Tag Archive | όνειρα

Η Ευχή

wish

Η Eυχή είναι ένα περίεργο πράγμα. Πόσο μάλλον όταν έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε τρεις. Σαν σου παρουσιάζεται το λυχνάρι του Αλλαντίν και το ίδιο το Έψιλόν της σου προτείνει τρεις διαφορετικές γραμμούλες, τρία  μονοπάτια διαφορετικά.

Για κάποιους από μας είναι μια συνήθεια, σαν σβήνουμε τα κεράκια μιας τούρτας γενεθλίων. Για κάποιους άλλους κάτι, που η πραγματοποίησή της μπορεί να αλλάξει όλο τους το είναι, να τους δώσει μια νέα κοσμοθεωρία, μια καινούργια αντίληψη ζωής. Οι άυλες έννοιες, τα συναισθήματα που είναι δύσκολο να περιγραφούν είναι και τα πιο σημαντικά…
Κι έτσι, ξαφνικά, βρίσκεσαι στην κοιλίτσα ενός μαγικού ύψιλον. Σε μια αγκαλιά που προσπαθείς να κάνεις ότι μπορείς, και κυρίως αυτά που δεν μπορείς. Τα αδύνατα. Για την Ευχή σου. Και όταν έρχεται το στρεσάρισμα και η κούραση, σκέφτεσαι ότι η κούρασή σου μπροστά σε άλλα, είναι απλά γελοία. Ότι η στενοχώρια που πέρασες πρόσφατα λόγω κάποιου προσωπικού θέματος μπροστά σε εκείνα, τραγικά αστεία. Η ζωή σου ειναι εδω, στα χέρια σου. Και είναι απλά πανέμορφη, κι ας μην εκπέμπει κάθε μέρα με φωτεινά χρώματα, δεν είναι σαχλό πρωινάδικο η Ζωή.
Και τα Χ μέσα στην Ευχή ξέρεις ότι θα τα φας συχνά. Είτε αφορούν εσένα, είτε τους άλλους. Μα…αν όλα ήταν εύκολα, πως θα γινόταν στη συνέχεια το υπερβατικό, το ακατόρθωτο, το ασυνήθιστο…το μαγικό…;;Οπότε, επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις το Χ που βρίσκεται μπροστά σου, αλλάζοντας του ιδιότητα. Επιλέγεις να το δεις διαφορετικά:

Χ σε ότι δεν έχει σημασία πραγματική, και Χ σε ότι δεν μπορείς πραγματικά να αλλάξεις…

Και έτσι, κάνοντας τούτο, βρίσκεσαι να κοιτάς έπειτα χαρούμενος το Η που ακολουθεί, ίδια σκαλίτσα στο να γίνεις εσύ ο ίδιος λίγο καλύτερος…

Μια σκάλα που θα ανεβάσει τους άλλους, αλλά και εσένα μαζί καθημερινά, λίγο ψηλότερα…

Advertisements

Καλοκαιρινές εικόνες ΙΙ

karabi ilios 3
Άνοιξε πανιά, και πάμε να συναντήσουμε το άγνωστο.
Και αν το μπλε της θάλασσας είναι πιο βαθύ, απ’ότι το ζωγραφίζαμε μικροί,
και αν η αλμύρα του ανέμου πιο πολλή, από ότι περιμέναμε σε κάθε μας βήμα,
ας είναι ο ήλιος που παραμένει ο ίδιος.
Που φωτίζει τις καρδιές, τα όνειρα και των συναισθημάτων μας τα βάθη.
Και ας βγαίνει μετά τη φουσκοθαλασσιά.
Και ας παλεύει με τα σύννεφα στο σκοτάδι.
Αρκεί που θα υπάρχει πάντα εκεί, ο ίδιος, έστω και ντροπαλά κρυμμένος.
Αρκεί που θα το ξέρουμε, εγώ και συ…

Καλοκαιρινές εικόνες

lake garda view from hotel room

 

Υγρά τα ονειρά μου μέσα στη θάλασσα
μεγεθύνονται στο βάθος της
καθώς κολυμπώ να ανακαλύψω
το φως του ήλιου που διαρκεί αυτές τις μέρες περισσότερο
που μου δίνει περισσότερες ευκαιρίες και ελευθερία
Κάνει τις ιδέες μου να ανθίζουν και να μοσχοβολούν ομορφα
σαν ένα ταπεινό χαμομηλάκι, ενα μικρό γιασεμί,
Και οι οριζοντές μου σκαρφαλώνουν σαν τσίφτισσα βοκαμβίλια, στους τοίχους
που οι άλλοι θέτουν εμπρός μου
για να διακρίνω από κει πάνω
ένα χάρτινο καραβάκι
να με ταξιδέψει στη χαμένη παιδικότητα
κλωτσώντας ένα ρόδι που θα σπάσει, ξεχύνοντας την ευτυχία…

Όλα τα ΝΑΙ του κόσμου και ένα κόκκινο μπαλόνι…

kokkino mpaloni

Τώρα, ένα χρόνο περίπου μετά τη μετακόμιση, ξεκαθαρίζω παλιά αποκόμματα περιοδικών και εφημερίδων, καλά φυλαγμένων στην άκρη, με θέματα που μου έχουν τραβήξει κατά καιρούς το ενδιαφέρον. Ένα από αυτά και το CD «Όλα τα Ναι του κόσμου»  που περιέχει  11 τραγούδια σε στίχους της Ελεάνας Βραχάλη, ερμηνευμένα από ποικίλους συντελεστές,  όπως Γαλάνη, Μπάμπαλη, Αλευράς, Ονειράμα κ.α. καθώς και 8 κείμενα.

Σε τούτο το CD  οι στίχοι και τα κείμενα είναι εμπνευσμένα από το ομώνυμο παραμύθι της ψυχολόγου και καθηγήτριας Φωτεινής Τσαλίκογλου, αλλά και το βιβλίο «Δε μ’ αγαπάς, μ’ αγαπάς» της συγγραφέως Μαργαρίτας Καραπάνου που βασίζεται στην αλληλογραφία ανάμεσα σε εκείνη στην Αθήνα και τη συγγραφέα μητέρα της Μαργαρίτα Λυμπεράκη στο Παρίσι για κάποια χρόνια…

Παρακάτω δείτε σε τι λένε ΝΑΙ οι συντελεστές του CD

καθώς και ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια από τον δίσκο αυτό, το ομώνυμο τραγούδι «όλα τα ναι του κόσμου», ερμηνευμένο από την Ηρώ.

Η αναζήτηση στο ίντερνετ που οδήγησε στο παραπάνω βίντεο,με παρέπεμψε με τη σειρά της στην εξαιρετική, αλλά άγνωστη για μένα μικρου μήκους ταινία του 1956 «Το κόκκινο μπαλόνι» του Albert Lamorisse. Η ταινία πήρε όσκαρ σεναρίου και ο μικρός πρωταγωνιστής, είναι ο γιος του σεναριογράφου. Πέρα από το σενάριο, και η φωτογραφία της με τις αντιθέσεις χρωμάτων και συναισθημάτων είναι απλά υπέροχη…

Ξεκλεψτε 30 λεπτά από το χρόνο σας και απολαύστε την ανοίγοντας ολόκληρη την οθόνη του υπολογιστή σας, γιατί αξίζει…

Λέω ΝΑΙ στα όνειρα, ΝΑΙ στο δικαίωμα να κάνεις λάθος αρκεί να έχεις όρεξη να επανορθώσεις, ΝΑΙ στην αγάπη, ΝΑΙ στην επικοινωνία και βέβαια ΝΑΙ σε όλα τα παιδικά βλέμματα…

Εσείς σε τι λέτε ΝΑΙ;

Το βαλς της Ελένης

tumblr_mmfq9baw1y1rmd611o1_500

Περπατάει στο δειλινό σκυφτός, στηρίζοντας τον αριστερό του αγκώνα στη γκρι του πατερίτσα, όμοια με το χρώμα του κοστουμιού του. Φορά φανελένια μπλούζα σε ένα καιρό που μόλις φθινοπώριασε. Ένα κασκέτο προστατεύει το κεφάλι του, το γείσο του να ρίχνει σκιά στα ανοιχτόχρωμα μάτια του, ξέθωρα από τον καταρράκτη, έξυπνα, διερευνητικά.

Φορά δερμάτινη τσάντα σταυρωτά, με υπάρχοντα λιγοστά και τις εισπράξεις της ημέρας και στο δεξί του χέρι κουβαλά το κοντάρι με τα απούλητα δελτία. Η πλάτη του στραβωμένη από ατύχημα και πληγωμένη από αρθριτικά στέκει μουντρούχα, σκυφτή προς τα κάτω, θαρρείς εκτός από λαχεία, επωμίζεται το βάρος του κόσμου όλου.

Ο λαχειοπώλης της Διονυσίου Αρεοπαγίτου έχει συμπληρώσει ήδη τρεις ώρες δουλειάς. Έχει έρθει η ώρα του να ξαποστάσει. Βρίσκει καταφύγιο σε ένα από τα παγκάκια του πάρκου, λίγα μέτρα κάτω από το ρωμαϊκό θέατρο. Χρώματα φούξια, κίτρινα, ροζ και γαλανά, ένας καμβάς πολύχρωμος ο αττικός ουρανός. Απέναντί του, το Νέο Μουσείο. Το θαυμάζει μοντέρνο και επιβλητικό να φωτίζεται δίπλα στα χρώματα του δειλινού και ονειρεύεται τους θησαυρούς που κρύβει μέσα του, τα αγάλματα που χορεύουν βαλς και τανγκό σαν οι τουρίστες φεύγουν, οι πόρτες κλείνουν αλλά τα φώτα μένουν αναμμένα, φόρος τιμής σε ένα ένδοξο παρελθόν…

Το δικό του αγαπημένο βαλς, έχει ηχοχρώματα λατέρνας, πιάνου και ήχου από κιθάρα μεστή. Το πρωτάκουσε σε μια ταινία, πάνε καμιά πενηνταριά χρόνια. Ο Παπαμιχαήλ να χορεύει αγκαλιά με μια καρέκλα και το κοινό να ξεκαρδίζεται από κάτω. Μια ταινία στην πραγματικότητα λυπητερή. Τότε με την κυρά του λυπήθηκαν τους πρωταγωνιστές για την τύχη τους και μακάριζαν το Θεό για τη δική τους ευτυχία. Ήταν ερωτευμένοι, είχαν υγεία, δουλειά, περίμεναν παιδί, δεν τους έλειπε τίποτα…

Σαν ήρθε το ατύχημα και έμεινε ορφανός από οικογένεια, με τραυματισμένο χέρι και μια πλάτη στραβή, αναγκάστηκε να βγει σε σύνταξη αναπηρική. Το μαγαζί έκλεισε, η καρδιά του έκλεισε, το βαλσάκι έμεινε. Να παίζει στα χέρια της λατέρνας του Αρμάου, των πλανόδιων, στα ραδιόφωνα. Εκείνος, από ανάγκη πιότερο συναισθηματική παρά οικονομική, βρέθηκε να κάνει τον λαχειοπώλη για να βγαίνει έξω, σε μια γειτονιά όπου όλα του θύμιζαν κάτι παλιό, γνήσιο, εκεί που άκουγε τις λατέρνες και το βαλσάκι για χαμένα όνειρα από τους πλανόδιους μουσικούς…

Το είχε ερωτευτεί σαν το πρωτάκουσαν στην ταινία, λίγο καιρό μετά το γάμο τους. Ένιωσε πως με αυτό το τραγούδι ταυτίζεται∙ με αυτή τη διαρκή αναζήτηση μέσα στη χαρά και τη λύπη που είναι η ίδια η ζωή. Και αργότερα, μετά το χαμό της οικογένειάς του, το βαλσάκι των χαμένων ονείρων έγινε το βαλσάκι της Ελένης του. Βαλσάκι βάλσαμο. Για την καρδιά του, που αιμορραγούσε και παρηγοριόταν να χορεύει, με την καρέκλα της αδειανή πια, ως άλλος Παπαμιχαήλ.

Παράξενη μελωδία! Από τη μία χάριζε διέξοδο στα δάκρυά του, από την άλλη τον έκανε να μειδιά στη θύμηση ευτυχισμένων στιγμών. Αυτός ο νοσταλγικός κύκλος, σωστό καρουσέλ, η μελωδία για νεανική φρεσκάδα και παιδική αθωότητα, για όνειρα που χάθηκαν αλλά δεν πεθαίνουν. Που παρέμενε ατελής, επαναλαμβανόμενη. Σαν να έψαχνε μαζί του προσδιορισμό, σαν να ήθελε να αφορίσει τη λύπη και να καλωσορίσει τη χαρά, αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρη, και πάλι περιοριζόταν απλά στο να γιατρεύει τις πληγές της μέχρι τη στιγμή που ξανά θα διεκδικούσε, θα αρνιόταν να κλείσει την πόρτα στο αθώο, στο ελπιδοφόρο, στο αυθεντικό και έτσι ο κύκλος θα συνεχιζόταν…

Αγαπώντας τη μελωδία αυτή, έψαξε να μάθει τα πάντα για το συνθέτη της. Ταυτίστηκε με το Χατζιδάκι, τις αναζητήσεις και τα αινίγματα που τον παίδευαν. Και σαν αργότερα ήρθε στο άκουσμά του το «Για την Ελένη», αφιέρωσε ένα ακόμα τραγούδι στη γυναίκα του…

 

Στο κλείσιμο του δειλινού, τα χρώματα του αττικού καμβά έχουν αρχίζει να αλλάζουν, το μπλε γίνεται σκουρότερο, το φούξια σιγά σιγά χάνεται. Η Ακρόπολη φωτίζεται, κόσμος αρχίζει να πλησιάζει στο αρχαίο θέατρο. Ο λαχειοπώλης δεν έχει δει ποτέ του παράσταση, η έννοια θέατρο για αυτόν είναι μοναχά δυο σύμβολα, δυο μάσκες με χαμόγελο ή λύπη, σαν την ίδια τη ζωή. Κάτι όμως πάντα τον συνδέει με αυτές τις αψίδες, τον βράχο της Ακρόπολης, τη γειτονιά της Πλάκας. Και σαν ακούγεται μουσική από τον αρχαίο χώρο, οι υπεύθυνοι που τον γνωρίζουν πια, του επιτρέπουν να πλησιάσει κοντά στα κάγκελα και να ακούσει μελωδίες ελληνικές ή από τα πέρατα του κόσμου…

Ο λαχειοπώλης έχει απόψε μεγάλη χαρά. Το θέατρο έχει αφιέρωμα στο Μάνο Χατζιδάκι και ο κόσμος έχει αρχίσει να προσέρχεται φουριόζος και πολύς.

Σήμερα δεν θα δουλέψει άλλο. Βλέπει τον κόσμο που μπαίνει στο θέατρο, φαντάζεται το χώρο, τις κάμερες που θα καλύψουν το λαμπερό γεγονός.

Ένα κουβάρι είναι η ζωή του, μια κουβαρίστρα που η κλωστή της κάνει κύκλους ξανά και ξανά, μέχρι εκείνη να κοπεί, καθώς σιγά σιγά φτάνει στο τέλος της. Μόνο που απόψε, αυτό δεν το σκέφτεται. Γιατί όπως έλεγε και ο ήρωάς του στην ταινία, τις  μεγάλες χαρές τις χάσαμε, τις μεγάλες λύπες, τις ζήσαμε ήδη. Μας απομένουν μικρές λύπες, και μικρές χαρές. Μα σαν ο πόνος μοιράζεται, γίνεται μισός, ενώ η μοιρασμένη χαρά διπλή. Και σήμερα, η χαρά του είναι τεράστια. Θα ακούσει Μάνο και θα μοιραστεί τη χαρά του με τόσο κόσμο! Και συντροφιά τον αθηναϊκό ουρανό. Την Ακρόπολη. Τα αγάλματα που χορεύουν σιωπηλά βαλς και τανγκό για την Ελένη. Για τη δική του Ελένη, και την άλλη Ελένη.

Που και αν δεν τη βρήκαμε, την έχουμε μέσα μας. Που και αν τη χάσαμε, πάλι δικιά μας είναι. Δική του.

Σήμερα θα σκορπίσει τους λαχνούς που θα πουλούσε. Στους γαλαξίες και στο άπειρο. Στην Ακρόπολη, στο Ηρώδειο, στον αττικό καμβά. Στο βαλς και το τανγκό των αγαλμάτων. Τις μάσκες της ευτυχίας και της τραγωδίας. Τις κάμερες και τους ανθρώπους. Τα βιολιά της ορχήστρας. Την πένα του Γιαννακόπουλου.

Για να μην ξαναφτιαχτεί ο κόσμος, με καλό ή κακό, να παλεύουν στη ζυγαριά, παρά να μείνει όπως έχει, τούτη την ανάσα, τούτη τη στιγμή, κάτω από το φεγγάρι, όλος ενωμένος, μια γροθιά, να τραγουδά Χατζιδάκι, παρέα με τα αγάλματα.

 

Για τη δική του Ελένη. Του καθενός την Ελένη.

Ναι, έτσι θα γίνει.

Το αποφάσισε απόψε, ως άλλος Λαχειοπώλης του Ουρανού…

ηρωδειο

Χωρίς λόγια…

κοριτσάκι καράβι

απλά, συναισθήματα και όνειρα για ενα καλοκαιράκι που μόλις έφτασε…

Ο πίνακας ανήκει στον Οδυσσέα Οικονόμου.