Tag Archive | χατζιδακις

Το βαλς της Ελένης

tumblr_mmfq9baw1y1rmd611o1_500

Περπατάει στο δειλινό σκυφτός, στηρίζοντας τον αριστερό του αγκώνα στη γκρι του πατερίτσα, όμοια με το χρώμα του κοστουμιού του. Φορά φανελένια μπλούζα σε ένα καιρό που μόλις φθινοπώριασε. Ένα κασκέτο προστατεύει το κεφάλι του, το γείσο του να ρίχνει σκιά στα ανοιχτόχρωμα μάτια του, ξέθωρα από τον καταρράκτη, έξυπνα, διερευνητικά.

Φορά δερμάτινη τσάντα σταυρωτά, με υπάρχοντα λιγοστά και τις εισπράξεις της ημέρας και στο δεξί του χέρι κουβαλά το κοντάρι με τα απούλητα δελτία. Η πλάτη του στραβωμένη από ατύχημα και πληγωμένη από αρθριτικά στέκει μουντρούχα, σκυφτή προς τα κάτω, θαρρείς εκτός από λαχεία, επωμίζεται το βάρος του κόσμου όλου.

Ο λαχειοπώλης της Διονυσίου Αρεοπαγίτου έχει συμπληρώσει ήδη τρεις ώρες δουλειάς. Έχει έρθει η ώρα του να ξαποστάσει. Βρίσκει καταφύγιο σε ένα από τα παγκάκια του πάρκου, λίγα μέτρα κάτω από το ρωμαϊκό θέατρο. Χρώματα φούξια, κίτρινα, ροζ και γαλανά, ένας καμβάς πολύχρωμος ο αττικός ουρανός. Απέναντί του, το Νέο Μουσείο. Το θαυμάζει μοντέρνο και επιβλητικό να φωτίζεται δίπλα στα χρώματα του δειλινού και ονειρεύεται τους θησαυρούς που κρύβει μέσα του, τα αγάλματα που χορεύουν βαλς και τανγκό σαν οι τουρίστες φεύγουν, οι πόρτες κλείνουν αλλά τα φώτα μένουν αναμμένα, φόρος τιμής σε ένα ένδοξο παρελθόν…

Το δικό του αγαπημένο βαλς, έχει ηχοχρώματα λατέρνας, πιάνου και ήχου από κιθάρα μεστή. Το πρωτάκουσε σε μια ταινία, πάνε καμιά πενηνταριά χρόνια. Ο Παπαμιχαήλ να χορεύει αγκαλιά με μια καρέκλα και το κοινό να ξεκαρδίζεται από κάτω. Μια ταινία στην πραγματικότητα λυπητερή. Τότε με την κυρά του λυπήθηκαν τους πρωταγωνιστές για την τύχη τους και μακάριζαν το Θεό για τη δική τους ευτυχία. Ήταν ερωτευμένοι, είχαν υγεία, δουλειά, περίμεναν παιδί, δεν τους έλειπε τίποτα…

Σαν ήρθε το ατύχημα και έμεινε ορφανός από οικογένεια, με τραυματισμένο χέρι και μια πλάτη στραβή, αναγκάστηκε να βγει σε σύνταξη αναπηρική. Το μαγαζί έκλεισε, η καρδιά του έκλεισε, το βαλσάκι έμεινε. Να παίζει στα χέρια της λατέρνας του Αρμάου, των πλανόδιων, στα ραδιόφωνα. Εκείνος, από ανάγκη πιότερο συναισθηματική παρά οικονομική, βρέθηκε να κάνει τον λαχειοπώλη για να βγαίνει έξω, σε μια γειτονιά όπου όλα του θύμιζαν κάτι παλιό, γνήσιο, εκεί που άκουγε τις λατέρνες και το βαλσάκι για χαμένα όνειρα από τους πλανόδιους μουσικούς…

Το είχε ερωτευτεί σαν το πρωτάκουσαν στην ταινία, λίγο καιρό μετά το γάμο τους. Ένιωσε πως με αυτό το τραγούδι ταυτίζεται∙ με αυτή τη διαρκή αναζήτηση μέσα στη χαρά και τη λύπη που είναι η ίδια η ζωή. Και αργότερα, μετά το χαμό της οικογένειάς του, το βαλσάκι των χαμένων ονείρων έγινε το βαλσάκι της Ελένης του. Βαλσάκι βάλσαμο. Για την καρδιά του, που αιμορραγούσε και παρηγοριόταν να χορεύει, με την καρέκλα της αδειανή πια, ως άλλος Παπαμιχαήλ.

Παράξενη μελωδία! Από τη μία χάριζε διέξοδο στα δάκρυά του, από την άλλη τον έκανε να μειδιά στη θύμηση ευτυχισμένων στιγμών. Αυτός ο νοσταλγικός κύκλος, σωστό καρουσέλ, η μελωδία για νεανική φρεσκάδα και παιδική αθωότητα, για όνειρα που χάθηκαν αλλά δεν πεθαίνουν. Που παρέμενε ατελής, επαναλαμβανόμενη. Σαν να έψαχνε μαζί του προσδιορισμό, σαν να ήθελε να αφορίσει τη λύπη και να καλωσορίσει τη χαρά, αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρη, και πάλι περιοριζόταν απλά στο να γιατρεύει τις πληγές της μέχρι τη στιγμή που ξανά θα διεκδικούσε, θα αρνιόταν να κλείσει την πόρτα στο αθώο, στο ελπιδοφόρο, στο αυθεντικό και έτσι ο κύκλος θα συνεχιζόταν…

Αγαπώντας τη μελωδία αυτή, έψαξε να μάθει τα πάντα για το συνθέτη της. Ταυτίστηκε με το Χατζιδάκι, τις αναζητήσεις και τα αινίγματα που τον παίδευαν. Και σαν αργότερα ήρθε στο άκουσμά του το «Για την Ελένη», αφιέρωσε ένα ακόμα τραγούδι στη γυναίκα του…

 

Στο κλείσιμο του δειλινού, τα χρώματα του αττικού καμβά έχουν αρχίζει να αλλάζουν, το μπλε γίνεται σκουρότερο, το φούξια σιγά σιγά χάνεται. Η Ακρόπολη φωτίζεται, κόσμος αρχίζει να πλησιάζει στο αρχαίο θέατρο. Ο λαχειοπώλης δεν έχει δει ποτέ του παράσταση, η έννοια θέατρο για αυτόν είναι μοναχά δυο σύμβολα, δυο μάσκες με χαμόγελο ή λύπη, σαν την ίδια τη ζωή. Κάτι όμως πάντα τον συνδέει με αυτές τις αψίδες, τον βράχο της Ακρόπολης, τη γειτονιά της Πλάκας. Και σαν ακούγεται μουσική από τον αρχαίο χώρο, οι υπεύθυνοι που τον γνωρίζουν πια, του επιτρέπουν να πλησιάσει κοντά στα κάγκελα και να ακούσει μελωδίες ελληνικές ή από τα πέρατα του κόσμου…

Ο λαχειοπώλης έχει απόψε μεγάλη χαρά. Το θέατρο έχει αφιέρωμα στο Μάνο Χατζιδάκι και ο κόσμος έχει αρχίσει να προσέρχεται φουριόζος και πολύς.

Σήμερα δεν θα δουλέψει άλλο. Βλέπει τον κόσμο που μπαίνει στο θέατρο, φαντάζεται το χώρο, τις κάμερες που θα καλύψουν το λαμπερό γεγονός.

Ένα κουβάρι είναι η ζωή του, μια κουβαρίστρα που η κλωστή της κάνει κύκλους ξανά και ξανά, μέχρι εκείνη να κοπεί, καθώς σιγά σιγά φτάνει στο τέλος της. Μόνο που απόψε, αυτό δεν το σκέφτεται. Γιατί όπως έλεγε και ο ήρωάς του στην ταινία, τις  μεγάλες χαρές τις χάσαμε, τις μεγάλες λύπες, τις ζήσαμε ήδη. Μας απομένουν μικρές λύπες, και μικρές χαρές. Μα σαν ο πόνος μοιράζεται, γίνεται μισός, ενώ η μοιρασμένη χαρά διπλή. Και σήμερα, η χαρά του είναι τεράστια. Θα ακούσει Μάνο και θα μοιραστεί τη χαρά του με τόσο κόσμο! Και συντροφιά τον αθηναϊκό ουρανό. Την Ακρόπολη. Τα αγάλματα που χορεύουν σιωπηλά βαλς και τανγκό για την Ελένη. Για τη δική του Ελένη, και την άλλη Ελένη.

Που και αν δεν τη βρήκαμε, την έχουμε μέσα μας. Που και αν τη χάσαμε, πάλι δικιά μας είναι. Δική του.

Σήμερα θα σκορπίσει τους λαχνούς που θα πουλούσε. Στους γαλαξίες και στο άπειρο. Στην Ακρόπολη, στο Ηρώδειο, στον αττικό καμβά. Στο βαλς και το τανγκό των αγαλμάτων. Τις μάσκες της ευτυχίας και της τραγωδίας. Τις κάμερες και τους ανθρώπους. Τα βιολιά της ορχήστρας. Την πένα του Γιαννακόπουλου.

Για να μην ξαναφτιαχτεί ο κόσμος, με καλό ή κακό, να παλεύουν στη ζυγαριά, παρά να μείνει όπως έχει, τούτη την ανάσα, τούτη τη στιγμή, κάτω από το φεγγάρι, όλος ενωμένος, μια γροθιά, να τραγουδά Χατζιδάκι, παρέα με τα αγάλματα.

 

Για τη δική του Ελένη. Του καθενός την Ελένη.

Ναι, έτσι θα γίνει.

Το αποφάσισε απόψε, ως άλλος Λαχειοπώλης του Ουρανού…

ηρωδειο

Advertisements