτά, που είχαν γίνει τα τελευταία χρόνια και έτσι δεν τον έπαιρνε ο ύπνος για ώρες πολλές. Το μυαλό του γύριζε αδιάκοπα στο χτες.

Μα και κάποια στιγμή, σαν επιτέλους τα μάτια του έκλεισε, ένα άγγιγμα, σαν χάδι, αισθάνθηκε στο μάγουλό του. Θάρρησε πως ένιωσε το χέρι της μάνας του στο πρόσωπό του και ξύπνησε. Η γυναίκα του κοιμόταν ήρεμη δίπλα του, ο γιος του στη κούνια του το ίδιο. Μα ένιωσε κάποιον ακόμα κοντά του. Στο μισοσκόταδο διέκρινε μια φιγούρα με μαλλιά μακριά.

Μα δεν φοβήθηκε τούτη τη φορά.

«Τώρα, ξέρεις», του είπε η μορφή.

«Η γνώση είναι δύναμη. Η πείρα δεν μεταφέρεται, αλλά μεταγγίζεται σιγά σιγά. Και αυτό γίνεται αργά, μέσω του ενδιαφέροντος για κάθε τι που μας περιβάλλει. Συνέχισε λοιπόν να μαθαίνεις όσα μπορείς περισσότερα για αυτά που σε αφορούν, αλλά και για τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Γιατί, γνωρίζοντάς τους, και γνωρίζοντας αυτοί εσένα, ανταλλάσσετε ο καθένας το δικό του κομμάτι αλήθειας. Και σαν αυτό μεγαλώσει, σαν αυτό τραφεί, γεννιέται η ειλικρινής αγάπη. Για τα πράγματα και τους ανθρώπους…»

«Συνετός, γίνεσαι μέσω της Γνώσης», συνέχισε, «και η αληθινή Τύχη, η Μοίρα, είναι με τους συνετούς. Ανήκουν πραγματικά στους τυχερούς εκείνοι που μέσω της γνώσης, αναγνωρίζουν τη χρονική στιγμή για την υλοποίηση των στόχων τους. ‘Η εκείνοι, που η πείρα τους τούς οδηγεί να αντιδράσουν με τρόπο σωστό στις δυσοίωνες καταστάσεις…Γιατί, γνώση πραγματική, για τον εαυτό μας και τους άλλους σημαίνει Αγάπη, και μόνο η Αγάπη στην Ευτυχία οδηγεί…»

«Τώρα πια που έχεις Γνώση, τώρα που έχεις φτάσει στην Αγάπη, τώρα πια μπορείς να φροντίσεις σωστά της Τύχης και της Ευτυχίας σου τα Δέντρα…», κατέληξε. «Τώρα πραγματικά μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο…». Και με τα τελευταία αυτά λόγια η σκιά της στις ακτίνες του ήλιου χάθηκε, καθώς ξημέρωνε.

Λίγες μέρες αργότερα, Παραμονή Χριστουγέννων, κάποιοι παρατήρησαν δυο νεαρά φυτά να μεγαλώνουν κοντά στο δέντρο της Ελιάς. Ήταν μια νεαρή κερασιά και μια μικρή βελανιδιά…

Το ίδιο βράδυ χιόνισε. Χιόνισε όμως πολύ, όπως στο Μακρινό Βορρά δεν είχε χιονίσει ποτέ πριν. Οι κάτοικοι ευτυχισμένοι πια στα σπίτια τους, στόλισαν το παραδοσιακό τους δέντρο, το Έλατο, σύμβολο της αναγέννησης, του νέου χρόνου που πλησίαζε. Τις επόμενες μέρες, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, ο καιρός άλλαξε και βγήκε ήλιος που χαμογέλασε ζεστός, αφύσικος στην καρδιά του χειμώνα. Κάποιοι αστειεύτηκαν ότι ο ήλιος συμβόλιζε την ζεστασιά που είχε μπει πια στην καρδιά τους, τόσο καιρό μετά τον πόλεμο. Πως ήταν τα πρώτα αληθινά, «ζεστά» τους Χριστούγεννα. Και όλοι, μα όλοι έμειναν έκπληκτοι, όταν ανήμερα Πρωτοχρονιά, αντίκρισαν πλήθος από κόκκινα λουλούδια, που έμοιαζαν με παπαρούνες μικρές, να ξεπροβάλλουν μέσα από το χιονιά, που σε ορισμένα κομμάτια είχε λιώσει, ακριβώς κάτω απ’ την Ελιά. Ήταν τόσο έντονο το κόκκινο μέσα στο λευκό, που έμοιαζε θαρρείς με στολίδι πορφυρό.

«Πορφυρό στολίδι που συμβολίζει την Αγάπη  πια σε αυτόν τον τόπο», σχολίασαν ορισμένοι.

Τότε, κάποια από τα μικρά παιδιά έκοψαν τις παπαρούνες και γελώντας με αυτά που οι μεγάλοι ονόμαζαν μικρό «θαύμα» , άρχισαν να στολίζουν το δεντράκι της Ελιάς…

Από τότε, έχουν περάσει χρόνια πολλά, αλλά στολίζεται πάντα παραδοσιακά στη χώρα του Βορρά μαζί με το Έλατο και η Ελιά. Ονομάζεται αλλιώς Δέντρο της Γνώσης ή και Δέντρο της Αγάπης. Όλοι οι κάτοικοι παρακολουθούν τα παιδιά να στολίζουν το γιγαντιαίο, γέρικο πια δέντρο, με τις παπαρούνες που φυτρώνουν έκτοτε κάθε χρόνο, μέσα στο καταχείμωνο. Μάλιστα, κοντά στην Ελιά, θα διακρίνει κανείς κάτι εξίσου αξιοπερίεργο για τη καρδιά του χειμώνα:

Τη μόνη Βελανιδιά που δε ρίχνει χειμωνιάτικα τα φύλλα της και μια ολάνθιστη Κερασιά, ντυμένη νυφούλα λουλούδια ολόλευκα…

*****

Κλείνοντας πια το παραμύθι αυτό

για το μικρό δέντρο του  Βορρά το μαγικό,

στολίδι τα Χριστούγεννα

στην ψυχή σας σαν θα μπει,

εύχομαι να είναι η Αγάπη,

η παντοτινή…

 scarlett raven

Εύχομαι σε όλους σας Καλή Δημιουργική Χρονιά, γεμάτη υγεία και όνειρα…!!!

Το δέντρο της γνώσης (μέρος Ι)

Buchstabenbilder___Autumn_by_Lilou1984

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

imagesλάτε κοντά και στήστε αυτί.

Για μια χώρα θα σας διηγηθώ μακρινή. Λέγεται Χώρα του Μακρινού Βορρά και σ’ αυτή κάθε Χριστούγεννα είναι μεγάλη γιορτή. Μόνο που εκεί δεν στολίζουν μοναχά  παραδοσιακά το έλατο, αλλά και το Δέντρο της Γνώσης, ή  αλλιώς, όπως το ονομάζουν, το Δέντρο της Αγάπης.

Ο μύθος λέει πως όλα ξεκίνησαν πριν χρόνια πολλά. Ήταν μια χριστουγεννιάτικη μέρα όταν ο Βασιλιάς αποφάσισε πως ήταν μεγάλος πια. Τη μέρα εκείνη κάλεσε το γιο του και του ανακοίνωσε την παράδοση του κράτους στα χέρια του. «Μέσα στον επόμενο χρόνο», του είπε, θα φανεί αν είσαι αντάξιος του δώρου που σου κάνουμε εγώ και ο λαός σου.

«Τα απαραίτητα εφόδια τα έχεις», συμπλήρωσε, «μην ξεχνάς όμως ποτέ να λειτουργείς και με το χέρι στη καρδιά».

Ο πρίγκιπας ενθουσιασμένος από τη νέα του θέση, στα λόγια του πατέρα δεν έδωσε σημασία καμιά. Ήταν νέος, όμορφος και φιλόδοξος πολύ. Ανυπομονούσε από την ώρα που γεννήθηκε για τη θέση αυτή. Όλοι τον γνώριζαν και θαύμαζαν τις ικανότητές του. Την εποχή αυτή, καθώς ήταν περίοδος Χριστουγέννων, μα και για να γιορτάσουν την ανάδειξή του σε νέο βασιλιά, άρχοντες από διάφορα μέρη του κόσμου έφτασαν στη Χώρα του Μακρινού Βορρά. Σκοπό είχαν να τιμήσουν το νέο ηγέτη και να του προσφέρουν δώρα ως σύμβολα ειρήνης και συνεργασίας.

΄Έτσι, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, ένας άρχοντας από τη Δύση έφτασε στο Μακρινό Βορρά. Ήταν ντυμένος με ακριβά παπούτσια και ρούχα διαλεχτά. Έμοιαζε πλούσιος πολύ και ο νεαρός βασιλιάς καρτερούσε με ανυπομονησία τι πολύτιμο δώρο από αυτόν θα δει. Για αυτό και σάστισε, σαν αντίκρισε το αντικείμενο, που ο άρχοντας έφερε στις αποσκευές του:

Ήταν ένα μικρούλι, τόσο δα  δεντράκι! Είχε φυλλαράκια σκούρα πράσινα με άκρες κυματιστές και τα κλαράκια του λύγιζαν, χορεύοντας ντροπαλά στις ριπές του ανέμου που φύσηξε, την ώρα που ο βασιλιάς έκανε να το αγγίξει.

Ο νεαρός βασιλιάς τότε απόρησε. Έμοιαζε με βελανιδιά μικρή! Αλλά οι βελανιδιές φύλλα το χειμώνα δεν έχουν!

«Βασιλιά μου», έκανε τότε ο Άρχοντας από τη Δύση, «το δώρο μου, αν και ταπεινό, είναι για τη χώρα μου σμαράγδι πολύτιμο. Τα κλαριά και οι καρποί του,  τροφή παρέχουν στα ζώα μας χειμώνα καλοκαίρι. Σαν το δεντράκι μεγαλώσει, αναπτύσσει ρίζες χοντρές, που της βροχής το πολύτιμο νερό συγκρατούν από χέρι και σαν χρειαστεί και από τις πλημμύρες μας προστατεύει. Μα πάνω από όλα, θησαυρός σωστός το ξύλο του είναι. Γιατί έχει μεγάλη αντοχή στων σπιτιών μας την κατασκευή, αλλά και καίγεται δύσκολα σε εχθρική επιδρομή.

«Στον τόπο μου αποκαλούμε Δέντρο της Ευτυχίας το δέντρο αυτό», δήλωσε, «και πιστεύουμε πως φέρνει αγαθά πλούσια σε αυτόν που ζει κοντά του, το βοηθά να μεγαλώσει για καιρό».

«Αλλά, για το λόγο αυτό», συνέχισε, «θα πρέπει να το φυτέψεις κάπου, όπου χώρο θα έχει να αναπτυχθεί. Οι ρίζες του να μεγαλώσουν, να το χαϊδεύει το φως του ήλιου πολύ. Μα πάνω από όλα, θα πρέπει να το αγγίζει καθημερινά το βλέμμα των ανθρώπων. Έτσι και αυτό θα μπορέσει να μεγαλώσει σωστά, αλλά και όλοι οι γύρω του θα είναι ευτυχισμένοι». Το ίδιο βράδυ μετά το δείπνο, ο Άρχοντας αναχώρησε για τον τόπο του.

Ο νέος βασιλιάς πάλι, τυφλωμένος από τον ενθουσιασμό του για τα καθήκοντα τα βασιλικά που μόλις ξεκινούσαν, μικρή σημασία έδωσε στα λόγια του Άρχοντα.

«Μπούρδες», είπε. «Δέντρο της Ευτυχίας και κουραφέξαλα!».

«Την ευτυχία την ορίζουμε μόνοι μας, με τις πράξεις μας», συνέχισε, κοιτάζοντας το είδωλό του στο καθρέφτη, λίγο πριν πέσει να κοιμηθεί. «Το μυαλό, την φιλοδοξία και τις ικανότητές μου, δεν τις έχει κανείς άλλος! Μόνος μου λοιπόν θα ορίσω την ευτυχία μου, με τα χέρια μου!», κραύγασε, σφίγγοντας τις παλάμες του και έπεσε στο κρεβάτι του ικανοποιημένος.

Σαν ξημέρωσε, ζήτησε ωστόσο το δεντράκι να φυτέψουν σε  ζαρντινιέρα χρυσή. Την πρώτη, χρυσή εκείνη ημέρα που ξεκίνησε η βασιλεία του να του θυμίζει. Μόνο που ο χρυσός κοστίζει πολύ, και έτσι ο νεαρός βασιλιάς παρήγγειλε στους μαστόρους του το κουτί της ζαρντινιέρας να είναι σε πλάτος και σε βάθος μικρό. Ίσα ίσα να χωράει το μικρό δεντράκι, και εκείνος να το απολαμβάνει από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του…

‘Ενας χρόνος πέρασε περίπου από τότε, και ο Νέος Βασιλιάς ένιωθε ευτυχισμένος πολύ. Τα προνόμια της θέσης του απολάμβανε, τον θαυμασμό και τα πλούτη. Ο λαός έσκυβε να πραγματοποιήσει κάθε επιθυμία του καινούργιου του αφέντη. Όλα ήταν υπό τάξη και έλεγχο. Ανήμερα Χριστούγεννα, ο Νέος Βασιλιάς βγήκε στο μπαλκόνι του και κοίταξε από κάτω τη χώρα που απλωνόταν στα πόδια του.

«Ήμουν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα!», ξέσπασε με ενθουσιασμό Κρατώ όλο τον κόσμο στις παλάμες μου, είμαι ευτυχισμένος!!». Όμως, ύστερα το βλέμμα του έπεσε στη ζαρντινιέρα του μπαλκονιού τη χρυσή. Το Δεντράκι της Ευτυχίας ήταν τώρα  μαραζωμένο πολύ. Βλέπετε, οι ρίζες του δεν χώραγαν πια στο στενό, ρηχό κουτί και το ξυλόγλυπτο σκίαστρο του μπαλκονιού τού έριχνε σκιά ένα χρόνο τώρα, και όχι τον ήλιο, που τόσο εκείνο αποζητούσε…

Αντικρίζοντας το, ο Νέος Βασιλιάς αγανάκτησε:

«Δεντράκι της Ευτυχίας και κουραφέξαλα», επανέλαβε, όπως εκείνο το βράδυ, μια χρονιά πριν.

«Έχεις την εντύπωση ότι εξαιτίας σου είμαι ευτυχισμένος; Ε;», το ειρωνεύτηκε, κοιτώντας το με περιφρόνηση περισσή. «Πως είσαι έτσι κοίταξε!», συνέχισε. «Ταπεινό, καχεκτικό και μαραμένο!».

Την επόμενη ημέρα κιόλας, ζήτησε από τους υπηρέτες του να το κόψουν. Εκείνοι, φοβισμένοι, και προσέχοντας να μην τον δυσαρεστήσουν, αφού σαν θύμωνε ήταν γνωστός για τις φωνές και τους απότομους τρόπους του, έσπευσαν να κάνουν αμέσως όπως διέταξε. Για χάσιμο δεν είχαν εξάλλου καιρό. Χριστούγεννα καθώς ήταν, ήταν φανερό, πως μαζί με τις προετοιμασίες και τους στολισμούς, έπρεπε να φροντίσουν και για το δείπνο που θα παρείχε ο αφέντης τους στους καλεσμένους του, γιορτάζοντας τον ένα χρόνο πια διακυβέρνησης του τόπου…

Τα Χριστούγεννα αυτή τη φορά γιορτάστηκαν πανηγυρικά. Ένα τεράστιο Έλατο στολίστηκε, μεγαλοπρεπές, δέντρο που συμβολίζει την δύναμη και το νέο ξεκίνημα στο Βορρά στο διηνεκές και τόσο μεγαλόπρεπο και εντυπωσιακό ήταν, όσο και ο νέος εδώ και ένα χρόνο  αυτού του τόπου κυβερνήτης. Αντιπρόσωποι λαών έφτασαν και πάλι στο δείπνο προς τιμήν του, για να δηλώσουν τα σέβη τους και να του χαρίσουν πλούσια δώρα. Ο νεαρός βασιλιάς μας ακτινοβολούσε από ευτυχία…

Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων έφτασε στο Μακρινό Βορρά ένας Άρχοντας από την Ανατολή. Ζήτησε τσάι για να ξεδιψάσει και μπάνιο να κάνει με γιασεμί. Δεν είχε καταφέρει να παραστεί το προηγούμενο βράδυ, είπε, αλλά είχε κάνει ταξίδι πολύ, μόνο και μόνο για να δηλώσει τη φιλική του πρόθεση και να προσφέρει στο βασιλιά και κείνος ένα δώρο χριστουγεννιάτικο.

Λίγο αργότερα, με έκπληξη, αλλά και δυσαρέσκεια μεγάλη, ο Νέος Βασιλιάς ή Βασιλιάς Τεντώρ, όπως ήταν το όνομα του το πραγματικό, είδε τον υπηρέτη του Άρχοντα να του παραδίδει για δώρο μερικούς…κόκκους, που έμοιαζαν με…σπόρο! Περιφρόνηση ένιωσε τότε μεγάλη αλλά και αγανάκτηση περισσή για αυτόν τον Άρχοντα από την…Ανατολή! Που προτίμησε να του προσφέρει και κείνος, όπως  πέρυσι ο Άρχοντας από τη Δύση, κάτι τόσο ταπεινό. Αντί για πολύτιμες πέτρες ή χρυσό. Κρατήθηκε όμως και τίποτα δεν είπε.

Βλέπετε, τον πρώτο αυτό χρόνο διακυβέρνησής του, το όνειρό του να επεκτείνει το βασίλειό του, είχε δημιουργήσει με τους λαούς προς τη Δύση προστριβές αρκετές και έτσι τώρα, στην φάση αυτή, θεώρησε πως δεν θα ήταν φρόνιμο να προσβάλλει τον Άρχοντα απ’ την Ανατολή.

Όμως ο σχιστομάστης βασιλιάς κατάλαβε την απογοήτευση του Τεντώρ,  και να τον καθησυχάσει προσπάθησε, λέγοντας:

«Άρχοντά μου, φαντάζομαι πως περίμενες κάτι πολυτιμότερο».

«Κάτι που η αξία του να προσδιορίζεται από τις πέτρες που ακτινοβολούν πάνω του, θα ήταν για σένα προτιμότερο, ή από το βάρος του πολύτιμου μέταλλου από το οποίο θα ήταν φτιαγμένο», διαπίστωσε.

«Όμως, στον τόπο μου, από τους σπόρους αυτούς ένα δέντρο με άνθη λευκά φυτρώνει. Σαν ανθίζει, με την ομορφιά του θαμπώνει, η ομορφιά του όμως κρατά λίγα μερόνυχτα. Αυτό μας θυμίζει, ότι όλα τα όμορφα πράγματα στη ζωή εφήμερα είναι, αλλά, και πως δεν πρέπει να δίνουμε παραπάνω αξία σε κάτι, απ’ όσο χρειάζεται, ούτε όμως και να θεωρούμε τίποτα δεδομένο». Και συνέχισε, λέγοντας:

« Τύχη πιστεύει ο λαός μου πως χαρίζει το δέντρο αυτό, σ’αυτόν που το έχει δίπλα του και το φροντίζει για καιρό. Θα πρέπει όμως να είναι αγνός στη ψυχή και καθαρός στην καρδιά, όπως απ’ τα λουλούδια του τα πέταλα. Τότε η Τύχη με το μέρος του θα είναι και τα άνθη του θα δώσουν καρπούς τόσο στο δεντράκι της κερασιάς –έτσι το λέμε στη χώρα μου – όσο και στα πρόσωπα που το ‘χουν κοντά τους…»

«Να το φυτέψεις σε μέρος που θα αναπτυχθούν οι ρίζες του, σου δίνω συμβουλή, κατέληξε ο σχιστομάστης άρχοντας. Κάπου που θα βλέπει φως, θα κοιτά Ανατολή, και θα θυμάται την πατρίδα του…», συμβούλεψε. Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του λίγο προτού αναχωρήσει για τα ξένα.

Το ίδιο βράδυ βρήκε τον Τεντώρ με τον πατέρα του να λογομαχεί:

«Ο ανατολικός άρχοντας αντί να με σεβαστεί και χρυσό να μου φέρει από την Ανατολή, τις μάχες μου να χρηματοδοτήσω με τα γειτονικά κράτη, εκείνος από τόσο μακριά ήρθε να δηλώσει υποταγή με… μερικούς σπόρους!!», ούρλιαξε, πιο θυμωμένος από ποτέ.

«Γιε μου καλέ», απάντησε τότε ήρεμα και στοργικά ο Παλιός Βασιλιάς, «δεν ήρθε να σου δηλώσει υποταγή ο Άρχοντας απ’την Ανατολή. Φιλία και αλληλοεκτίμηση είναι αυτό που επιθυμεί», τον διόρθωσε. «Κι όσον αφορά την πρόθεσή σου το Βασίλειο μας να επεκτείνεις, κατακτώντας γειτονικούς λαούς με την δύναμη των όπλων, την άποψή μου την ξέρεις», είπε, «όπως και την άποψη όλων» και κατέβασε απογοητευμένα το κεφάλι του ο ηλικιωμένος…

 *****

Τους σπόρους από την Ανατολή τους ξέχασε γρήγορα ο Βασιλιάς Τεντώρ. Το μυαλό του ήταν πνιγμένο και αγχωμένο από τις υποχρεώσεις. Την προσπάθειά του να κάνει τη χώρα του όλο και πλουσιότερη, να κάνει με άλλα κράτη ενώσεις. Για αυτό και κατάστρωνε στρατηγικές και έπαιρνε μέρος σε μάχες πολλές.

Σιγά σιγά, προσέθετε όλο και περισσότερο κόσμο κάτω από της κυριαρχίας του το ζυγό. Κόσμο δυστυχισμένο. Όμως ο Παλιός Βασιλιάς, εκτιμώντας το δώρο από την Ανατολή και ελπίζοντας ότι το μυαλό και την καρδιά του γιου του θα ανοίξει, ζήτησε η κερασιά να φυτευτεί κρυφά. Και έτσι, οι υπηρέτες του Τεντώρ φύτεψαν και πάλι στη χρυσή ζαρντινιέρα το νέο του απόκτημα. Για να το βλέπει αυτός μοναχά από το παράθυρο του και να του φέρνει τύχη. Στην παλιά θέση από την μικρή βελανιδιά.

Στον καιρό που ακολούθησε, η τύχη ήταν με το μέρος της Χώρας του Μακρινού Βορρά. Το βασίλειο μεγάλωνε, τα όριά του διπλασιάστηκαν. Τα θησαυροφυλάκια πλημμύριζαν χρυσό, η χώρα πλούτιζε ολοένα και περισσότερο.

Μόνο που οι υπήκοοί της, νέοι ή παλιοί, σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα υπέφεραν πολύ. Οι γυναίκες έχαναν τους άντρες τους και στα παιδιά έλειπαν οι πατεράδες τους. Τι και αν σε όλους χάριζε ο Τεντώρ χρήματα και προνόμια πολλά;

Τους έλειπαν τα πρόσωπα που  αγαπούσαν, τα σπίτια τα παλιά. Η τύχη ήταν με το μέρος του βασιλείου που ολοένα και μεγάλωνε, αλλά σε καθένα προσωπικά, η ατυχία και η στεναχώρια είχε χτυπήσει την δική του πόρτα.

Σιγά σιγά, οι σπόροι της Ανατολής έδωσαν τη θέση τους σε μια νεαρή κερασιά. Το δεντράκι μεγάλωσε και άνθισε απρόσμενα γρήγορα. Με άνθη πάλλευκα και μπουμπούκια διαλεχτά. Που θα ομόρφαιναν το παλάτι, για λίγα μόλις μερόνυχτα.

Λίγο αργότερα όμως άρχισε να γίνεται εμφανής η απουσία του ήλιου στα φύλλα και τα άνθη του φυτού. Στριμωγμένο μέσα στη χρυσή ζαρντινιέρα, μάταια αποζητούσε το βλέμμα των ανθρώπων και την φροντίδα τους. Το χάδι  ηλιόλουστου καιρού. Και αυτοί οι υπηρέτες ακόμα, τυπικά το πότιζαν και αραιά, αλαφιασμένοι καθώς έτρεχαν υπό τις προσταγές του βασιλιά. Και έτσι λυπημένη μεγάλωνε η μικρή κερασιά. Αποζητώντας μάταια την πατρίδα της την Ανατολή, μέσα από το σκιερό βασιλικό μπαλκόνι…

Γρήγορα τα φύλλα της σκούρυναν, γίνηκαν καφέ. Τα λευκά πέταλα από τα άνθη της μαύρισαν και άρχισαν να πέφτουν. Και λίγο διάστημα αργότερα η κερασιά ξεράθηκε εντελώς, αφήνοντας μες τη ζαρντινιέρα ατελώς ένα σωρό από πεθαμένα κλαδιά και βρώμικα λουλούδια…

Το ίδιο εκείνο βράδυ εχθροί του βασιλείου κατάφεραν να εισβάλλουν στο παλάτι. Ο Τεντώρ έλειπε μακριά, βρήκε όμως τους γονείς του το κακό γινάτι και σκοτώθηκαν. Πληροφορίες το είχαν, πως έφταιγαν υποταγμένοι υπήκοοι από χώρες ξένες αλλά και κάτοικοι της χώρας του Μακρινού Βορρά.  Γιατί, τσακισμένοι με όσα είχαν χάσει τόσο καιρό πολέμου και παίρνοντας θάρρος από την απουσία του Βασιλιά στα ξένα, συνωμότησαν για να βγάλουν τον Τεντώρ από την μέση και να πάρουν εκείνοι την εξουσία στα χέρια τους…

Από τότε πέρασε καιρός πολύς και σύντομα έφταναν πάλι γιορτές. Και όπως έλεγε άγραφος νόμος απ’το χτες, παντού οι εχθροπραξίες σταματούσαν. Ο Τεντώρ ήρθε με κάθε μυστικότητα στη χώρα του. Κουρασμένος από τους πολέμους, σημαδεμένος από το χαμό των δικών του. Τώρα που η καρδιά του γέμισε πόνο, τώρα μόνο, συνειδητοποιούσε τι είχαν αισθανθεί οι υπήκοοί του, χάνοντας  πρόσωπα αγαπημένα. Πονώντας βαθιά. Άνθρωποι, τους οποίους εκείνος προσπαθούσε να  γλυκάνει με υλικά αγαθά.

Ξαφνικά τα πόδια του λύγισαν και ένιωσε την ψυχή του μια πέτρα βαριά. Τίποτα δεν είχε πια το πιότερο νόημα. Χωρίς την αγκαλιά της μάνας και τη στοργική συμβουλή του πατέρα. Τώρα δα το καταλάβαινε. Πόσο καιρό είχε χάσει μακριά τους, όσο νόμιζε ότι όλα για πάντα θα κρατούσαν! Πως εκείνοι θα ήταν πάντα εκεί, στη θέση τους ακλόνητοι και πως η ευτυχία εξαρτιόταν μόνο από τα δικά του χέρια…!

Αλλά, χωρίς εκείνους ένιωσε δυστυχισμένος. Χωρίς το χάδι και τη συμβουλή τους μπερδεμένος. Ο χαμός τους αλλά και η ογκώδης, και διχασμένη χώρα του, κάτι που είχε δημιουργήσει με τις δικές του αποφάσεις μόνο, παρακούοντας τον πατέρα του και σκορπίζοντας πόνο. Έργο, που είχαν χτίσει μόνο τα δικά του χέρια…

Πέφτοντας να κοιμηθεί, μια ματιά έριξε έξω στο μπαλκόνι. Αναγνώρισε στη ζαρντινιέρα ένα ακόμα δεντράκι ξεραμένο, αυτό της κερασιάς.

« Η Ευτυχία μου σίγουρα χάθηκε», μονολόγησε.

Και ούτε καν η Τύχη δεν είναι με το μέρος μου πια…».

Το ίδιο εκείνο βράδυ έκλαψε πικρά. Για τον χρόνο που έχασε από τη ζωή των δικών του. Τις συμβουλές του πατέρα του που αγνόησε. Τις παροτρύνσεις φίλων που δεν έλαβε σοβαρά και έχασε απ’το πλευρό του. Το βράδυ εκείνο που τον βρήκε μοναχό του, να κοιμηθεί δεν μπόρεσε.

Στριφογυρνούσε με ανησυχία. Λουζόταν από κρύο ιδρώτα. Από τύψεις για όσα έγιναν, από άγχος για τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει πρώτα. Για να φέρει και πάλι το καλό στον τόπο του, τον πατέρα του περήφανο να ξανακάνει. Και είχε μικρό διάστημα ο Τεντώρ για να καταστρώσει τα σχέδιά του, αποφάσεις για να πάρει.

Τις μέρες των Χριστουγέννων που οι πόλεμοι σταματούσαν…

Χαράματα άρχισε να τον παίρνει ο ύπνος. Μα εκείνη την ώρα, σαν λίγο έκανε να κλείσει τα βλέφαρά του, την σκιά μιας ηλικιωμένης γυναίκας νόμισε πως είδε μπροστά του και πετάχτηκε από το κρεβάτι.

«Μητέρα!» φώναξε με λαχτάρα. Τότε η σκιά προς το μέρος του πλησίασε και η γυναίκα μίλησε. Ο Τεντώρ αντίκρισε μια ηλικιωμένη μορφή με άσπρα, ξέλυτα μαλλιά.

«Βασιλιά Τεντώρ», έκανε εκείνη με μια φωνή κουρασμένη και βαθιά. «Στάθηκες βλάσφημος απέναντι στη Μοίρα. Απέναντι στα δώρα της».

«Θεώρησες την Ευτυχία δεδομένη. Την Τύχη πάντα στην ώρα της. Μα το χειρότερο από όλα», του είπε η ηλικιωμένη μορφή, κοιτώντας τον ευθεία στα μάτια, «είναι πως χρησιμοποίησες τα δώρα αυτά για να ικανοποιήσεις μόνο τον εαυτό σου, επιζητώντας όλο και περισσότερα. Πως τι έχουν ανάγκη και τι χρειάζονται οι άλλοι γύρω σου το αγνόησες».

Ο Τεντώρ χλόμιασε.

«Ποια είσαι; Πως να μπεις στο παλάτι μπόρεσες;», τη ρώτησε. «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;», έκανε τελικά φοβισμένος.

«Στη γλώσσα χώρας μακρινής και παλιάς όσο και ο χρόνος, το όνομά σου Δώρο Θεού σημαίνει Τεντώρ», συνέχισε, αγνοώντας τον η σκιά. «Η Μοίρα επέλεξε εσένα, για να μοιράσεις τα δώρα του Θεού στους γύρω σου. Αλλά εσύ, μόνο για τον εαυτό σου τα κράτησες. Ποτέ δεν τα μοιράστηκες, και έτσι ποτέ δεν έμαθες το νόημά τους το πραγματικό».

«Μα μόνο σαν μοιραστείς αγαθό μαθαίνεις την πραγματική αξία αυτού που σου χάρισαν. Μόνο αν γυρέψεις να γνωρίσεις τα δώρα που σου δίνονται και τις ανάγκες των ανθρώπων που έχεις γύρω σου μαζί τους για να τα μοιραστείς, βασιλεύεις πραγματικά».

Ο Τεντώρ ένιωσε και πάλι να του λυγίζουν τα πόδια.

«Και τι είναι η Μοίρα; Γιατί επέλεξε εμένα για τα δώρα αυτά;

Γιατί είμαι εγώ αυτός που γεννήθηκε βασιλιάς και όχι φτωχός, γιατί;», ξέσπασε απελπισμένος.

«Μην το ψάχνεις, γιε μου», αποκρίθηκε η ηλικιωμένη. «Βασιλιάς και όχι Ζητιάνος ντύθηκες, ίσως γιατί κάποιος είδε σε σένα μυαλό αρκετό και καρδιά καθαρή, για να μοιράσεις με  τρόπο ίσο τα δώρα τούτου του κόσμου σε αυτούς που είναι φτωχοί.

Αλλά, το ίδιο φτωχός αποδείχτηκες και ο ίδιος».

Και σαν τον είδε να μην καταλαβαίνει, συνέχισε:

«Φτωχός δεν είναι μόνο κάποιος που χρήματα δεν έχει, αλλά και κάποιος που αρκετή γνώση δεν κατέχει. Γνώση για τα πράγματα που τον περιβάλλουν. Για το τι χρειάζεται πραγματικά. Γνώση του τι εκείνος μπορεί να προσφέρει στους άλλους. Και γνώση του τι αποζητούν οι άλλοι γύρω του τόσο από τον εαυτό τους, όσο και από αυτόν μοναχά.

Ο Τεντώρ το σκέφτηκε ξανά.

«Τώρα ξέρω τι ζητάω!», ομολόγησε. «Τώρα ξέρω που έκανα λάθος, αλλά… είναι αργά», παραδέχτηκε, σκύβοντας το κεφάλι στο πάτωμα.

«Γνωρίζεις μόνο ένα κομμάτι αυτών που ζητάς», τον διόρθωσε η ηλικιωμένη. «Μόνο αυτό που ήδη έχασες λαχταράς, ενώ η πραγματική γνώση είναι σε αυτό που επιπλέον μπορείς να αποκτήσεις. Σε αυτά που δεν ενδιαφέρθηκες να γνωρίσεις, όσο απλά και ταπεινά κι αν ήταν.»

Στη συνέχεια, στάθηκε και τον κοίταξε για λίγο η μορφή με τα μακριά μαλλιά. Και ύστερα, σαν να σκέφτηκε κάτι, μίλησε τελευταία φορά:

«Αν ειλικρινά το επιθυμείς, θα έχεις μια δεύτερη ευκαιρία να τιμήσεις το όνομά σου», τον ενημέρωσε με τη βαθιά, κουρασμένη της φωνή . «Μα τούτη τη φορά δεν υπάρχει γυρισμός και περιθώριο για λάθη», συμπλήρωσε.

Και προτού ο Τεντώρ τη διαβεβαιώσει, ότι το ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο, εκείνη απρόσμενα χάθηκε, όπως απρόσμενα είχε μπροστά του εμφανιστεί.

Το επόμενο πρωί οι λίγοι έμπιστοι του Τεντώρ σταμάτησαν στην πύλη του Βασιλείου ένα ταξιδιώτη μοναχικό που προσπαθούσε να περάσει.

«Έρχομαι από το Μακρινό Νότο», δήλωσε. «Ο αφέντης μου στέλνει στον βασιλιά σας αυτό» είπε, δείχνοντάς τους ένα κλαράκι ελιάς, που κρατούσε. «Στη χώρα μου το κλαράκι αυτό σύμβολο ειρήνης αποτελεί. Και στέλνοντάς το, ο άρχοντάς μου να δηλώσει τις ευγενείς διαθέσείς του επιθυμεί, ενημέρωσε ». Στη συνέχεια ο ταξιδιώτης αναχώρησε και πάλι για τα ξένα…

Οι έμπιστοι του Τεντώρ παρέδωσαν στο νεαρό βασιλιά το κλαράκι ελιάς και μετέφεραν τις προθέσεις του Άρχοντα από το Μακρινό Νότο.

Ο Τεντώρ γνώριζε πως ο Άρχοντας του Νότου ήταν ένας άντρας ηλικιωμένος και σοφός. «Όπως ήταν κάποτε ο πατέρας μου», αναλογίστηκε. Ο  Ισοκράτης βασίλευε στον Νότο εδώ και δεκαετίες. Η διακυβέρνηση της χώρας του ήταν τόσο συνετή, που η φήμη της μέχρι τα πέρατα του κόσμου ήταν γνωστή. Οι εχθροί τους, σχεδόν ανύπαρκτοι. Ο νεαρός βασιλιάς γνώριζε επίσης πως η ελιά, σύμβολο ειρήνης και σοφίας, ήταν για το Νότο δέντρο ιερό…

Εκείνο το βράδυ πήρε το κλαράκι ελιάς και το έβαλε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό. Θέλησε να το κάνει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Να του θυμίζει καθημερινά πόσα είχε ακόμα να μάθει, να του φέρνει στο νου την πλούσια εκείνη χώρα με την ειρηνική διακυβέρνηση.

Ο Τεντώρ τα επόμενα μερόνυχτα κάθισε και σκέφτηκε πολύ. Λίγες μέρες μετά, είχε πάρει τη σωστή απόφαση.

Μήνυσε στους έμπιστους φίλους του πως δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Πως είχαν μπροστά τους ταξίδι μακρινό. Έπρεπε να γίνει στο διάστημα των Χριστουγέννων, που σταματούσαν οι εχθροπραξίες, και είχε σκοπό μυστικό.

Ο Τεντώρ αποφάσισε πως θα  πήγαιναν στην άλλη άκρη της γης, τον Νότο. Να δηλώσουν με τη σειρά τους ειρηνική πρόθεση απέναντι στον Βασιλιά του και να του ζητήσουν συνεργασία, αλλά και τη συμβουλή του… 

*****

 

Μετά από πάρα πολύ μεγάλο καιρό απουσίας, είπα να δώσω το παρόν, δίνοντάς σας και κάτι δικό μου πολύ… Η συνέχεια του παραμυθιού την επόμενη εβδομάδα, εώς τότε εύχομαι σε όλους σας Καλά Χριστούγεννα και ότι επιθυμεί ο καθένας βαθιά μέσα στη καρδούλα του!!

445973-4562581800_cdd1b161f8 λουλουδια του χειμώνα

Αντίδοτο στη κρίση 3: Οριζόντιο ύψος. Η θέα είναι εξίσου όμορφη ακόμα και αν είσαι αγριάδα

kyparissi & agriadaΤσοχατζόπουλος, Αφοί Ψωμιάδη, Παπαγεωργόπουλος κλπ.

Τον τελευταίο καιρό πολλά ονόματα  από το χώρο της πολιτικής, με πολιτική αλλά όχι όραμα, αυτή την πολιτική του εύκολου κέρδους, της απάτης και της εκμετάλλευσης, απασχολούν τη δικαιοσύνη και την κοινή γνώμη.  Ορισμένοι μάλιστα, πρότυπα της γενιάς του Πολυτεχνείου κατά το παρελθόν, αφήνουν στο στόμα της συγκεκριμένης γενιάς, που λιθοβολείται συνεχώς για  τη σύμπραξή της στην άθλια οικονομία και την πολιτική εικόνα του σήμερα, μια εξτρά πικρή γεύση, ως είδωλα ψεύτικα, που τόσο εύκολα γκρεμίζονται,όσο εύκολα και ελπιδοφόρα είχε πιστέψει ο κόσμος κάποτε σε αυτά.

Για να γκρεμιστείς όμως, πρέπει να έχεις χτιστεί πολύ γρήγορα. Η’ να έχεις χρησιμοποιήσει σαθρά υλικά. Η’ να μην έχεις γερές βάσεις. Η να μην έχεις υπολογίσει τις συνθήκες ή τους ανθρώπους γύρω σου. Η’ κι όλα αυτά μαζί.

Κάθε σωστό οικοδόμημα προϋποθέτει ξάστερο οικόπεδο ψυχής. Δοκαρια σιδερένιας θέλησης. Τούβλα που βαδίζουν πλάι πλάι και τα ενώνει μπετονένια θέληση και αλληλοϋποστήριξη.Τούβλα που το καθένα μπαίνει στη θέση του και σιγά σιγά…Και που στη συνέχεια, όλα μαζί συγκρατούν το οικοδόμημα…

Όταν ανεβαίνεις απότομα, χάνεις γρήγορα οξυγόνο. Δεν προλαβαίνει ο οργανισμός σου να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Πετάς στα σύννεφα και το μυαλό σου μεθά από την περίσσεια στο διοξείδιο του άνθρακα. Νιώθεις για λίγο Θεός εκεί ψηλά. Δε σε νοιάζει τι γίνεται γύρω σου. Αρκεί που είσαι εσύ εκεί πάνω, μόνος σου. Είσαι Θεός. Αλλά δεν είσαι. Γιατί ξαφνικά πέφτει ο κεραυνός και συ πέφτεις από το βάθρο σου, μαζί με τα σαθρά σου υλικά σου που στάχτη γίνονται, καθώς καίγεσαι.

Και πρέπει τότε να ξαναθυμηθείς. Αυτό που λέμε συνείδηση. Αλληλεγγύη. Ενότητα. Να ξαναπροσπαθήσεις  να χτίσεις, αλλά με συναίσθηση του περιβάλλοντος σου. Να αγκαλιάσεις τους γύρω σου, και να γίνετε έτσι μια μικρή, χαμηλή αγκαλιά που λαχταρά να πάει μακρυά, και να δει ότι κρυφοκοίταξε κανείς γρήγορα και μόνος του από ψηλά…Γιατί εκείνη, δεν θα έχει καταβροχθίσει ύψος, δεν θα έχει στερήσει το οξυγόνο κάποιου άλλου, αλλά θα έχει γυμνάσει τα πόδια της με χιλιόμετρα εμπειρίας, αφοσίωσης, ελπίδας, ανθρωπισμού.Έτσι ώστε να τους σηκώσει ΟΛΟΥΣ, αυτή τη μεγάλη αγκαλιά, κάποια στιγμή, λίγο ψηλότερα πάνω στα γυμνασμένα της πόδια…

Το παραμύθι που ακολουθεί, είναι του Αργύρη Χιόνη από το ομότιτλο βιβλίο του «Το οριζόντιο ύψος» (εκδόσεις Κίχλη). Η φύση, δια στόματος Χιόνη,  μιλά με τον καλύτερο τρόπο  για τη φύση του ανθρώπου και θα ήθελα με την ευκαιρία αυτή να μοιραστώ το συγκεκριμένο παραμύθι μαζί σας…Δυστυχώς πάνω που γνώρισα τον υπέροχο αυτό ποιητή και παραμυθά, η ζωή επέλεξε να μας τον στερήσει. Σκοπεύω όμως σύντομα ένα ταξιδάκι στο Θροφαρί, όπου είχε αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια, μια και είναι τόσο κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου…

Το οριζόντιο ύψος

Μια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ’ ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι’ αυτό τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα. Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της. Το κυπαρίσσι που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης:
«Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και αν θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν.


Ωστόσο ευελπιστώ ή μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η
βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια».


Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ’ τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ’ ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και την Ακαλαλούμπα, χώρα ακόμη πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χόρευαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα. Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό της πεδίο όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλαλούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ’ ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του ‘κρύβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνεια του έκανε. Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι που-πώς να το κάνουμε;- αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει το όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.
Μέσα απ’ αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλαλούμπα. Κανένας όμως δε χόρευε εκεί τη ρούμπα. Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δεν γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες.
Έτσι ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε δυο μέρες αργότερα, λίγο πιο κει, μέσα απ’ το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας. «Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!» ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε καλωσόρισες, γειτόνισσα», άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια ακριβώς λόγια, να την καλωσορίζει, δηλαδή, με τη φωνή της, το ίδιο έγινε ακριβώς, άλλες δυο τρεις μέρες αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι. Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι, κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήταν. Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ’ την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για πιο πέρα δεν μπορώ να πω∙
Τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές που ακολούθησαν πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στην Ακαλαλούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο І:Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ’ αστροπελέκια είσαι.


Επιμύθιο ІІ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλαλούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

Αντίδοτο στη κρίση: Μια εικόνα και ένα παραμύθι με λέξεις ξεχασμένες…

ksexasmenes lekseis

Αντίδοτο στη κρίση: Μια εικόνα και ένα παραμύθι με λέξεις ξεχασμένες…

Είναι κάτι στιγμές μαγικές που η μία φέρνει την άλλη, και γίνονται πράγματα μικρά, του Θεού, ξεχασμένα συναισθήματα και θύμησες παιδικές πλέκονται μεταξύ τους, και γνώσεις και ζωγραφιές, και φτιάχνουν όλες μαζί ένα όμορφο στεφάνι, λουλουδένιο, της καρδιάς, που το κρεμάς έξω στης ψυχής σου την αυλή. Και κάνει αυτό το στεφάνι την κρίση μέσα σου-και τη γνωστή μας κρίση εκεί έξω- λίγο μικρότερη. Και τη θέση για τον εαυτό σου, τα πράγματα, τους γύρω σου και τον χώρο/τη χώρα όπου ζεις και αναπνέεις, λίγο πιο σταθερή, λίγο πιο υποφερτή λίγο πιο βελούδινη, μακρυά από την τραχιά και επίπεδη καθημερινότητα…

Το δικό μου αυτό γαϊτανάκι, ξεκίνησε το προηγούμενο Σάββατο γύρω στις 6 το απόγευμα. Βρέθηκα στην Νέα Ερυθραία, να χαζεύω την βιτρίνα γνωστού βιβλιοπωλείου. Άνοιξε εκεί πρόσφατα νέο και πολύ αξιόλογο υποκατάστημα. Και ενώ ήταν περασμένες 6 και έκλεινε,  δεν μας αρνήθηκαν ωστόσο μια μικρή ολιγόλεπτη βουτιά στο μαγικό κόσμο των νεοεκδοθέντων τίτλων… Έτσι λοιπόν μπήκαμε και κατέβηκα στο υπόγειο, αφού αναζητούσα ένα συγκεκριμένο βιβλίο παιδικό. Πραγματικά εντυπωσιάστηκα με το πλήθος εκείνων που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους και μάλιστα εν μέσω χαλεπών από όλες τις απόψεις καιρών.

Το πήρα, αλλά συνέχισα να χαζεύω εκστασιασμένη τα παιδικά εξώφυλλα, νιώθωντας να κάνω σκανταλιά, αφού καθόλου χρόνο δεν είχαμε και καταχρόμασταν απολαυστικά  την ευγένεια των υπευθύνων, όταν κάπου εκεί και ενώ ήμουν απορροφημένη από ποικιλία και χρώματα, ξαφνικά ο άντρας μου με τράβηξε από το μανίκι:

– Κοίτα τι υπέροχο εξώφυλλο!Ιδιαίτερα για παιδικό παραμύθι!!, μου είπε κρατώντας στα χέρια του ένα μικρό βιβλίο. Είχε σκληρό εξώφυλλο, ωστόσο σε μέγεθος ήταν μικρότερο από αυτό που έχουν συνήθως τα  «κανονικά» παραμύθια για παιδιά, ενώ αριθμούσε περίπου 70 σελίδες).

Μου τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον.Δεν ήταν μόνο το μέγεθος και το σκληρό εξώφυλλο. Στη ματιά του, βρέθηκα να με χαϊδεύει η εικόνα μιας Ελληνίδας μαυροφορεμένης γιαγιάς με την εγγονή της και ένα γάτο γκρι παρέα πάνω σε ένα κλαράκι ελιάς. Και ύστερα, τριγύρω πουλιά, αστεράκια, φέτες καρπούζι και ανεμώνες, και ένα πληκτρολόγιο, σαν και τούτο στο οποίο γράφω τώρα, και μια λέξη με γράμματα κόκκινα, MELLON…

Είχε τίτλο «Το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξεις».

Χρόνο να το επεξεργαστώ δεν είχα, είχα μάλιστα ήδη βρει το βιβλίο που έψαχνα και έκανα να φύγω. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να δώσω ξανά ραντεβού στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου με τα παραμύθια, για να διαλέξω ένα ακόμα, ίσως αυτό, μια άλλη φορά όμως με αρωγό…τον απαραίτητο χρόνο και την ανάλογη διάθεση.

Έκανα να το αφήσω…Δίσταζα.

Βλεπετε, μου ‘χε χαρίσει κάτι αυτό το βιβλίο, πριν καν το διαβάσω:

Mια ποιότητα,  ένα συναίσθημα διαφορετικό. Το μέγεθός του, η γραμματοσειρά, το εξώφυλλο και οι εικόνες που μίλησαν μέσα μου μόλις το ξεφύλλισα μαζί με τα χρώματα, τις φιγούρες, τα σκίτσα.

Ναι, αυτό ήταν, μου μίλησε. Μου μιλούσε ήδη.

«Μιλώ για λέξεις ξεχασμένες μου είπε, αλλά εσύ δεν θα με ξεχάσεις…», μου έδωσε ξαφνικά υπόσχεση και ύστερα έκανε βουτιά στη τσάντα με τα ψώνια μου.

Το διάβασα ήδη δυο φορές μέσα στη βδομάδα που πέρασε  και λίγο καιρό αργότερα, θα το διαβάσω και τρίτη. Είναι από τα ξεχωριστά βιβλία, που κάθε φορά που χάνεσαι μέσα τους, ανακαλύπτεις πάντα και κάτι διαφορετικό.

Έτσι, στη πρώτη ανάγνωση αναζήτησα στις σελίδες του το τέλος και μήνυμα της ιστορίας. Στη δεύτερη ωστόσο χτένισα  με προσοχή  τον μεστό, ταυτόχρονα παιδικά οικείο λόγο της συγγραφέως  Ιφιγένειας Μαστρογιάννη.Τις ιδιαίτερες λέξεις της ηπειρώτικης τοπολαλιάς που δεν γνώριζα και που τόσο όμορφα συνθέτουν την ποικιλία της ελληνικής μας γλώσσας..Άφησα τον ευατό μου να παρασυρθεί από την ρομαντική χροιά του παραμυθιού, το πράσινο των περιγραφών του, τις μυρωδιές από τα άνθη του και τις αγκαλιές της ανιδιοτελούς του αγάπης.

Βρέθηκα να ψάχνω για το ποιός ήταν ο Δονάτος στη πραγματικότητα, που βρίσκεται η Καμαρίνα, ποιά πορεία ακολουθεί ο Αχέροντας ποταμός…Και τελικά συνειδητοποιήσα πως για να φτιάξεις ή να πεις τα πιο σημαντικά πράγματα στον κόσμο, αρκούν μερικές ξεχασμένες λέξεις, μερικές ξεχασμένες εικόνες, ένα ιστορικό πέπλο που έρχεται από μακρυά και μας υπενθυμίζει ποια είναι η θέση μας σε αυτό το σύμπαν και σε τούτη δα τη μικρη, μα τόσο προικισμένη χώρα. Πράγματα που είχαμε βάλει στην άκρη του μυαλού μας και τώρα, εν καιρώ κρίσης, περισσότερο από ποτέ έχουμε ανάγκη να τα επαναφέρουμε στη σκέψη μας…

Το παρόν παραμύθι απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους. Θα το συνιστούσα ωστόσο σε όποιον στη δύσκολη αυτή εποχή θα θελε να αναζητήσει στις σελίδες του λησμονημένες έννοιες όπως η παράδοση, η αγάπη, ένα κομμάτι της ιστορίας μας , αλλά  συνάμμα την καλοσύνη -καθώς και το ήθος- της παραδοσιακής Ελληνίδας γιαγιάς, που θα έκανε τα πάντα για να χαμογελάσουν τα μικρά της εγγόνια και να υπάρχει ισορροπία μέσα στην οικογένεια…

Το βιβλιαράκι αυτό είναι επίσης εικονογραφημένο από μια εξαιρετική εικονογράφο/ζωγράφο, τη Φωτεινή Στεφανίδη, με πολλές διακρίσεις και βραβεία τόσο στην πατρίδα μας όσο και στο εξωτερικό. Η ποιότητα του πινέλου της εικόνας της, τόσο παιδική, αλλά με μια ενηλικη αισθητική ταυτόχρονα, ήταν ο πρωταρχικός λόγος για να ξεχωρίσω το βιβλίο.

Όμως, όπως προείπα, υπάρχουν κάτι στιγμές μαγικές, με πράγματα μικρά, αλλά μεγάλα ταυτόχρονα, και έτσι το παραμύθι με τις ξεχασμένες λέξειςμου προσέφερε ένα δώρο ακόμα ( κατά την αναζήτηση της εικονογράφου του στο διαδίκτυο): Με γύρισε περίπου 25 χρόνια πίσω, σε θύμησες γλυκιές, γεμάτες και πάλι ιστορια, γνώση αλλά και έτερες εικόνες απαράμιλλης αισθητικής. Βλέπετε, η θεία μου, μια εξαιρετική εκπαιδευτικός, μου χάριζε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα και από ένα βιβλίο της σειράς Ελληνική Μυθολογία των αδελφών Στεφανίδη βιβλία εικονογραφημένα εξαιρετικά από τον Γιάννη Στεφανίδη και πατέρα της Φωτεινής…

Είναι λοιπόν απίστευτο, πως σε μια εποχή που το χρειαζόμουν τόσο πολύ, ένα μικρό βιβλίο, ένα παραμυθάκι για παιδιά, μέσα από τις μόλις 70 σελίδες του, μου χάρισε τόσα πολλά. Μου θύμισε τι είναι πραγματικά σημαντικό, όταν έχουμε κρίση. Μέσα και απ’έξω μας.

Οι ξεχασμένες λέξεις και μια εικόνα για το ποιοι πραγματικά (θέλουμε να) είμαστε.

Ας κάνουμε λοιπόν μια βουτιά στο παρελθόν και στην αγκαλιά της Ελληνίδας γιαγιάς…