Tag Archive | συνύπαρξη

Το φύλλο που δεν ήθελε να πέσει…

%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf

 

Ένα εξάμηνο πέρασε από την τελευταία μου ανάρτηση. Είχα να γράψω από την άνοιξη που μόλις ξημέρωνε και τώρα πια τελειώνει κάπου ο Σεπτέμβρης…

Όσα μεσολάβησαν πολλά. Χαρές, άγχη, θέματα υγείας που με φόβισαν, τέλος καλό όλα καλά -και σε λίγο ακόμα καλύτερα- πρώτα ο Θεός.

Και να που πριν λίγο ανοίγοντας τη σχετική σελίδα του Google και βλέποντας το όμορφο σκετσάκι με τους βράχους και τα πουλάκια για την Επίσημη Πρώτη Ημέρα του Φθινοπώρου, μου ήρθε στο μυαλό το θέμα με το οποίο θα έκανα πάλι επιστροφή στο ηλεκτρονικό Σπιτικό μου. Αυτή, που θα έσπαγε τη σιωπή που είχα και έχω τόσο καιρό μέσα μου, τους παλιότερους μήνες επιβεβλημένη κυρίως λόγω σωματικής κούρασης και θεμάτων υγείας, στη παρούσα φάση ως μεταβατική περίοδος σκέψεων, προβληματισμού, ανασυγκρότησης.

 

 

Τι λοιπόν καλύτερο, από το να γυρίσω ξανά σε μια μπλογκοσελίδα με τον τίτλο «Όνειρα Παραμυθιού» με ένα παιδικό παραμύθι! (Μην κρυβόμαστε, πάντα εκεί ανατρέχω πρώτα στα βιβλιοπωλεία, και μετά στα υπόλοιπα βιβλία.)

Και όμως, το συγκεκριμένο βιβλίο το ανακάλυψε ο καλός μου. Μοναδικό αντίτυπο, σκονισμένο, σε ένα ράφι της αυγουστιάτικης έκθεσης βιβλίου του Ξυλοκάστρου, την ώρα που εγώ έριχνα ματιές σε πιο «δημοφιλή» παιδικά βιβλία…Το εξώφυλλό του με μάγεψε! Αν και μέσα Αυγούστου, όταν το πρωτοκράτησα στα χέρια μου, τα φθινοπωρινά του χρώματα με γοήτευσαν αμέσως. Ο δε τίτλος, που μιλούσε για έναν ήρωα – ένα απλο φύλλο- που ήθελε να πάει κόντρα στο κατεστημένο, μου κίνησε αμέσως την περιέργεια.

Το παραμύθι αγοράστηκε ευθύς, καθώς ανατρέχοντας στις σελίδες του ανακάλυψα ότι είναι από αυτά τα περίεργα, σαν και αυτό που έχω γράψει εγώ, που απευθύνονται τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους, ή καλύτερα, θα επαναλάβω για μια φορά τον αγαπημένο μου Χιόνη, σε «μικρομέγαλους μικρούς και μεγαλόμικρους μεγάλους», και ειλικρινά ευχαριστώ για την ανάλυψη το έτερον ήμισυ, που τον τελευταίο καιρό μου φέρνει ή ανακαλύπτει θησαυρούς. (ο τελευταίος, από το σουπερμάρκετ ήταν το βιβλίο «Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε» του Άντονι Ντορ, χωρίς εγώ να του έχω πει κάτι για αυτό – δεν το έχω πιάσει βέβαια ακόμα, καθώς αυτή τη στιγμή διαβάζω το «Μικρό παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο» της Νίνα Γκεόρκε.)

Για να ξαναγυρίσω στο φθινοπωρινό μου παραμύθι, ο συγγραφέας του είναι ο Γιάννης Πλαχούρης, για τον οποίο μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εκδότης του η Άγκυρα, ενώ εικονογράφος η παραστατικότατη Ειρήνη Καραλέκα.

Η υπόθεση της ιστορίας του απλή, ή μήπως όχι; Έχει μπει για τα καλά το φθινόπωρο, πλησιάζει ο χειμώνας, τα φύλλα των δέντρων κιτρινίζουν και πέφτουν, όμως,σε μια λεύκα ενός κήπου ένα φυλλαράκι αρνείται πεισματικά να κάνει αυτό που του υποδεικνύουν οι άλλοι ότι ΠΡΕΠΕΙ να κάνει, δηλαδή να πέσει…Εκείνο είναι τόσο δεμένο, σφιχταγγαλιασμένο με την ίδια τη Ζωή που αρνείται να την αποχωριστεί. Στην μελλοντική του απόφαση καταλυτικό ρόλο θα παίξει η Αγάπη, που θα έχει προέλθει μέσα από την παρατηρητικότητα του ίδιου του κόσμου γύρω μας, της αλληλοσύνδεσης που υπάρχει στις σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα πλάσματα τούτου του κόσμου, τελικά της Ενσυνείδησης. Η ιστορία αυτή θυμίζει τελειώνοντας κάτι από τα παραμύθια του Όσκαρ Γουάιλντ…

<…> «Το φύλλο σταμάτησε να καβγαδίζει.Όταν το προκαλούσαν με βρισιές, απέφευγε να απαντά. Έτσι του έμενε περισσότερος χρόνος-που πρώτα τον σπαταλούσε με άσκοπες φωνές και περιττές κινήσεις-να παρατηρήσει γύρω του. Υπήρχαν εκεί πολλά, που ποτέ δεν είχε προσέξει πριν.

Κοίταξε τα παγκάκια, τα άλλα φυτά, τη μικρή πέτρινη βρύση με το κεφάλι του λιονταριού,τις τραμπάλες και τις τσουλήθρες, τα γελαστά παιδιά και τις πάντα βιαστικές μανάδες, προσπαθώντας να τα δει σαν κάτι καινούργιο, για πρώτη φορά. Ο νους του άνοιξε. Τα λόγια του σπουργίτη ξαφνικά έγιναν τόσο , μα τόσο ασήμαντα. Είδε πως κάτι πιο μεγάλο τα τύλιγε όλα, τα έκανε Ένα. Άκουσε τη σιωπή που υπάρχει πάντα, ακίνητη, πίσω από τη φασαρία. Ένιωσε το κλαρί και τον μίσχο που το ένωνε. Σταλαγματιά σταλαγματιά περνούσε από εκεί ο χυμός που έφερνε τη ζωή.» <…>

<…> «Πρόσεξε θαύματα, σκέφτηκε το φύλλο. Τώρα νιώθω καλύτερα, ζεστό, δυνατό. Ο αέρας έχει μέσα του ζωή, όπως και το φως. Τροφή δεν είναι μόνο ο χυμός της λεύκας, αλλά το φως, ο αέρας, οι εικόνες που βρίσκονται δίπλα μας. Τι πρέπει εγώ να κάνω;Απλώς να κοιτάζω, να μην τα αφήνω να χάνονται. Πόσα μυστικά μαθαίνεις, όταν παρατηρείς τον κόσμο γύρω μας, σκέφτηκε.»

Σας αφήνω κάπου εδώ, μια Πέμπτη συννεφιασμένη -μετά από μια Τετάρτη όλο καταιγίδες- και σας χαρίζω μια ματιά από το παράθυρο του γραφείου και το Δέντρο μου, για το οποίο έχω μιλήσει και σε άλλα ποστς, που τις τελευταίες μέρες οργιάζει και αυτό από πεταρίσματα πουλιών, που και αυτό είναι φυλλοβόλο και σε λίγο και χάσει τον υπέροχο πράσινο μανδύα του. Αλήθεια, ξέρει κανείς να μου πει τι είδους δέντρο είναι;

20160922_124622

 

Κλείνω με τη σκέψη πως… τα δώρα εκεί έξω είναι πάρα πολλά, αρκεί να έχουμε τα μάτια μας κάθε φορά ανοιχτά για να τα δούμε. Και πως δεν πρέπει να λειτουργούμε με τα πρέπει των άλλων, της κοινωνίας ή της συνήθειας, παρά μόνο με το ένστικτό μας και να πράττουμε σαν είμαστε σίγουροι πως το επόμενό μας βήμα έχει πραγματικό Νόημα, παρατηρώντας καθημερινά τον κόσμο γύρω μας…

 

20160922_124901

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Θηλαστικά

Never-wrong-to-do-the-right-thing.-edited (1)

Συνειδητοποιώ ότι 4 μήνες τώρα, δεν έχω κάνει ανάρτηση. Πολλά αυτά που με απασχολούν. Καζάνι το κεφάλι μου που βράζει και δεν ξέρω τελικά αν θα κάψω το φαγητό, ή θα καταφέρω να κεράσω τη ζωή μου μοσχομυριστές αποφάσεις και νόστιμες, ισορροπημένες μπουκιές…

Αλλά… αυτό είναι μια μεγάλη, άλλη κουβέντα…

Είμαι σπίτι και κάθομαι στον υπολογιστή κοιτώντας έξω από το παράθυρο του γραφείου (για μια ακόμη φορά) το Δέντρο μου. Πάνω του, εκτός από
τα γνωστά σπουργίτια και τους μαύρους -αυθάδικους πάντα- κότσυφες, μόλις κάνει αρχοντικό πέρασμα ένα ζευγάρι δρυοκολαπτών και γω…τους κοιτώ άφωνη. Δεν έχω ξαναδεί δρυοκολάπτες από τόσο κοντά.

Το πέταγμά τους, η άνοιξη που ετοιμάζεται σιγά σιγά να μπει επισήμως με τα χελιδόνια από τα Ανατολικά, με βάζουν σε σκέψεις:

Αλήθεια, ποιος ελέγχει τα αποδημητικά πουλιά; Την έλευση τους από θερμότερα κλίματα τώρα την άνοιξη, και το πέταγμά τους ξανά στα Ανατολικά το φθινόπωρο; Πόσο αναγκαίο είναι κάτι τέτοιο για την φυσική ισορροπία των πραγμάτων;

Μεγάλο πράγμα τα φτερά που έχουν μάθει να πετούν και δεν επιτρέπουν στο σώμα να βαλτώσει κάτω στη γη και να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης:Οικονομικής, Γεωγραφικής, Πολιτικής.

Τα θηλαστικά, αλλά και άλλα πτηνά όπως οι κότες, που δεν έχουν μάθει να πετούν, ή στερούνται τα κατάλληλα πούπουλα, ποτέ δεν θα έχουν την ίδια τύχη. Της ελεύθερης διακίνησης…

Χρόνια τώρα μαντρώνονται πίσω από φράχτες και και εξυπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες και σκοπιμότητες. Κανείς δεν ξέρει -και δεν θέλει να μάθει- εδώ και δεκαετίες, αν πονούν. Υποφέρουν. Αν στερούνται αξιοπρέπειας και σωστής φυσικής κατάστασης.

Σφάζονται πάντα εις το όνομα του γενικού καλού. Τα σφαγεία έχουν μεγαλώσει και τα μαχαίρια δεν είναι πια τα ίδια. Τους ανοίγουν πόρτες και τους τις ξανακλείνουν κατά βούληση, πάντα με γνώμονα την κατανάλωση, το κέρδος, τους αριθμούς.

Ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν κατανάλωνε τόσο Κρέας. Ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν γέμιζε μαντριά με τόσο επιμονή και άξια (;) διαχείριση…

457204

***

Πριν δυο μέρες βρέθηκα στο φαρμακείο με τη μητέρα μου. Γεμίσαμε δυο μεγάλες πράσινες σακούλες πράγματα. Την είχα ξαναζήσει τούτη την κατάσταση, πριν χρόνια, κατά εβδομάδες και μήνες, πάντα με ένα τράβηγμα βαθιά κάτω στο στομάχι. Η σακούλα προορίζονταν πάντα για έναν άνθρωπο μας που έσβηνε, μέρα με τη μέρα, αργά. Κάθε σακούλα και μια μικρή ελπίδα.

Πριν δυο μέρες βρέθηκα σε ένα φαρμακείο με τη μητέρα μου. Οι δυο μεγάλες πράσινες σακούλες, το χρώμα της Ελπίδας, και τούτη η μεγάλη, τεράστια, μπλε που κρατούσε ο κύριος που προπορεύονταν στην σειρά στο ταμείο, στο Χρώμα του Ουρανού, δεν προορίζονταν για κάποιον πολύ δικό μας άνθρωπο.

Για αυτό και το τράβηγμα στην ψυχή ήταν διαφορετικό. Απελευθερωτικό. Φάνταζε ακόμη πιο Δίκαιο.

Ήταν το τράβηγμα της ψυχής ενός συνήθως άβουλου στα Τεκταινόμενα θηλαστικού.

Το τράβηγμα των φτερών μιας Κότας, που για δευτερόλεπτα η καρδιά και μια σακούλα φαρμακείου την έκαναν να πετάξει…

 

whats-right-is-whats-left-when-everything-is-wrong-quote-1

Μουσικές καρέκλες

image

‘Όταν ήμουν μικρή, παίζαμε στα πάρτυ ένα παιχνίδι που λεγόταν μουσικές καρέκλες. Θεωρούσα ότι αφορούσε μόνο τα παιδιά, αλλά μάλλον έκανα λάθος. Μπορούσαν να πάρουν μέρος πολλοί παίχτες, αγόρια ή κορίτσια. Μέτραγες πόσοι συμμετείχαν και έστηνες τις αντίστοιχες αριθμητικά καρέκλες μείον μια, σε σχέση με τον αριθμό των παιχτών, όταν θα ξεκινούσε το παιχνίδι. Έπειτα τις έστηνες σ ‘ενα σχήμα που έμοιαζε με κύκλο η έλλειψη, την μια κοντά στην άλλη, ή τη μια απέναντι από την άλλη. Στη συνέχεια ξεκινούσε το παιχνίδι βάζοντας μουσική και τους παίχτες στο άκουσμα αυτής να γυρνούν γύρω από τις καρέκλες. Ξάφνου, η μουσική σταματούσε και οι παίχτες έπρεπε να κάτσουν γρήγορα γρήγορα κοντά στη καρέκλα στην οποία βρίσκονταν, καθώς αυτός που θα περίσσευε, θα έβγαινε από το παιχνίδι, ως χαμένος. Η μουσική ξανάρχιζε, σταματούσε και φτου κι απ´την αρχή, έτσι το παιχνίδι επαναλαμβάνονταν αφαιρώντας κάθε φορά και μια καρέκλα, ώστε να περισσεύει πάντα ένας παίχτης. Μέχρι που απέμεναν δυο παίκτες και μια καρέκλα και στο τέλος βέβαια ο νικητής.

Αυτό που πάντα με απογοήτευε σε τούτο το παιχνίδι, ήταν αφενός οι σπρωξιές για να προλάβεις να κάτσεις μην κάτσει ο διπλανός σου πριν από σένα, καθώς και ότι ενώ ακούγονταν όμορφα  τραγούδια, κανείς δεν έδινε τελικά προσοχή σε αυτό που πραγματικά άξιζε. Τη μουσική και την παρέα.

Αν με ρωτάτε τώρα πως το…μνημόνευσα αυτό, θα σας πω ότι ξάφνου άρχισα να βλέπω πάλι μπροστά μου ελλείψεις. Και κύκλους. Και καρέκλεςΔίπλα τάχα μου, ή απέναντι τη μια από την άλλη. Και κανέναν μα κανέναν να μην ενδιαφέρεται για αυτό που πραγματικά αξίζει:

Τη μουσική της πατρίδας -που χάνεται- και της (πολιτικής) παρέας (ανεξαρτήτως χρώματος) σε μια πορεία αλληλεγγύης.

Απλά, ανοίξτε τις ειδήσεις και θα έρθετε στα λόγια μου.

Τους βαρέθηκα.

Μονόλογος στο φεγγάρι

panselinos

 

Μόνος και απόψε… Μια δύναμη με τραβάει, σαν να θέλει να ανοίξω τις κουρτίνες και να κοιτάξω έξω από το παράθυρο.

Πηγαίνω.

Τις άνοιγω, έχει πανσέληνο…Ποτέ δεν κοιτούσα το φεγγάρι μέχρι απόψε.
Tότε λοιπόν γιατί σήμερα, γιατί τώρα;

Πέφτει πάνω στις στέγες των σπιτιων, στις ταράτσες από τις απέναντι πολυκατοικίες.

Για δες πόσο τις ομορφαίνει!…

Αυτά τα πλακόστρωτα περιφραγμένα καρυδότσουφλα, με τις κεραίες των τηλεοράσεων για κατάρτια…

Πόσο θα θελα…

 

Nα γίνει κάτι μαγικό απόψε.

Να φύγουμε όλοι μαζί, για πολιτείες μακρυνές!
Να ανεβεί καθείς ένοικος στη ταράτσα.

Και μόλις δηλώσουν όλοι το παρον, αυτό λέει να αποκολληθεί από το υπόλοιπο κουτί και να φύγουμε…
Με πλοηγό μας τα άστρα.
Σαν τους παλιούς καπεταναίους…

Και θα εκπέμπουν τα άστρα φως.
Θα στέλνουν σήματα μορς.
Στη τηλεορασένια κεραία μας.

Και έτσι εμείς θα ακολουθούμε τη σωστή πορεία…
Και όρτσα πανί θα φωνάζουμε στα σεντόνια που έχει κρεμάσει η γειτόνισσα…

Θα φουσκώνουν στο βραδινο αεράκι και θα τα λούζει και το δικό σου φως, πλανητένιο κεφάλι από τυρί,που θυμίζεις το στομάχι του Ηλιόπουλου…

Φίλε μου Ντίνο, εγώ έχω ένα πρόβλημα διαφορετικό.
Το στομάχι μου είναι κάθε μέρα γεμάτο αλλά η ψυχή άδεια.

Είναι αυτή που είναι γεμάτη μόνο μια φορά το μήνα…

Και πολύ λέω..
Και συνήθως οι ταράτσες δεν μου θυμίζουν πλοία, λουσμένα στο φεγγαρόφως.
Μου θυμίζουν τάφους.
Και όσες οι κεραίες στις ταράτσες, τόσοι και οι σταυροί.
Κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, όλων των χριστιανών που μένουμε απο κάτω…

Θέλω ένα ακόμα τσιγάρο.
Ψάξε και τον αναπτήρα, που είναι τα πράγματά μου;
Περίεργος εκνευρισμός…Περίεργες σκέψεις…

Είμαι μόνος…Δεν είναι η μόνη νύχτα σήμερα!
Αλλά είναι μοναχική…

2 ρουφιξιές και θα έχω έρθει στα ίσια μου…
φουυουυυ…

Αλλά…

Ξανά, σαν μαγνήτης με τραβάς έξω…
Και να σαι πάλι που σε κοιτάζω.

Ενα ρημαδοτόπι είσαι, με βράχους και ηφαίστεια.
Κοινότοπο σαν όλους τους άλλους πλανήτες.

Δεν ξεχωρίζεις σε τίποτα και απο κανέναν.
Δανείζεσαι το φως ενός άλλου, καλύτερου και φωτεινότερου απο σένα…

Έπεσε πάνω μου η κάφτρα του τσιγάρου.
Κάηκα!

Γιατί αφερέθηκα.
ΑΦΑΙΡΕΘΗΚΑ απ’όλα αυτά που με ενοχλούν αυτή τη νύχτα…
Δίνω πρώτη φορά το δικαίωμα στον εαυτό μου να γίνω αφηρημένος.
Και ΑΦΑΙΡΕΜΕΝΟΣ..
Από την ολότητα που έχω συνηθήσει. Από το καθημερινό. Από το συνηθισμένο…

Πίκρισε και το στόμα μου -ποιό τσιγάρο της ημέρας σιγοκαίει την ψυχή μου;
Ηρεμία δεν βρίσκω… γιατί με κοιτάς.
Με κοιτάς.

Τι με έχεις καρφώσει έτσι ρε ετερόφωτε κύκλε;

Θα μπορούσες να σαι ένα φωτεινό και καλοσυνάτο πρόσωπο, γεμάτο αλήθειες.
Να με συμβουλέψεις.
Να με παρηγορήσεις.
Να με οδηγήσεις στη δική μου αλήθεια.

Να αναμοσβήσεις σαν φάρος φωτεινός. Στα ναι και στα όχι μου, στα πρέπει και στα θέλω μου.

Γιατί έχω μπερδευτεί και δεν ξέρω τι κάνω.
Ποιός είμαι τελικά;
Δεν ξέρω τι θέλω, που πάω, ζαλίστηκα…μα θαρρώ δεν είναι το ποτό ή τα άπειρα τσιγάρα που έχω καπνίσει…

Αλλά…Τι στο ζητάω;;;;;

Ένας ετερόφωτος κύκλος είσαι ρε, που παριστάνει στη συνείδηση και στα μάτια των άλλων ότι είναι αυτόφωτος.

Αλλά…
είσαι στ’αλήθεια;

ΕΙΣΑΙ;

Ποιος αλήθεια είναι ο ήλιος και ποιό το φεγγάρι;
Τί δίνει φως και ποιός κλέβει φως;

Σκέψεις περί πλεονεξίας…

συνύπαρξη

 

 

“One is one with the other, alone one is none”
Antonio Porchia

 

 

 

 

 

Η μπαλκονόπορτα του σαλονιού μου είναι πραγματικά μεγάλη. Χωρίζεται σε τρια μεγάλα φύλλα, συνόλου αρκετών μέτρων. Ωστόσο, επειδή το πραγματικό φως είναι στο πίσω μέρος του διαμερίσματος και όχι στο σαλόνι και πολλές φορές θέλοντας να θαυμάζω τους κόπους μου εκεί έξω-μια ζαρντινιέρα ζηλευτή και γλαστρούλες με πολύχρωμα άνθη- τραβώ τις λευκές κουρτίνες μου στα άκρα.

Τέρμα δεξιά – τέρμα αριστέρα.

Συνήθως όταν τραβιέται κάτι στα άκρα, κάποιος άλλος την πληρώνει.

Τα πουλιά είναι κάτι ελεύθερο. Δεν γνωρίζουν από όρια, δεν φοράνε ψεύτικες μάσκες και καλούπια (εντάξει, ο κούκος μπορεί), τα προστατευτικά τους είναι ευδιάκριτα και ξάστερα: Χυλός χώματος και φύλλα, όχι τζάμια ύπουλα και κατασκοπευτικά…

Η μητέρα μου με έχει προειδοποιήσει: ‘Αφηνε ανά κάποια εκατοστά και μια κουρτίνα να φαίνεται. Τι φταίνε και αυτά τα κακόμοιρα. Αθώα και μικρά, σκάνε με το ράμφος τους στο ύπουλο γυαλί που προστατεύει τους μέσα και μας επιτρέπει τόσο α-σφαλεμένα (;) να παρατηρούμε τον έξω κόσμο.

Θέλησα άπλετο φως για τον πρωινό καφέ μου το Σάββατο. Έτσι όπως εισέβαλλαν όμορφα τα χρώματα της αυγής και πρόσφεραν το τέλειο σκηνικό στην προσωπική μου απόλαυση. Τράβηξα τέρμα τις κουρτίνες, φόρο τιμής στην πολύχρωμη παράσταση της μπαλκονένιας μας αυλαίας. Κάτι πήγε να μου αναφέρει και ο σύντροφος – «θέλω την αυλαία ολόκληρη», του δήλωσα. Λίγο αργότερα, ένα γδούπο μετά και μερικές κόκκινες σταγόνες στο τζάμι, μικρός πρωταγωνιστής έπεφτε σοκαρισμένος και ημιθανής στα πλακάκια μου. Οι μαύρες χαντρούλες του ακόμα ανοιχτές σαν τις λευκές μου τις κουρτίνες.

Το βράδυ ξεκινήσαμε να βάλουμε μια ταινία στο dvd. Αγαπημένη συνήθεια πριν κοιμηθούμε. Αν έχεις και σύντροφο σινεφίλ επιβάλλεται. Τελικά η ΝΕΡΙΤ είχε την εξαιρετική ταινία » Σπίτι από άμμο και ομίχλη»- ταινία που είχαμε απολαύσει στα πρώτα εκείνα μας ραντεβού-αποφασίσαμε εναλλακτικά να τη δούμε δεύτερη φορά. Το σπίτι του φιλμ, μήλον της έριδας ανάμεσα στη πραγματική του κληρονόμο, μια ασταθή ψυχολογικά νεαρή Αμερικανίδα, που το χάνει από τα χέρια της λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και ενός μεγάλου γραφειοκρατικού λάθους, καθώς και του νυν ιδιοκτήτη του, ενός κυνηγημένου από το νυν καθεστώς της χώρας του Ιρανού συνταγματάρχη, ενώ θα μπορούσε να προσφέρει στον καθένα ξεχωριστά τη θάλασσα, που ο καθένας ονειρεύεται, τους βυθίζει τελικά στην ίδια την ομίχλη. Ο πλεονεκτικός τρόπος που χειρίζονται και οι δύο τα πράγματα, η τοποθέτηση λάθος αξιών στη ζωή τους και βέβαια το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στις κουλτούρες τους τούς οδηγεί σε συνέπειες απρόβλεπτες στη συνέχεια, μέσα από μια αριστοτεχνικά στημένη και αρχαίας τραγωδίας όμοια εξελισσόμενη πλοκή. Αυτοί που πληγώνονται περισσότερο σε κάθε σκέλος είναι φυσικά οι λιγότερο υπαίτιοι, καθώς άκρα τραβιούνται και από δω και από κει, άλλες χαντρούλες απομακρύνονται για να ξεχάσουν, άλλες χαντρούλες σφαλίζονται για πάντα.

Η Ιρανή σύζυγος, η πραγματικά τραγική φιγούρα της ιστορίας, μιλά κάποια στιγμή για τα πουλιά και τη συμβολική σημασία τους στην Ιρανική παράδοση: Ένα πουλί που επισκέπτεται το σπίτι σου μπορεί να είναι ένας άγγελος από τον ουρανό, ή ένας καλός οιωνός. Μια ευλογία…Τι σύμπτωση σκέφτομαι, με αυτό που μου συνέβη το πρωί. Το μυαλό μου αρχίζει να τρέχει σε συλλογισμούς….

Το έργο βρύθει συμβολισμών και αλληγορισμού και το ίδιο: Τα θεμέλια του διεκδικούμενου από δυο πλευρές σπιτιού βρίσκονται στην άμμο, τα όνειρα και επιθυμίες των διεκδικούντων είναι μπερδεμένα και πνιγμένα στην ομίχλη, δέντρα που χρειάστηκαν μια ζωή για να ψηλώσουν κόβονται χάριν μιας ανεμπόδιστης θέας κτλ.

Προς το τέλος της ταινίας, κάποια πουλιά πετούν ελεύθερα στον ουρανό, ενώ άλλα χτυπημένα τα παρασέρνουν τα κύματα. Συλλογίζομαι και πάλι τον πρωταγωνιστή στη βεράντα μου. Είμαι και γω ευλογημένη με ένα όμορφο σπιτικό, ένα σύντροφο, ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι. Γιατί θέλησα τη θέα μου ανεμπόδιστη;

Αναζητώ το σταχτί κορμάκι του στη βεράντα, με την ελπίδα πως θα έχει ξυπνήσει από το σοκ και θα πετάξει μακρυά, όπως έχει γίνει άλλες φορές…
Το βρίσκω πεθαμένο. Μια σφίγγα κεντάει αδηφάγα τη μαύρη χαντρούλα του. Γεμίζω φρίκη και ενημερώνω το έτερον ήμιση, ο οποίος το έχει ήδη δει αλλά δεν θέλησε να με στεναχωρήσει. Στη συνέχεια εκείνος το διπλώνει προσεκτικά σε δυο εφημερίδες και το πετά στον κήπο, τροφή τουλάχιστον στις γάτες και όχι στη σήψη, με την σφίγγα ενοχλημένη που χάνει το ενέλπιστο κελεπούρι να αρχίζει να τον κυνηγά…!

Η ταινία είναι σκηνοθετημένη σχεδόν τέλεια για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, όπως είναι ο ρωσοεβραίος Βαντιμ Πελερμαν. Ένας δημιουργός, που διαβάζοντας  το ομότιτλο βιβλίο και έχοντας βιώσει την απόλυτη φτώχεια στα εφηβικά του χρόνια λόγω μετανάστευσης, τα κενά στη συνεννόηση, όπως και την ελλειψη σεβασμού που γεννά ο ρατσισμός ανάμεσα σε κουλτούρες διαφορετικές, ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τα ερωτήματα του  και το επιλέγει ως σεναριακή βάση για την πρώτη του ταινία στην Αμερική.
Ένα έργο στο τέλος του βουτηγμένο στο αίμα.

house of sand and fog

 

 

Βουτηγμένα στο αίμα. Έτσι παρακολουθώ προστατεμένη πίσω από ένα ακόμη γυαλί στις ειδήσεις τα θύματα της τελευταίας Εβραιοπαλαιστινιακής διαμάχης. Όπως και ένα ακόμα πιο αποθρασεμένο Ισραήλ (Νόμπελ Ειρήνης;;;;) που δεν στέκεται βέβαια στις δυνάμεις του, αλλά κρύβεται εδώ και αρκετά χρόνια πίσω από την αμερικανική ανοχή, στρατιωτική αρωγή καθώς και την πολιτική των βέτο της στην καταδίκαση τόσο των εγκλημάτων πολέμου όσο και την υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων που εκείνο έχει διαπράξει. (Ορίων κυριολεκτικών και μεταφορικών)…

Αποφεύγω έτσι να βλέπω ειδήσεις. Να βλέπω καφέ χαντρούλες να σβήνουν. Το ομιχλώδες τοπίο στα κεφάλια των ιθυνόντων και την άμμο από στάχτη στα διαμερίσματα και τις αυλές των ανθρώπων που βομβαρδίζονται. Ιδιαίτερα μετά την έκρηξη στο καταφύγιο του ΟΗΕ.
Θέλω να πιάσω κάθε Εβραίο αυτού του κόσμου, Έλληνα, Πολωνό, Γερμανό. Αμερικάνο, Ισραηλινό και να του φωνάξω: ΠΩΣ ΚΑΘΕΣΑΙ ΑΜΕΤΟΧΟΣ ΣΕ ΟΛΟ ΑΥΤΟ; Που μπορούν να φτάσουν τα όρια της πλεονεξίας σε κάτι που ΔΕΝ σου ανήκει, μιλώντας όχι μόνο για εδάφη αλλά και το δικαιωμα να το παίζεις  Θεός, να πατάςτη σκανδάλη, ή «απλά» το κουμπί ενός πυραύλου, σκορπώντας έτσι το θάνατο, κρατώντας στα χέρια σου την τύχη του διπλανού σου;;

Και τελικά παραδίνομαι. Σε μια λανθασμένη (;) καθότι ρατσιστική (;) σκέψη για τα καθέκαστα των ημερών:
Το μεγαλύτερο κακό που έκανε ο Χίτλερ στους Εβραίους δεν είναι η γενοκτονία, τα πειράματα και τα βασανιστήρια, οι θάλαμοι αερίων και οι φούρνοι σαπουνιού. Είναι προφανώς η ίδια η σαπωνοποίηση του εγκεφάλου τους, εννοώντας φυσικά την αναισθησία και την ανοχή τους απέναντι σε αντίστοιχα βασανιστήρια και τα εγκλήματα πολέμου. Είναι επίσης το ότι τους έδωσε τη βάση για την απόλυτη αντιγραφή στην κατάλυση της αξιοπρέπειας και της προσωπικής ελευθερίας απέναντι στον λιγότερο ισχυρό Παλαιστίνιο (ο οποίος έχει και τα δίκια με το μέρος του, από όσο είμαι σε θέση να καταλάβω, διαβάζοντας ιστορικά γεγονότα και υπογεγραμμένες συνθήκες), απέναντι δηλαδή στην αντίθετη πλευρά.
Αυτό ίσως που δεν έχει σκεφτεί ο εβραϊκός λαός είναι πως… αν ξαφνικά αλλάξουν διαθέσεις οι αγγλόφωνοι αρωγοί του πάνω στις καφετιές χαντρούλες που σφαλίζουν όλοι καθημερινά και τα εδάφη που εξα-σφαλίζουν καθημερινά, είναι η πιθανότητα να διεκδικήσουν κάποια στιγμή οι ίδιοι οι αρωγοί τη βρώση αυτών όπως η σφίγγα που ανέφερα πιο πάνω…Σαν προσπαθήσουν τότε οι Ισραηλινοί να απομακρύνουν και κείνους, βλέπω τη σφίγγα να τους κυνηγά αδυσώπητα, όπως εκείνη παραπάνω το έτερον ήμισυ…

Κλείνω ανά αποστάσεις λίγο τις κουρτίνες μου. Το φως είναι λιγότερο, κάποια από τα λουλουδιασμένα χρώματα μου παίζουν κρυφτούλι και δεν μπορώ να τα διακρίνω όλα πίσω από το ημιδιαφανές ύφασμα. Μπορώ όμως να ακούσω:
Τα τιτιβίσματα από πουλιά που πετούν ανέμελα. Το καθημερινό κουτσομπολιό από τα γκρινιάρικα τζιτζίκια μου.
Όχι, δεν τους έδιωξα ακόμα. Μπορούμε όλοι να συνυπάρξουμε.
Επιστρέφω και γω ξέγνοιαστη στις δουλειές του σπιτιού…

Το δέντρο της Γνώσης (μέρος ΙΙ)

Tree%20of%20Happiness2

(…) Ο Άρχοντας του Νότου, σαν να τους περίμενε από χρόνια, τους υποδέχτηκε θερμά στην Αυλή του. Και μόλις του εξήγησαν τον σκοπό του ταξιδιού τους, δέχτηκε αμέσως να τους βοηθήσει.

Το επόμενο διάστημα βρήκε τον Τεντώρ να μαθητεύει δίπλα στο γέρο βασιλιά. Κάτι όμως που δεν γνώριζε ήταν, πως ο Ισοκράτης είχε φίλο τον πατέρα του από παλιά. Ποτέ δεν έμαθε πως οι δυο νέοι, σα χώρισαν στο παρελθόν για να κυβερνήσουν στα δύο σημεία του ορίζοντα, είχαν υποσχεθεί, να φροντίσει ο ένας την οικογένεια του άλλου σε μια δύσκολη στιγμή.

Ένα χρόνο περίπου κράτησε ο Ισοκράτης κοντά το νεαρό βασιλιά. Και στο διάστημα αυτό κατάφερε να του διδάξει πολλά. Ο Τεντώρ έμαθε πρώτα να «ακούει» και να «διαβάζει»: Τη φωνή του προδότη, το βλέμμα του εχθρού. Την κραυγή τρομαγμένου πουλιού, που κρυμμένη απειλή προμηνύει. Το καλοσυνάτο χαμόγελο φίλου αδελφικού. Γνώρισε πως η γνώση μπορεί να βρεθεί και στο πιο ταπεινό πράγμα: Ένα μικρό φύλλο βότανου, βάλσαμου για τις πληγές,  ή την αγκαλιά ενός ανθρώπου, σωστό μικρό θαύμα.

Έμαθε να μην κυνηγά το χρυσάφι και τους πολύτιμους λίθους, χάνοντας παράλληλα τον χρυσό της ψυχής, σε όσα τον περιέβαλαν μικρά. Πάνω από όλα όμως, έμαθε καλά, πως για να κατακτήσεις κάποιον, από το πιο μικρό θήραμα μέχρι τον πιο πονηρό εχθρό, το όπλο είναι σύμμαχος κακός…Και πως είναι η γνώση που ρίχνει φως γύρω από το αντικείμενο που σε αφορά κάθε φορά, αυτή που σε κάνει να βγαίνεις νικητής…

Με την βοήθεια του Ισοκράτη και των καινούργιων του συμμάχων, ο νεαρός βασιλιάς έθεσε και πάλι υπό έλεγχο τους εχθρούς. Κατάφερε να συγκεντρώσει μάλιστα και φίλους παλιούς. Σιγά σιγά, έμαθε να εκτιμά την διαφορετικότητα κάθε ατόμου αλλά και κάθε λαού. Τη σημασία του να προσπαθεί να συνεργάζεται μαζί τους, αντί να τους κατακτά με την βία. Να ανακαλύπτει κοινά συμφέροντα, να υπερπηδά τα εμπόδια με διπλωματία.

Στο διάστημα που ακολούθησε, το κράτος του Μακρινού Βορρά επέστρεψε και πάλι στα αρχικά του όρια. Η ευημερία του τόπου και πάλι μεγαλύτερη από ποτέ γινόταν. Το χρυσάφι αυξανόταν, όχι όμως από λάφυρα που έφερναν στρατιώτες από επιδρομές στα ξένα, αλλά από τις ειρηνικές συναλλαγές που είχε ο Βορράς με τους λαούς του κόσμου. Οι μάχες έληξαν σταδιακά και ο κόσμος ηρέμησε, απολαμβάνοντας οικονομική ευημερία και μέρες ειρήνης μετά από χρόνια πολλά.

Ο νεαρός βασιλιάς μεγάλωσε. Το μυαλό με την ψυχή του αντάμωσε.

Και έπειτα, σαν ερωτεύτηκε πρώτη φορά, την κόρη του Ισοκράτη και την έκανε γυναίκα του, κοντά στη νέα πια Βασίλισσα, έμαθε κάτι ακόμα:

Πως κανείς πιο καθαρά βλέπει με την καρδιά, παρά με τα μάτια…

 

Είχε περάσει πια καιρός. Είχε έρθει η ώρα για τον Τεντώρ να γυρίσει και πάλι με το κεφάλι ψηλά στη χώρα του και το παλάτι.

Και τότε, εκείνο το βράδυ, που κουρασμένοι από το ταξίδι ο Τεντώρ και η γυναίκα του έφτασαν εκεί, ανακάλυψαν με έκπληξη πως κάτι μαγικό είχε συμβεί: Στο ποτήρι, που ο Βασιλιάς είχε ξεχάσει το κλαράκι ελιάς του Ισοκράτη, το νερό όχι μόνο δεν είχε σωθεί, αλλά το ποτήρι ήταν γεμάτο, το κλαράκι ζωντανό και η ελίτσα είχε βγάλει ρίζες…

Αυτή τη φορά, δεν φυτεύτηκε το κλαράκι στην ζαρντινιέρα του νεαρού βασιλιά. Αλλά, λίγες μέρες μετά, Ο Τεντώρ, κρατώντας από το χέρι τη νέα του βασίλισσα, βγήκε μαζί της να το φυτέψει. Στο χώμα, στη γη, μπροστά από το παλάτι.

Και σαν ο κόσμος απόρησε, βλέποντας το νεαρό ζευγάρι να λερώνει τα χέρια του, ο Τεντώρ τους καθησύχασε:

«Στο Μακρινό Νότο από όπου προέρχεται η γυναίκα μου και το κλαδάκι αυτό», τους είπε, «η ελιά ειρήνης και σοφίας είναι σύμβολο». «Η κίνησή μου να το φυτέψω εδώ, συμβολίζει την πρόθεσή μου η χώρα να κυβερνάται  ειρηνικά. Σήμερα και από δω και πέρα. Και, όπως κάθε δέντρο εκτός από γη χρειάζεται σωστό προσανατολισμό, νερό και χάδι ανθρώπινο μέρα με τη μέρα, τώρα πια γνωρίζω πως τις ίδιες ανάγκες έχει και η πατρίδα μας: Να προσανατολίζεται σωστά. Να μεγαλώνει ειρηνικά, επιδιώκοντας με τους γείτονές της συνεργασία. Να γίνεται με δουλειά από όλους μας πιο πλούσια. Με το χάδι κάθε ανθρώπου που είναι κάτοικός της, αφού καθένας από μόνος του είναι σημαντικός για κείνη.»

«Κάποτε», κατέληξε, «νόμιζα ότι η μοίρα μου, η μοίρα σε αυτή τη χώρα, εξαρτιόταν μόνο από τα δικά μου χέρια. Γνωρίζω τώρα, ότι τα χέρια του καθενός είναι εξίσου σημαντικά. Τόσο για την πρόοδο της χώρας μας, όσο και για τον καθένα μας ξεχωριστά».

Το επόμενο πρωί, μουρμούριζαν πως κάτι παράξενο είχε συμβεί, αυτοί που περνούσαν μπροστά από το παλάτι. Βλέπετε, κατά τη διάρκεια της νύχτας το κλαράκι ελιάς άλλαξε μορφή και γίνηκε ένα μικρό, κανονικό δεντράκι..

Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τότε που ανέλαβε βασιλιάς ο Τεντώρ. Πλησίαζαν και πάλι Χριστούγεννα. Στο διάστημα που πέρασε, το δεντράκι της Ελιάς μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Ο κορμός του χόντραινε και τα φύλλα του πύκνωναν γρήγορα, βρίσκοντας τροφή και προσοδοφόρο έδαφος μέσα στη γη. Το ύψος του αυξανόταν συνεχώς. Κάτοικοι του Μακρινού Βορρά ερχόντουσαν από όλα τα μέρη ανελλιπώς, για να το θαυμάσουν και να μνημονεύσουν ξανά τα λόγια του νέου, αλλαγμένου βασιλιά τους την πρώτη εκείνη μέρα που το φύτεψε. Έρχονταν κάτοικοι κι από την Δύση, αλλά και απ’ την Ανατολή. Βλέπετε, η διακυβέρνησή του Τεντώρ σ’όλα τα σημεία του ορίζοντα είχε γίνει γνωστή…

Εκείνο το βράδυ, ο Βασιλιάς καληνύχτισε όπως κάθε μέρα τη γυναίκα του, έριξε μια ματιά στο νεογέννητο γιο του και έπεσε να κοιμηθεί, νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα από αγαλλίαση. Όμως, η σκέψη του έτρεχε σε όλα αυτά, που είχαν γίνει τα τελευταία χρόνια και έτσι δεν τον έπαιρνε ο ύπνος για ώρες πολλές. Το μυαλό του γύριζε αδιάκοπα στο χτες.

Μα και κάποια στιγμή, σαν επιτέλους τα μάτια του έκλεισε, ένα άγγιγμα, σαν χάδι, αισθάνθηκε στο μάγουλό του. Θάρρησε πως ένιωσε το χέρι της μάνας του στο πρόσωπό του και ξύπνησε. Η γυναίκα του κοιμόταν ήρεμη δίπλα του, ο γιος του στη κούνια του το ίδιο. Μα ένιωσε κάποιον ακόμα κοντά του. Στο μισοσκόταδο διέκρινε μια φιγούρα με μαλλιά μακριά.

Μα δεν φοβήθηκε τούτη τη φορά.

«Τώρα, ξέρεις», του είπε η μορφή.

«Η γνώση είναι δύναμη. Η πείρα δεν μεταφέρεται, αλλά μεταγγίζεται σιγά σιγά. Και αυτό γίνεται αργά, μέσω του ενδιαφέροντος για κάθε τι που μας περιβάλλει. Συνέχισε λοιπόν να μαθαίνεις όσα μπορείς περισσότερα για αυτά που σε αφορούν, αλλά και για τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Γιατί, γνωρίζοντάς τους, και γνωρίζοντας αυτοί εσένα, ανταλλάσσετε ο καθένας το δικό του κομμάτι αλήθειας. Και σαν αυτό μεγαλώσει, σαν αυτό τραφεί, γεννιέται η ειλικρινής αγάπη. Για τα πράγματα και τους ανθρώπους…»

«Συνετός, γίνεσαι μέσω της Γνώσης», συνέχισε, «και η αληθινή Τύχη, η Μοίρα, είναι με τους συνετούς. Ανήκουν πραγματικά στους τυχερούς εκείνοι που μέσω της γνώσης, αναγνωρίζουν τη χρονική στιγμή για την υλοποίηση των στόχων τους. ‘Η εκείνοι, που η πείρα τους τούς οδηγεί να αντιδράσουν με τρόπο σωστό στις δυσοίωνες καταστάσεις…Γιατί, γνώση πραγματική, για τον εαυτό μας και τους άλλους σημαίνει Αγάπη, και μόνο η Αγάπη στην Ευτυχία οδηγεί…»

«Τώρα πια που έχεις Γνώση, τώρα που έχεις φτάσει στην Αγάπη, τώρα πια μπορείς να φροντίσεις σωστά της Τύχης και της Ευτυχίας σου τα Δέντρα…», κατέληξε. «Τώρα πραγματικά μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο…». Και με τα τελευταία αυτά λόγια η σκιά της στις ακτίνες του ήλιου χάθηκε, καθώς ξημέρωνε.

Λίγες μέρες αργότερα, Παραμονή Χριστουγέννων, κάποιοι παρατήρησαν δυο νεαρά φυτά να μεγαλώνουν κοντά στο δέντρο της Ελιάς. Ήταν μια νεαρή κερασιά και μια μικρή βελανιδιά…

Το ίδιο βράδυ χιόνισε. Χιόνισε όμως πολύ, όπως στο Μακρινό Βορρά δεν είχε χιονίσει ποτέ πριν. Οι κάτοικοι ευτυχισμένοι πια στα σπίτια τους, στόλισαν το παραδοσιακό τους δέντρο, το Έλατο, σύμβολο της αναγέννησης, του νέου χρόνου που πλησίαζε. Τις επόμενες μέρες, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, ο καιρός άλλαξε και βγήκε ήλιος που χαμογέλασε ζεστός, αφύσικος στην καρδιά του χειμώνα. Κάποιοι αστειεύτηκαν ότι ο ήλιος συμβόλιζε την ζεστασιά που είχε μπει πια στην καρδιά τους, τόσο καιρό μετά τον πόλεμο. Πως ήταν τα πρώτα αληθινά, «ζεστά» τους Χριστούγεννα. Και όλοι, μα όλοι έμειναν έκπληκτοι, όταν ανήμερα Πρωτοχρονιά, αντίκρισαν πλήθος από κόκκινα λουλούδια, που έμοιαζαν με παπαρούνες μικρές, να ξεπροβάλλουν μέσα από το χιονιά, που σε ορισμένα κομμάτια είχε λιώσει, ακριβώς κάτω απ’ την Ελιά. Ήταν τόσο έντονο το κόκκινο μέσα στο λευκό, που έμοιαζε θαρρείς με στολίδι πορφυρό.

«Πορφυρό στολίδι που συμβολίζει την Αγάπη  πια σε αυτόν τον τόπο», σχολίασαν ορισμένοι.

Τότε, κάποια από τα μικρά παιδιά έκοψαν τις παπαρούνες και γελώντας με αυτά που οι μεγάλοι ονόμαζαν μικρό «θαύμα» , άρχισαν να στολίζουν το δεντράκι της Ελιάς…

Από τότε, έχουν περάσει χρόνια πολλά, αλλά στολίζεται πάντα παραδοσιακά στη χώρα του Βορρά μαζί με το Έλατο και η Ελιά. Ονομάζεται αλλιώς Δέντρο της Γνώσης ή και Δέντρο της Αγάπης. Όλοι οι κάτοικοι παρακολουθούν τα παιδιά να στολίζουν το γιγαντιαίο, γέρικο πια δέντρο, με τις παπαρούνες που φυτρώνουν έκτοτε κάθε χρόνο, μέσα στο καταχείμωνο. Μάλιστα, κοντά στην Ελιά, θα διακρίνει κανείς κάτι εξίσου αξιοπερίεργο για τη καρδιά του χειμώνα:

Τη μόνη Βελανιδιά που δε ρίχνει χειμωνιάτικα τα φύλλα της και μια ολάνθιστη Κερασιά, ντυμένη νυφούλα λουλούδια ολόλευκα…

*****

Κλείνοντας πια το παραμύθι αυτό

για το μικρό δέντρο του  Βορρά το μαγικό,

στολίδι τα Χριστούγεννα

στην ψυχή σας σαν θα μπει,

εύχομαι να είναι η Αγάπη,

η παντοτινή…

 scarlett raven

Εύχομαι σε όλους σας Καλή Δημιουργική Χρονιά, γεμάτη υγεία και όνειρα…!!!

Το δέντρο της γνώσης (μέρος Ι)

Buchstabenbilder___Autumn_by_Lilou1984

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

imagesλάτε κοντά και στήστε αυτί.

Για μια χώρα θα σας διηγηθώ μακρινή. Λέγεται Χώρα του Μακρινού Βορρά και σ’ αυτή κάθε Χριστούγεννα είναι μεγάλη γιορτή. Μόνο που εκεί δεν στολίζουν μοναχά  παραδοσιακά το έλατο, αλλά και το Δέντρο της Γνώσης, ή  αλλιώς, όπως το ονομάζουν, το Δέντρο της Αγάπης.

Ο μύθος λέει πως όλα ξεκίνησαν πριν χρόνια πολλά. Ήταν μια χριστουγεννιάτικη μέρα όταν ο Βασιλιάς αποφάσισε πως ήταν μεγάλος πια. Τη μέρα εκείνη κάλεσε το γιο του και του ανακοίνωσε την παράδοση του κράτους στα χέρια του. «Μέσα στον επόμενο χρόνο», του είπε, θα φανεί αν είσαι αντάξιος του δώρου που σου κάνουμε εγώ και ο λαός σου.

«Τα απαραίτητα εφόδια τα έχεις», συμπλήρωσε, «μην ξεχνάς όμως ποτέ να λειτουργείς και με το χέρι στη καρδιά».

Ο πρίγκιπας ενθουσιασμένος από τη νέα του θέση, στα λόγια του πατέρα δεν έδωσε σημασία καμιά. Ήταν νέος, όμορφος και φιλόδοξος πολύ. Ανυπομονούσε από την ώρα που γεννήθηκε για τη θέση αυτή. Όλοι τον γνώριζαν και θαύμαζαν τις ικανότητές του. Την εποχή αυτή, καθώς ήταν περίοδος Χριστουγέννων, μα και για να γιορτάσουν την ανάδειξή του σε νέο βασιλιά, άρχοντες από διάφορα μέρη του κόσμου έφτασαν στη Χώρα του Μακρινού Βορρά. Σκοπό είχαν να τιμήσουν το νέο ηγέτη και να του προσφέρουν δώρα ως σύμβολα ειρήνης και συνεργασίας.

΄Έτσι, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, ένας άρχοντας από τη Δύση έφτασε στο Μακρινό Βορρά. Ήταν ντυμένος με ακριβά παπούτσια και ρούχα διαλεχτά. Έμοιαζε πλούσιος πολύ και ο νεαρός βασιλιάς καρτερούσε με ανυπομονησία τι πολύτιμο δώρο από αυτόν θα δει. Για αυτό και σάστισε, σαν αντίκρισε το αντικείμενο, που ο άρχοντας έφερε στις αποσκευές του:

Ήταν ένα μικρούλι, τόσο δα  δεντράκι! Είχε φυλλαράκια σκούρα πράσινα με άκρες κυματιστές και τα κλαράκια του λύγιζαν, χορεύοντας ντροπαλά στις ριπές του ανέμου που φύσηξε, την ώρα που ο βασιλιάς έκανε να το αγγίξει.

Ο νεαρός βασιλιάς τότε απόρησε. Έμοιαζε με βελανιδιά μικρή! Αλλά οι βελανιδιές φύλλα το χειμώνα δεν έχουν!

«Βασιλιά μου», έκανε τότε ο Άρχοντας από τη Δύση, «το δώρο μου, αν και ταπεινό, είναι για τη χώρα μου σμαράγδι πολύτιμο. Τα κλαριά και οι καρποί του,  τροφή παρέχουν στα ζώα μας χειμώνα καλοκαίρι. Σαν το δεντράκι μεγαλώσει, αναπτύσσει ρίζες χοντρές, που της βροχής το πολύτιμο νερό συγκρατούν από χέρι και σαν χρειαστεί και από τις πλημμύρες μας προστατεύει. Μα πάνω από όλα, θησαυρός σωστός το ξύλο του είναι. Γιατί έχει μεγάλη αντοχή στων σπιτιών μας την κατασκευή, αλλά και καίγεται δύσκολα σε εχθρική επιδρομή.

«Στον τόπο μου αποκαλούμε Δέντρο της Ευτυχίας το δέντρο αυτό», δήλωσε, «και πιστεύουμε πως φέρνει αγαθά πλούσια σε αυτόν που ζει κοντά του, το βοηθά να μεγαλώσει για καιρό».

«Αλλά, για το λόγο αυτό», συνέχισε, «θα πρέπει να το φυτέψεις κάπου, όπου χώρο θα έχει να αναπτυχθεί. Οι ρίζες του να μεγαλώσουν, να το χαϊδεύει το φως του ήλιου πολύ. Μα πάνω από όλα, θα πρέπει να το αγγίζει καθημερινά το βλέμμα των ανθρώπων. Έτσι και αυτό θα μπορέσει να μεγαλώσει σωστά, αλλά και όλοι οι γύρω του θα είναι ευτυχισμένοι». Το ίδιο βράδυ μετά το δείπνο, ο Άρχοντας αναχώρησε για τον τόπο του.

Ο νέος βασιλιάς πάλι, τυφλωμένος από τον ενθουσιασμό του για τα καθήκοντα τα βασιλικά που μόλις ξεκινούσαν, μικρή σημασία έδωσε στα λόγια του Άρχοντα.

«Μπούρδες», είπε. «Δέντρο της Ευτυχίας και κουραφέξαλα!».

«Την ευτυχία την ορίζουμε μόνοι μας, με τις πράξεις μας», συνέχισε, κοιτάζοντας το είδωλό του στο καθρέφτη, λίγο πριν πέσει να κοιμηθεί. «Το μυαλό, την φιλοδοξία και τις ικανότητές μου, δεν τις έχει κανείς άλλος! Μόνος μου λοιπόν θα ορίσω την ευτυχία μου, με τα χέρια μου!», κραύγασε, σφίγγοντας τις παλάμες του και έπεσε στο κρεβάτι του ικανοποιημένος.

Σαν ξημέρωσε, ζήτησε ωστόσο το δεντράκι να φυτέψουν σε  ζαρντινιέρα χρυσή. Την πρώτη, χρυσή εκείνη ημέρα που ξεκίνησε η βασιλεία του να του θυμίζει. Μόνο που ο χρυσός κοστίζει πολύ, και έτσι ο νεαρός βασιλιάς παρήγγειλε στους μαστόρους του το κουτί της ζαρντινιέρας να είναι σε πλάτος και σε βάθος μικρό. Ίσα ίσα να χωράει το μικρό δεντράκι, και εκείνος να το απολαμβάνει από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του…

‘Ενας χρόνος πέρασε περίπου από τότε, και ο Νέος Βασιλιάς ένιωθε ευτυχισμένος πολύ. Τα προνόμια της θέσης του απολάμβανε, τον θαυμασμό και τα πλούτη. Ο λαός έσκυβε να πραγματοποιήσει κάθε επιθυμία του καινούργιου του αφέντη. Όλα ήταν υπό τάξη και έλεγχο. Ανήμερα Χριστούγεννα, ο Νέος Βασιλιάς βγήκε στο μπαλκόνι του και κοίταξε από κάτω τη χώρα που απλωνόταν στα πόδια του.

«Ήμουν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα!», ξέσπασε με ενθουσιασμό Κρατώ όλο τον κόσμο στις παλάμες μου, είμαι ευτυχισμένος!!». Όμως, ύστερα το βλέμμα του έπεσε στη ζαρντινιέρα του μπαλκονιού τη χρυσή. Το Δεντράκι της Ευτυχίας ήταν τώρα  μαραζωμένο πολύ. Βλέπετε, οι ρίζες του δεν χώραγαν πια στο στενό, ρηχό κουτί και το ξυλόγλυπτο σκίαστρο του μπαλκονιού τού έριχνε σκιά ένα χρόνο τώρα, και όχι τον ήλιο, που τόσο εκείνο αποζητούσε…

Αντικρίζοντας το, ο Νέος Βασιλιάς αγανάκτησε:

«Δεντράκι της Ευτυχίας και κουραφέξαλα», επανέλαβε, όπως εκείνο το βράδυ, μια χρονιά πριν.

«Έχεις την εντύπωση ότι εξαιτίας σου είμαι ευτυχισμένος; Ε;», το ειρωνεύτηκε, κοιτώντας το με περιφρόνηση περισσή. «Πως είσαι έτσι κοίταξε!», συνέχισε. «Ταπεινό, καχεκτικό και μαραμένο!».

Την επόμενη ημέρα κιόλας, ζήτησε από τους υπηρέτες του να το κόψουν. Εκείνοι, φοβισμένοι, και προσέχοντας να μην τον δυσαρεστήσουν, αφού σαν θύμωνε ήταν γνωστός για τις φωνές και τους απότομους τρόπους του, έσπευσαν να κάνουν αμέσως όπως διέταξε. Για χάσιμο δεν είχαν εξάλλου καιρό. Χριστούγεννα καθώς ήταν, ήταν φανερό, πως μαζί με τις προετοιμασίες και τους στολισμούς, έπρεπε να φροντίσουν και για το δείπνο που θα παρείχε ο αφέντης τους στους καλεσμένους του, γιορτάζοντας τον ένα χρόνο πια διακυβέρνησης του τόπου…

Τα Χριστούγεννα αυτή τη φορά γιορτάστηκαν πανηγυρικά. Ένα τεράστιο Έλατο στολίστηκε, μεγαλοπρεπές, δέντρο που συμβολίζει την δύναμη και το νέο ξεκίνημα στο Βορρά στο διηνεκές και τόσο μεγαλόπρεπο και εντυπωσιακό ήταν, όσο και ο νέος εδώ και ένα χρόνο  αυτού του τόπου κυβερνήτης. Αντιπρόσωποι λαών έφτασαν και πάλι στο δείπνο προς τιμήν του, για να δηλώσουν τα σέβη τους και να του χαρίσουν πλούσια δώρα. Ο νεαρός βασιλιάς μας ακτινοβολούσε από ευτυχία…

Τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων έφτασε στο Μακρινό Βορρά ένας Άρχοντας από την Ανατολή. Ζήτησε τσάι για να ξεδιψάσει και μπάνιο να κάνει με γιασεμί. Δεν είχε καταφέρει να παραστεί το προηγούμενο βράδυ, είπε, αλλά είχε κάνει ταξίδι πολύ, μόνο και μόνο για να δηλώσει τη φιλική του πρόθεση και να προσφέρει στο βασιλιά και κείνος ένα δώρο χριστουγεννιάτικο.

Λίγο αργότερα, με έκπληξη, αλλά και δυσαρέσκεια μεγάλη, ο Νέος Βασιλιάς ή Βασιλιάς Τεντώρ, όπως ήταν το όνομα του το πραγματικό, είδε τον υπηρέτη του Άρχοντα να του παραδίδει για δώρο μερικούς…κόκκους, που έμοιαζαν με…σπόρο! Περιφρόνηση ένιωσε τότε μεγάλη αλλά και αγανάκτηση περισσή για αυτόν τον Άρχοντα από την…Ανατολή! Που προτίμησε να του προσφέρει και κείνος, όπως  πέρυσι ο Άρχοντας από τη Δύση, κάτι τόσο ταπεινό. Αντί για πολύτιμες πέτρες ή χρυσό. Κρατήθηκε όμως και τίποτα δεν είπε.

Βλέπετε, τον πρώτο αυτό χρόνο διακυβέρνησής του, το όνειρό του να επεκτείνει το βασίλειό του, είχε δημιουργήσει με τους λαούς προς τη Δύση προστριβές αρκετές και έτσι τώρα, στην φάση αυτή, θεώρησε πως δεν θα ήταν φρόνιμο να προσβάλλει τον Άρχοντα απ’ την Ανατολή.

Όμως ο σχιστομάστης βασιλιάς κατάλαβε την απογοήτευση του Τεντώρ,  και να τον καθησυχάσει προσπάθησε, λέγοντας:

«Άρχοντά μου, φαντάζομαι πως περίμενες κάτι πολυτιμότερο».

«Κάτι που η αξία του να προσδιορίζεται από τις πέτρες που ακτινοβολούν πάνω του, θα ήταν για σένα προτιμότερο, ή από το βάρος του πολύτιμου μέταλλου από το οποίο θα ήταν φτιαγμένο», διαπίστωσε.

«Όμως, στον τόπο μου, από τους σπόρους αυτούς ένα δέντρο με άνθη λευκά φυτρώνει. Σαν ανθίζει, με την ομορφιά του θαμπώνει, η ομορφιά του όμως κρατά λίγα μερόνυχτα. Αυτό μας θυμίζει, ότι όλα τα όμορφα πράγματα στη ζωή εφήμερα είναι, αλλά, και πως δεν πρέπει να δίνουμε παραπάνω αξία σε κάτι, απ’ όσο χρειάζεται, ούτε όμως και να θεωρούμε τίποτα δεδομένο». Και συνέχισε, λέγοντας:

« Τύχη πιστεύει ο λαός μου πως χαρίζει το δέντρο αυτό, σ’αυτόν που το έχει δίπλα του και το φροντίζει για καιρό. Θα πρέπει όμως να είναι αγνός στη ψυχή και καθαρός στην καρδιά, όπως απ’ τα λουλούδια του τα πέταλα. Τότε η Τύχη με το μέρος του θα είναι και τα άνθη του θα δώσουν καρπούς τόσο στο δεντράκι της κερασιάς –έτσι το λέμε στη χώρα μου – όσο και στα πρόσωπα που το ‘χουν κοντά τους…»

«Να το φυτέψεις σε μέρος που θα αναπτυχθούν οι ρίζες του, σου δίνω συμβουλή, κατέληξε ο σχιστομάστης άρχοντας. Κάπου που θα βλέπει φως, θα κοιτά Ανατολή, και θα θυμάται την πατρίδα του…», συμβούλεψε. Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του λίγο προτού αναχωρήσει για τα ξένα.

Το ίδιο βράδυ βρήκε τον Τεντώρ με τον πατέρα του να λογομαχεί:

«Ο ανατολικός άρχοντας αντί να με σεβαστεί και χρυσό να μου φέρει από την Ανατολή, τις μάχες μου να χρηματοδοτήσω με τα γειτονικά κράτη, εκείνος από τόσο μακριά ήρθε να δηλώσει υποταγή με… μερικούς σπόρους!!», ούρλιαξε, πιο θυμωμένος από ποτέ.

«Γιε μου καλέ», απάντησε τότε ήρεμα και στοργικά ο Παλιός Βασιλιάς, «δεν ήρθε να σου δηλώσει υποταγή ο Άρχοντας απ’την Ανατολή. Φιλία και αλληλοεκτίμηση είναι αυτό που επιθυμεί», τον διόρθωσε. «Κι όσον αφορά την πρόθεσή σου το Βασίλειο μας να επεκτείνεις, κατακτώντας γειτονικούς λαούς με την δύναμη των όπλων, την άποψή μου την ξέρεις», είπε, «όπως και την άποψη όλων» και κατέβασε απογοητευμένα το κεφάλι του ο ηλικιωμένος…

 *****

Τους σπόρους από την Ανατολή τους ξέχασε γρήγορα ο Βασιλιάς Τεντώρ. Το μυαλό του ήταν πνιγμένο και αγχωμένο από τις υποχρεώσεις. Την προσπάθειά του να κάνει τη χώρα του όλο και πλουσιότερη, να κάνει με άλλα κράτη ενώσεις. Για αυτό και κατάστρωνε στρατηγικές και έπαιρνε μέρος σε μάχες πολλές.

Σιγά σιγά, προσέθετε όλο και περισσότερο κόσμο κάτω από της κυριαρχίας του το ζυγό. Κόσμο δυστυχισμένο. Όμως ο Παλιός Βασιλιάς, εκτιμώντας το δώρο από την Ανατολή και ελπίζοντας ότι το μυαλό και την καρδιά του γιου του θα ανοίξει, ζήτησε η κερασιά να φυτευτεί κρυφά. Και έτσι, οι υπηρέτες του Τεντώρ φύτεψαν και πάλι στη χρυσή ζαρντινιέρα το νέο του απόκτημα. Για να το βλέπει αυτός μοναχά από το παράθυρο του και να του φέρνει τύχη. Στην παλιά θέση από την μικρή βελανιδιά.

Στον καιρό που ακολούθησε, η τύχη ήταν με το μέρος της Χώρας του Μακρινού Βορρά. Το βασίλειο μεγάλωνε, τα όριά του διπλασιάστηκαν. Τα θησαυροφυλάκια πλημμύριζαν χρυσό, η χώρα πλούτιζε ολοένα και περισσότερο.

Μόνο που οι υπήκοοί της, νέοι ή παλιοί, σιωπηλά και αδιαμαρτύρητα υπέφεραν πολύ. Οι γυναίκες έχαναν τους άντρες τους και στα παιδιά έλειπαν οι πατεράδες τους. Τι και αν σε όλους χάριζε ο Τεντώρ χρήματα και προνόμια πολλά;

Τους έλειπαν τα πρόσωπα που  αγαπούσαν, τα σπίτια τα παλιά. Η τύχη ήταν με το μέρος του βασιλείου που ολοένα και μεγάλωνε, αλλά σε καθένα προσωπικά, η ατυχία και η στεναχώρια είχε χτυπήσει την δική του πόρτα.

Σιγά σιγά, οι σπόροι της Ανατολής έδωσαν τη θέση τους σε μια νεαρή κερασιά. Το δεντράκι μεγάλωσε και άνθισε απρόσμενα γρήγορα. Με άνθη πάλλευκα και μπουμπούκια διαλεχτά. Που θα ομόρφαιναν το παλάτι, για λίγα μόλις μερόνυχτα.

Λίγο αργότερα όμως άρχισε να γίνεται εμφανής η απουσία του ήλιου στα φύλλα και τα άνθη του φυτού. Στριμωγμένο μέσα στη χρυσή ζαρντινιέρα, μάταια αποζητούσε το βλέμμα των ανθρώπων και την φροντίδα τους. Το χάδι  ηλιόλουστου καιρού. Και αυτοί οι υπηρέτες ακόμα, τυπικά το πότιζαν και αραιά, αλαφιασμένοι καθώς έτρεχαν υπό τις προσταγές του βασιλιά. Και έτσι λυπημένη μεγάλωνε η μικρή κερασιά. Αποζητώντας μάταια την πατρίδα της την Ανατολή, μέσα από το σκιερό βασιλικό μπαλκόνι…

Γρήγορα τα φύλλα της σκούρυναν, γίνηκαν καφέ. Τα λευκά πέταλα από τα άνθη της μαύρισαν και άρχισαν να πέφτουν. Και λίγο διάστημα αργότερα η κερασιά ξεράθηκε εντελώς, αφήνοντας μες τη ζαρντινιέρα ατελώς ένα σωρό από πεθαμένα κλαδιά και βρώμικα λουλούδια…

Το ίδιο εκείνο βράδυ εχθροί του βασιλείου κατάφεραν να εισβάλλουν στο παλάτι. Ο Τεντώρ έλειπε μακριά, βρήκε όμως τους γονείς του το κακό γινάτι και σκοτώθηκαν. Πληροφορίες το είχαν, πως έφταιγαν υποταγμένοι υπήκοοι από χώρες ξένες αλλά και κάτοικοι της χώρας του Μακρινού Βορρά.  Γιατί, τσακισμένοι με όσα είχαν χάσει τόσο καιρό πολέμου και παίρνοντας θάρρος από την απουσία του Βασιλιά στα ξένα, συνωμότησαν για να βγάλουν τον Τεντώρ από την μέση και να πάρουν εκείνοι την εξουσία στα χέρια τους…

Από τότε πέρασε καιρός πολύς και σύντομα έφταναν πάλι γιορτές. Και όπως έλεγε άγραφος νόμος απ’το χτες, παντού οι εχθροπραξίες σταματούσαν. Ο Τεντώρ ήρθε με κάθε μυστικότητα στη χώρα του. Κουρασμένος από τους πολέμους, σημαδεμένος από το χαμό των δικών του. Τώρα που η καρδιά του γέμισε πόνο, τώρα μόνο, συνειδητοποιούσε τι είχαν αισθανθεί οι υπήκοοί του, χάνοντας  πρόσωπα αγαπημένα. Πονώντας βαθιά. Άνθρωποι, τους οποίους εκείνος προσπαθούσε να  γλυκάνει με υλικά αγαθά.

Ξαφνικά τα πόδια του λύγισαν και ένιωσε την ψυχή του μια πέτρα βαριά. Τίποτα δεν είχε πια το πιότερο νόημα. Χωρίς την αγκαλιά της μάνας και τη στοργική συμβουλή του πατέρα. Τώρα δα το καταλάβαινε. Πόσο καιρό είχε χάσει μακριά τους, όσο νόμιζε ότι όλα για πάντα θα κρατούσαν! Πως εκείνοι θα ήταν πάντα εκεί, στη θέση τους ακλόνητοι και πως η ευτυχία εξαρτιόταν μόνο από τα δικά του χέρια…!

Αλλά, χωρίς εκείνους ένιωσε δυστυχισμένος. Χωρίς το χάδι και τη συμβουλή τους μπερδεμένος. Ο χαμός τους αλλά και η ογκώδης, και διχασμένη χώρα του, κάτι που είχε δημιουργήσει με τις δικές του αποφάσεις μόνο, παρακούοντας τον πατέρα του και σκορπίζοντας πόνο. Έργο, που είχαν χτίσει μόνο τα δικά του χέρια…

Πέφτοντας να κοιμηθεί, μια ματιά έριξε έξω στο μπαλκόνι. Αναγνώρισε στη ζαρντινιέρα ένα ακόμα δεντράκι ξεραμένο, αυτό της κερασιάς.

« Η Ευτυχία μου σίγουρα χάθηκε», μονολόγησε.

Και ούτε καν η Τύχη δεν είναι με το μέρος μου πια…».

Το ίδιο εκείνο βράδυ έκλαψε πικρά. Για τον χρόνο που έχασε από τη ζωή των δικών του. Τις συμβουλές του πατέρα του που αγνόησε. Τις παροτρύνσεις φίλων που δεν έλαβε σοβαρά και έχασε απ’το πλευρό του. Το βράδυ εκείνο που τον βρήκε μοναχό του, να κοιμηθεί δεν μπόρεσε.

Στριφογυρνούσε με ανησυχία. Λουζόταν από κρύο ιδρώτα. Από τύψεις για όσα έγιναν, από άγχος για τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρει πρώτα. Για να φέρει και πάλι το καλό στον τόπο του, τον πατέρα του περήφανο να ξανακάνει. Και είχε μικρό διάστημα ο Τεντώρ για να καταστρώσει τα σχέδιά του, αποφάσεις για να πάρει.

Τις μέρες των Χριστουγέννων που οι πόλεμοι σταματούσαν…

Χαράματα άρχισε να τον παίρνει ο ύπνος. Μα εκείνη την ώρα, σαν λίγο έκανε να κλείσει τα βλέφαρά του, την σκιά μιας ηλικιωμένης γυναίκας νόμισε πως είδε μπροστά του και πετάχτηκε από το κρεβάτι.

«Μητέρα!» φώναξε με λαχτάρα. Τότε η σκιά προς το μέρος του πλησίασε και η γυναίκα μίλησε. Ο Τεντώρ αντίκρισε μια ηλικιωμένη μορφή με άσπρα, ξέλυτα μαλλιά.

«Βασιλιά Τεντώρ», έκανε εκείνη με μια φωνή κουρασμένη και βαθιά. «Στάθηκες βλάσφημος απέναντι στη Μοίρα. Απέναντι στα δώρα της».

«Θεώρησες την Ευτυχία δεδομένη. Την Τύχη πάντα στην ώρα της. Μα το χειρότερο από όλα», του είπε η ηλικιωμένη μορφή, κοιτώντας τον ευθεία στα μάτια, «είναι πως χρησιμοποίησες τα δώρα αυτά για να ικανοποιήσεις μόνο τον εαυτό σου, επιζητώντας όλο και περισσότερα. Πως τι έχουν ανάγκη και τι χρειάζονται οι άλλοι γύρω σου το αγνόησες».

Ο Τεντώρ χλόμιασε.

«Ποια είσαι; Πως να μπεις στο παλάτι μπόρεσες;», τη ρώτησε. «Γιατί μου τα λες όλα αυτά;», έκανε τελικά φοβισμένος.

«Στη γλώσσα χώρας μακρινής και παλιάς όσο και ο χρόνος, το όνομά σου Δώρο Θεού σημαίνει Τεντώρ», συνέχισε, αγνοώντας τον η σκιά. «Η Μοίρα επέλεξε εσένα, για να μοιράσεις τα δώρα του Θεού στους γύρω σου. Αλλά εσύ, μόνο για τον εαυτό σου τα κράτησες. Ποτέ δεν τα μοιράστηκες, και έτσι ποτέ δεν έμαθες το νόημά τους το πραγματικό».

«Μα μόνο σαν μοιραστείς αγαθό μαθαίνεις την πραγματική αξία αυτού που σου χάρισαν. Μόνο αν γυρέψεις να γνωρίσεις τα δώρα που σου δίνονται και τις ανάγκες των ανθρώπων που έχεις γύρω σου μαζί τους για να τα μοιραστείς, βασιλεύεις πραγματικά».

Ο Τεντώρ ένιωσε και πάλι να του λυγίζουν τα πόδια.

«Και τι είναι η Μοίρα; Γιατί επέλεξε εμένα για τα δώρα αυτά;

Γιατί είμαι εγώ αυτός που γεννήθηκε βασιλιάς και όχι φτωχός, γιατί;», ξέσπασε απελπισμένος.

«Μην το ψάχνεις, γιε μου», αποκρίθηκε η ηλικιωμένη. «Βασιλιάς και όχι Ζητιάνος ντύθηκες, ίσως γιατί κάποιος είδε σε σένα μυαλό αρκετό και καρδιά καθαρή, για να μοιράσεις με  τρόπο ίσο τα δώρα τούτου του κόσμου σε αυτούς που είναι φτωχοί.

Αλλά, το ίδιο φτωχός αποδείχτηκες και ο ίδιος».

Και σαν τον είδε να μην καταλαβαίνει, συνέχισε:

«Φτωχός δεν είναι μόνο κάποιος που χρήματα δεν έχει, αλλά και κάποιος που αρκετή γνώση δεν κατέχει. Γνώση για τα πράγματα που τον περιβάλλουν. Για το τι χρειάζεται πραγματικά. Γνώση του τι εκείνος μπορεί να προσφέρει στους άλλους. Και γνώση του τι αποζητούν οι άλλοι γύρω του τόσο από τον εαυτό τους, όσο και από αυτόν μοναχά.

Ο Τεντώρ το σκέφτηκε ξανά.

«Τώρα ξέρω τι ζητάω!», ομολόγησε. «Τώρα ξέρω που έκανα λάθος, αλλά… είναι αργά», παραδέχτηκε, σκύβοντας το κεφάλι στο πάτωμα.

«Γνωρίζεις μόνο ένα κομμάτι αυτών που ζητάς», τον διόρθωσε η ηλικιωμένη. «Μόνο αυτό που ήδη έχασες λαχταράς, ενώ η πραγματική γνώση είναι σε αυτό που επιπλέον μπορείς να αποκτήσεις. Σε αυτά που δεν ενδιαφέρθηκες να γνωρίσεις, όσο απλά και ταπεινά κι αν ήταν.»

Στη συνέχεια, στάθηκε και τον κοίταξε για λίγο η μορφή με τα μακριά μαλλιά. Και ύστερα, σαν να σκέφτηκε κάτι, μίλησε τελευταία φορά:

«Αν ειλικρινά το επιθυμείς, θα έχεις μια δεύτερη ευκαιρία να τιμήσεις το όνομά σου», τον ενημέρωσε με τη βαθιά, κουρασμένη της φωνή . «Μα τούτη τη φορά δεν υπάρχει γυρισμός και περιθώριο για λάθη», συμπλήρωσε.

Και προτού ο Τεντώρ τη διαβεβαιώσει, ότι το ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο, εκείνη απρόσμενα χάθηκε, όπως απρόσμενα είχε μπροστά του εμφανιστεί.

Το επόμενο πρωί οι λίγοι έμπιστοι του Τεντώρ σταμάτησαν στην πύλη του Βασιλείου ένα ταξιδιώτη μοναχικό που προσπαθούσε να περάσει.

«Έρχομαι από το Μακρινό Νότο», δήλωσε. «Ο αφέντης μου στέλνει στον βασιλιά σας αυτό» είπε, δείχνοντάς τους ένα κλαράκι ελιάς, που κρατούσε. «Στη χώρα μου το κλαράκι αυτό σύμβολο ειρήνης αποτελεί. Και στέλνοντάς το, ο άρχοντάς μου να δηλώσει τις ευγενείς διαθέσείς του επιθυμεί, ενημέρωσε ». Στη συνέχεια ο ταξιδιώτης αναχώρησε και πάλι για τα ξένα…

Οι έμπιστοι του Τεντώρ παρέδωσαν στο νεαρό βασιλιά το κλαράκι ελιάς και μετέφεραν τις προθέσεις του Άρχοντα από το Μακρινό Νότο.

Ο Τεντώρ γνώριζε πως ο Άρχοντας του Νότου ήταν ένας άντρας ηλικιωμένος και σοφός. «Όπως ήταν κάποτε ο πατέρας μου», αναλογίστηκε. Ο  Ισοκράτης βασίλευε στον Νότο εδώ και δεκαετίες. Η διακυβέρνηση της χώρας του ήταν τόσο συνετή, που η φήμη της μέχρι τα πέρατα του κόσμου ήταν γνωστή. Οι εχθροί τους, σχεδόν ανύπαρκτοι. Ο νεαρός βασιλιάς γνώριζε επίσης πως η ελιά, σύμβολο ειρήνης και σοφίας, ήταν για το Νότο δέντρο ιερό…

Εκείνο το βράδυ πήρε το κλαράκι ελιάς και το έβαλε μέσα σε ένα ποτήρι με νερό. Θέλησε να το κάνει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Να του θυμίζει καθημερινά πόσα είχε ακόμα να μάθει, να του φέρνει στο νου την πλούσια εκείνη χώρα με την ειρηνική διακυβέρνηση.

Ο Τεντώρ τα επόμενα μερόνυχτα κάθισε και σκέφτηκε πολύ. Λίγες μέρες μετά, είχε πάρει τη σωστή απόφαση.

Μήνυσε στους έμπιστους φίλους του πως δεν είχαν καιρό για χάσιμο. Πως είχαν μπροστά τους ταξίδι μακρινό. Έπρεπε να γίνει στο διάστημα των Χριστουγέννων, που σταματούσαν οι εχθροπραξίες, και είχε σκοπό μυστικό.

Ο Τεντώρ αποφάσισε πως θα  πήγαιναν στην άλλη άκρη της γης, τον Νότο. Να δηλώσουν με τη σειρά τους ειρηνική πρόθεση απέναντι στον Βασιλιά του και να του ζητήσουν συνεργασία, αλλά και τη συμβουλή του… 

*****

 

Μετά από πάρα πολύ μεγάλο καιρό απουσίας, είπα να δώσω το παρόν, δίνοντάς σας και κάτι δικό μου πολύ… Η συνέχεια του παραμυθιού την επόμενη εβδομάδα, εώς τότε εύχομαι σε όλους σας Καλά Χριστούγεννα και ότι επιθυμεί ο καθένας βαθιά μέσα στη καρδούλα του!!

445973-4562581800_cdd1b161f8 λουλουδια του χειμώνα