Tag Archive | όνειρο

Άγιε, ήσουν γενναιόδωρος…

Τα περσινά Χριστούγεννα ζήτησα από τον Άγιο Βασίλη τα επόμενα, αυτά του 2016 να είναι λευκά (να χιονίσει μέσα στις γιορτές…)

«Απαλά πέφτει το χιόνι,

η λίμνη σιωπηλή και ήσυχη,

Χριστουγεννιάτικα το δάσος λάμπει

Τι χαρά, σύντομα έρχεται ο Χριστούλης!

Ζεστές οι καρδιές,

Αθόρυβα σιωπαίνει η λύπη και η θλίψη,

οι ανησυχίες της ζωής εξαφανίζονται,

Τι χαρά, σύντομα έρχεται ο Χριστούλης!

Θεϊκό, φτωχό παιδί,

ζεσταίνει τόσο τις καρδιές

λάμψε αστεράκι πάνω από το δάσος,

Τι χαρά, σύντομα έρχεται ο Χριστούλης!»

 και να βρεθώ με ένα βρεφικό προσωπάκι αγκαλιά…
Και εκείνος ήταν τελικά εξαιρετικά γενναιόδωρος…

Καλή Χρονιά σε όλους σας !!! 🙂 🙂

Άνθρωποι σαν και μας…

Αναζητώντας τυχαία πράγματα στο διαδίκτυο, «έπεσα» σε ένα άρθρο του http://www.dinfo.gr και το παρακάτω cartoon video, το οποίο και εξηγεί πως προέκυψε το συριακό μεταναστευτικό πρόβλημα σε 6 μόλις λεπτά.

Αξιζει την προσοχή μας!

 

 

ΥΓ: Δεν μπορώ να μην προσθέσω και αντιπαραβάλλω την φωτογραφία του μικρού πρόσφυγα στο συμβάν

image

 

 

 

 

 

 

 

και  μετά την πρόσληψη του προπονητή πατέρα του από ισπανική αθλητική οργάνωση.

 

image

 

 

 

 

 

 

Γιατί παρ’όλες τις τρικλοποδιές στο δρόμο σου, παντού να το θυμάσαι, υπάρχουν ΑΝΘΡΩΠΟΙ…

Άνθρωποι σαν και μας…

Περπατώ εις το δάσος…

Walter_Crane23Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν για μένα πάντα ένα από τα αγαπημένα παραμύθια. Ίσως γιατί η ιστορία είχε να κάνει με χαρούμενο τέλος (βασικό), με μια γιαγιά και μια εγγονή (η γιαγιά μου ήταν πρότυπο και σημείο αναφοράς για μένα για 33 χρόνια) και κακοί λύκοι δεν υπήρχαν στον ορίζοντα (μόνο νυφίτσες υπήρχαν στα παιδικά μου καλοκαίρια στο Ξυλόκαστρο) οπότε και ο λύκος αποτελούσε μια αόρατη απειλή.

Ίσως πάλι να είχε να κάνει ότι ντύθηκα Κοκκινοσκουφίτσα στο προνήπιο, απο μια στολή που μου είχαν φτιάξει από κοινού προγιαγιά, θεία και γιαγιάδες, βλέπετε η προγιαγιά μου ήταν από τις καλύτερες μοδίστρες του Βόλου στην εποχή της με μαγαζί που είχε στήσει μετά από πολύ κόπο και στο τέλος είχε τέσσερα άτομα προσωπικό, οι δε γιαγιάδες μου και οι δυο (όπως και η θεία), επαρχιώτισσες και κείνες φερμένες όμως αργότερα στην Αθήνα, ήταν από αυτές τις μαστόρισσες του πλεξίματος, ραψίματος και κεντήματος που καμια αλυσσίδα ρουχάδικων δεν μπορεί να συναγωνιστεί. Είμαι κατά του να κρατάς τα άχρηστα πράγματα του παρελθόντος, ωστόσο πολλά πουλοβεράκια, μπλουζάκια και φορεματάκια της παιδικής μου ηλικίας, με χιλια δυο χρώματα και σχέδια, και το απαραίτητο πολλές φορές πάνω τους δαντελένιο γιακαδάκι μοσχοβολούν όχι μόνο τρυφερές αναμνήσεις, αλλά και όνειρα για αυτούς που θα τα φορέσουν (αφού τα έχουμε διαφυλάξει με αγάπη) στο μέλλον…

Έτσι λοιπόν και με την περιβόητη αποκριάτικη στολή του προνηπίου. Δεν θα ξεχάσω ακόμη πόσο χαιρόμουν την παραμονή που η μητέρα μου μου σιδέρωνε την λαχταριστή κόκκινη κάπα της…Από αυτές τις στολές που με τίποτα δεν συγκρίνονται με τα εύκολα και συνθετικά κοστούμια των παιδικών αλυσσίδων (και στα οποία, δεν κάνω την έξυπνη, ενδώσαμε και μεις οικογενειακά αργότερα, αρχής γενομένης μέσω αγορών από το ιστορικό…Μινιόν!)

θυμάμαι λοιπόν το παραμύθι αυτό με ξεχωριστή αγάπη…Όπως και τα αντίστοιχα της παιδικής ηλικίας, καθώς και τις όμορφες εικόνες τους με φυσιολογικές φιγούρες και λιγότερες γυναικείες μορφές αναλογιών… 90-60-90, με μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά  και άντρες με τετράγωνες πλάτες!Το κάθε παραμύθι είχε τη σημασία του και η έννοια πριγκίπισσα, όσο απίστευτο και να μοιάζει, δεν στάθηκε ποτέ για μένα το απόλυτο όνειρο, την εικόνα συνιφασμένη με την ευτυχία – κάτι τέτοιο θαγινόταν πολύύ αργότερα με τους γάμους στις ελληνικές ταινίες, το απαραίτητο happy end του τραυματισμένου μεταπολεμικού ελληνικού ονείρου, που για κάποιο διάστημα είχε συμπαρασύρει και εμένα. 😉

Και κάπως έτσι, ερχόμαστε στο σήμερα…Όπου κάθε φορά που ανακαλύπτω ένα παραμύθι που μου δίνει χαρά, νόημα και αφορμή να σκεφτώ, ανατρέχω με νοσταλγία πίσω στα συναισθήματα κείνης της τόσο τρυφερής ηλικίας. Όταν δε τα παραμύθια που με μπλέκουν στα δίχτυα τους είναι παραμύθια που απευθύνονται σε «μεγαλόμικρους ενήλικες» ή είναι για «μικρομέγαλα παιδιά», τότε ο ενθουσιασμός μου γίνεται ακόμα μεγαλύτερος!

Σε τούτη την τελευταία κατηγορία ανήκει και η ταινία μιούσικαλ που παρακολούθησα πρόσφατα, με τίτλο «Into the Woods»(«Μέσα στο Δάσος»), ένα θεατρικό έργο του οποίου την κινηματογραφική μεταφορά θεωρώ σχεδόν εξαιρετική. Νομίζω ότι την ταινία παρακολούθησε λιγότερος κόσμος από ότι θα μπορούσε δυνητικά, και αυτό γιατί στάθηκε εξαιρετικά άδικη η κριτική – μαρκετίστικη προβολή του μέσω του Αθηνοράματος από τον Χρήστο Μήτση. Όχι, η ταινία δεν είναι για μικρά παιδιά, είναι για παιδιά μάλλον μεγαλύτερα της ηλικίας των 10, μη σου πω και των 12. Άντε να εξηγήσεις στο μικρό αγοράκι που καθόταν πίσω μου, γιατί ο κακός λύκος Τζόνι Ντεπ φορούσε θεατρικό κοστούμι λύκου, και δεν υπήρχε κανονικός λύκος στο έργο.

wolf

Όχι, η ταινία δεν είναι για όλη την οικογένεια. Και σίγουρα όχι για εφήβους που βράζει το αίμα τους και στο μυαλό τους οι κινηματογραφικές μεταφορές παραμυθιών είναι συνυφασμένες με πόλεμο, βία, ψιλοθρίλερ καταστάσεις. (παραδείγματα: Η Κοκκινοσκουφίτσα, Χένσελ και Γκρετελ κλπ). Φυσικό είναι να υπάρχει ένα τεράστιο κατεβατό από αρνητικές κριτικές, από άτομα αυτής της ηλικίας, τα οποία πήγαν να δουν μια ταινία δράσης με ένα κάποιο λαβ στάρι μεταξύ εφήβων, και έπεσαν σε ένα ουσιαστικά «σκηνικό» κινηματογραφικό μιούσικαλ, εμπνευσμένο από το αντίστοιχο θεατρικό, όπου εκ προθέσεως (και όχι λόγω φτωχού προϋπολογισμού όπως σχολιάστηκε) έχουμε  θεατρικά σκηνικά και ρόλους (το πραγματικό σκηνικό είναι συνυφασμένο με το αντίστοιχο θεατρικό του, όπως στις σκηνές του δάσους, όπως εκεί όπου ο λύκος τρώει την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά κτλ).

Προσωπικά ευχαριστήθηκα πάρα πολύ τούτη την ταινία. Ίσως γιατί απέχω αρκετά πια από την τρυφερή αλλά γεμάτη καθημερινές μετουσιώσεις δράσης και σκέψης εφηβική ηλικία, ίσως πάλι γιατί αισθάνθηκα σαν να παρακολούθησα ένα σοβαρό θεατρικό έργο εξωτερικού, με μια ωστόσο απαραίτητη παιδική χροιά και οπτική. Τα σχόλια επαναλάμβαναν πόσο βαρετοί είναι οι συνεχείς μουσικοί διάλογοι, που εμένα, με την χαρακτηριστική ομοιοκαταληξία των παραμυθιών, με συνεπήραν. Ανέφεραν επίσης πως το έργο τελειώνει πριν τα τελευταία 45 λεπτά του, που είναι άχρηστα, ενώ τα τελευταία αυτά 45 λεπτά είναι και τα πιο χρήσιμα του του έργου, και λυπάμαι αληθινά για εκείνους τους μικρούς ηλικιακά θεατές, που δεν αντιλήφθηκαν το βάθος τους.

Το Into The Woods, είναι ένα έργο (πρωτίστως το κοιτώ ως υπόθεση, ανεξαρτήτως της θεατρικής η κινηματογραφικής απόδοσής του) που σέβεται τον ευατό του. Από το σενάριο του παρελάυνουν συνδυασμένα μεταξύ τους τα πιο γνωστά μας παιδικά παραμύθια: Η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Ραπούνσελ, η Σταχτομπούτα, ο Τζακ και η Φασολιά. Κάθε παραμυθι πέρα από την αφελή ιστορία του κρύβει μια πιο σοβαρή υπόθεση, και στόχο έχει να κρούσει μέσα σου το καμπανάκι για θέματα που αφορούν τη ζωή, το μέλλον μας, τις σχέσεις με τα παιδιά μας: Η ανεξέλεγκτη ελευθερία που δίνεται στην Κοκκινοσκουφίτσα την οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτι και κρεβάτι ενώ στη αντιπέρα όχθη, το χρυσό κλουβί που έχουν κλείσει οι γονείς της την Ραπούνσελ της στερεί οποιαδήποτε επαφή με τον αληθινό κόσμο. Ο γοητευτικός πρίγκηπας ανακαλύπτει ότι πρέπει να έχει και μυαλό εκτός από ομορφιά-η Σταχτομπούτα πιστεύει ότι η μοίρα της είναι προδιαγεγραμμένη και καλείται να την ακολουθήσει. Είναι όμως; Η’ μπορεί να θέλει για τον εαυτό της ένα άλλο παραμυθένιο τέλος; Τέλος η ευημερεία ενός βασιλείου (του εν λόγω βασιλείου όπου κινούνται οι προαναφερθέντες ήρωες) μπορεί να ευημερεί έχοντας κλέψει τον πλούτο ενώ άλλου βασιλείου (εν προκειμενω των Γιγάντων από τον Τζάκ), χωρίς να υπάρχουν συνέπειες και που θα οδηγήσει αυτό τους ήρωες;

Το δάσος είναι η ίδια η ζωή μας, και η εισαγωγή μέσα σε αυτό η προσπάθεια να ανακαλύψουμε και να αποκτήσουμε ο καθένας αυτό για το οποίο διψάμε την συγκεκριμένη στιγμή περισσότερο. Πολλές φορές στην προσπάθειά μας αυτή θα διασταυρωθούμε με άτομα που θα γίνουν σύμμαχοι, αλλά κάποιες φορές και εχθροί μια και οι επιθυμίες και οι στόχοι μας μπορεί να συγκρούονται ή να απειλούν αυτούς των τρίτων. Πολλές φορές μάλιστα εύκολα θα μας κάνει η απλησία να παρεκλίνουμε από τον αρχικό στόχο και από τα καλά που έχουμε ήδη, οδηγώντας μας φυσικά στο αντίστοιχο τίμημα…Τέλος, κρατώ τα δυό μεγαλύτερα αποφθεγματα που αναφέρονται και στο τραγούδι του τέλους 1) να προσέχουμε τι ευχόμαστε, οι ευχές είναι μικρά παιδιά που μπορεί να ξεφύγουν από το έλεγχό μας κάποια στιγμή  2) καλά είναι τα παραμύθια και τα happy ends, αλλά μέσα από αυτά πρέπει πάντα να λέμε την αλήθεια στα παιδιά…
(μην ξεχνούμε ότι συναντάμε και το θάνατο μέσα στο έργο αυτό, ένας ακόμη λόγος που το έργο δεν συνιστάται για πολύ μικρούς τηλεθεατές).

Σας αφήνω με  τραγούδι «Children will listen» που μου έφερε δάκρυα στα μάτια, εγώ τρέχω να κατεβάσω το OST, καθώς η μουσική του με μάγεψε το ίδιο με τα αλληγορικά του νοήματα…

 

 

Περπατώ εις το δάσος, αναζητώντας κάθε φορά την αλήθεια μέσα μου…

Όνειρα και αστέρια – Πως να πιάσεις ένα αστέρι

pos-na-piaseis-ena-asteriΤον τελευταίο καιρό με απασχολεί το πόσο διαφορετική είναι η έννοια του ρήματος «επιθυμώ» σε σχέση με αυτήν του «θέλω». Και ναι, καταλήγω ότι είναι τελείως διαφορετική.

Μετά από πολλά χρόνια σωματικής και ψυχολογικής κούρασης, χωρίς καμιά σταθερά σε υγεία, κιλά, σπιτικό, δουλειά και οικογενειακή ηρεμία, σαν ένας ένας οι ανωτέρω παράγοντες να ξεκαθαρίζουν τη θέση τους και να υποχωρούν απέναντι σε κάτι λιγότερο μετάβλητό (τουλάχιστον μέχρι νεοτέρας). Και είναι τότε που συνειδητοποιείς ότι το πρωτύτερο «επιθυμώ» δεν μπουσουλά πια, μα στέκεται απέναντί σου προστακτικό ως ένα δυνατό «θέλω».

Τότε, προσμονές και όνειρα, κάποτε αστεράκια μακρινά-μόλις ωστόσο ένα κοίταγμα μακρυά- παύουν να είναι επιθυμίες.Τα λαμπάκια τους δεν τρεμοσβήνουν πια, μα με καλούν να τα πιάσω, φωτεινά καθώς είναι. Να τα καρφιτσώσω δυνατά ένα ένα στην πρότερη μαυρίλα και να συνθέσω έτσι τον δικό μου έναστρο ουρανό. Των θέλω μου που φωνάζουν δυνατά…

Πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία τρία χρόνια, ένα από αυτά κι η δυνατή λαχτάρα μου για παιδί, σταματώντας να είμαι πια παιδί η ίδια, ή έστω προσπαθώντας να κοιτώ – και να βλέπω- την ζωή όχι μόνο ως το μικρομέγαλο σχολιαρόπαιδο της παιδικής μου ηλικίας, αυτό το τόσο περικυκλωμένο από τις απαιτήσεις των γύρω του, αλλά και ως έναν ολίγον (πάντα δυστυχώς) μεγαλόμικρο ενήλικα… (για να παραφράζω αγαπημένο Α. Χιόνη ;))

Κάτι ωστόσο που δεν θα σταματήσω είναι η μανία μου να συλλέγω παραμύθια. Πιο σοβαρά ή πιο ανάλαφρα, δεν έχει σημασία. Θα χάνομαι στα λογάκια τους και στην υπέροχη εικονογράφισή τους.Στα χρώματα που μπορούν να πουν όσα και οι λέξεις, και βέβαια το αντίθετο.

Δεν πολυκατάλαβα Χριστούγεννα πέρυσι, τρέχοντας σαν τρελή με τη δουλειά…
Φέτος που η παλιά δουλειά μας άφησε χρόνους, λέω να μου δώσω χρόνο να προλάβω τα Χριστούγεννα. 🙂

Έτσι, το φθινόπωρο με συναντά σε μια νωχελική προ-χριστουγεννιάτικη περίοδο: Γεμίζω παντού το σπίτι με ρόδια. Ξερά πλατανόφυλλα από το δρόμο (οι επιρροές Μπουσκάλια της μικρομέγαλης ηλικίας που λέγαμε). Πορτοκαλί φθινοπωρινά μανταρίνια, λαχταριστά πιτσιλωτά μήλα και μπόλικα χρώματα.

Φαντασιώνομαι χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις. Προγραμματίζω στο μυαλό μου τραπεζώματα και βέβαια ανατρέχω στην παραμυθένια βιβλιοθήκη μου,βουτώντας ξανά για λίγο σε μεγαλόμικρα παιδικά μονοπάτια, προτού αποκτήσω το δικό μου παιδί, και του αφήσω τούτη την παρακαταθήκη από πολύχρωμες ζωγραφιές και φανταστικούς μύθους…

Ντύνω ξανά το βλέμμα και τη διακόσμηση του σαλονιού μου με τούτο το εξαιρετικό βιβλίο που αγόρασα πέρυσι, από τις πολυαγαπημένες εκδόσεις του Ικάρου:

images

Σαστίζω. Χαιρομαι ξανά σαν μικρό πεντάχρονο, φυλλομετρώντας τις σελίδες του στο πλάι του καλού μου…

Δεν είναι μόνο το υπέροχο μπλε εξώφυλλο και το ανθρωπάκι που σε μαγνητίζουν. Το απίστευτα παιδικά τετράγωνο σχήμα του. Οι εικόνες με τα απερίγραπτα έντονα και πλούσια χρώματα, λιτές την ίδια κιόλας στιγμή. Είναι που ο συγγραφέας και ζωγράφος μιλά με λόγια και μπογιές τόσο απλά και ταυτόχρονα τόσο μα τόσο σύνθετα. Στην καρδιά ενός παιδιού όσο και ενός ενήλικα. Είναι ίσως για αυτό που βραβεύτηκε ως το καλύτερο παιδικό βιβλίο των τελευταίων χρόνων από την Telegraph…

Ίσως πάλι δεν ήταν τυχαίο τούτο το παραμύθι που διάλεξα να κατεβάσω τώρα από τη βιβλιοθήκη μου. Είναι βλέπετε που τα αστέρια μου δεν είναι τόσο μακρινά πια. Δεν τα έχω ακόμη φτάσει στον ουρανό, αλλά μπορεί να τα ψαρέψω στην πολυαγαπημένη μου θάλασσα γυρεύοντας τα…

Αρκεί που είναι τόσο ευδιάκριτα,όσο και η διάθεσή μου να τα κυνηγήσω…

Και που κατάφερα να απαντήσω το ερώτημα:

Για να πιάσεις ένα αστέρι, πρέπει πρώτα να μπορείς να το δεις καθαρά. Και έπειτα να το κυνηγήσεις σε ουρανό και γη…

******

ΥΓ1.: Λίγο πριν τελειώσω την ανάρτηση, κατέφτασε ο σύντροφος από τη δουλειά, με κάτι ρεσώ κανέλλας από ένα αγαπημένο κατάστημα χειροποίητων κεριών. «Για την διακόσμησή σου, έρχονται Χριστούγεννα», μου είπε.

ΥΓ2: Γράφοντας για βιβλίο με παιδικό παραμύθι, δεν μπορώ να μην μνημονεύσω την αγαπημένη Παραμυθομπλογκοσυνονόματη. Μου λείπει και απαιτώ να επανεμφανιστεί και εκείνη αμέσως, μετά από τόσο καιρό απουσίας…

😉

Το δέντρο της Γνώσης (μέρος ΙΙ)

Tree%20of%20Happiness2

(…) Ο Άρχοντας του Νότου, σαν να τους περίμενε από χρόνια, τους υποδέχτηκε θερμά στην Αυλή του. Και μόλις του εξήγησαν τον σκοπό του ταξιδιού τους, δέχτηκε αμέσως να τους βοηθήσει.

Το επόμενο διάστημα βρήκε τον Τεντώρ να μαθητεύει δίπλα στο γέρο βασιλιά. Κάτι όμως που δεν γνώριζε ήταν, πως ο Ισοκράτης είχε φίλο τον πατέρα του από παλιά. Ποτέ δεν έμαθε πως οι δυο νέοι, σα χώρισαν στο παρελθόν για να κυβερνήσουν στα δύο σημεία του ορίζοντα, είχαν υποσχεθεί, να φροντίσει ο ένας την οικογένεια του άλλου σε μια δύσκολη στιγμή.

Ένα χρόνο περίπου κράτησε ο Ισοκράτης κοντά το νεαρό βασιλιά. Και στο διάστημα αυτό κατάφερε να του διδάξει πολλά. Ο Τεντώρ έμαθε πρώτα να «ακούει» και να «διαβάζει»: Τη φωνή του προδότη, το βλέμμα του εχθρού. Την κραυγή τρομαγμένου πουλιού, που κρυμμένη απειλή προμηνύει. Το καλοσυνάτο χαμόγελο φίλου αδελφικού. Γνώρισε πως η γνώση μπορεί να βρεθεί και στο πιο ταπεινό πράγμα: Ένα μικρό φύλλο βότανου, βάλσαμου για τις πληγές,  ή την αγκαλιά ενός ανθρώπου, σωστό μικρό θαύμα.

Έμαθε να μην κυνηγά το χρυσάφι και τους πολύτιμους λίθους, χάνοντας παράλληλα τον χρυσό της ψυχής, σε όσα τον περιέβαλαν μικρά. Πάνω από όλα όμως, έμαθε καλά, πως για να κατακτήσεις κάποιον, από το πιο μικρό θήραμα μέχρι τον πιο πονηρό εχθρό, το όπλο είναι σύμμαχος κακός…Και πως είναι η γνώση που ρίχνει φως γύρω από το αντικείμενο που σε αφορά κάθε φορά, αυτή που σε κάνει να βγαίνεις νικητής…

Με την βοήθεια του Ισοκράτη και των καινούργιων του συμμάχων, ο νεαρός βασιλιάς έθεσε και πάλι υπό έλεγχο τους εχθρούς. Κατάφερε να συγκεντρώσει μάλιστα και φίλους παλιούς. Σιγά σιγά, έμαθε να εκτιμά την διαφορετικότητα κάθε ατόμου αλλά και κάθε λαού. Τη σημασία του να προσπαθεί να συνεργάζεται μαζί τους, αντί να τους κατακτά με την βία. Να ανακαλύπτει κοινά συμφέροντα, να υπερπηδά τα εμπόδια με διπλωματία.

Στο διάστημα που ακολούθησε, το κράτος του Μακρινού Βορρά επέστρεψε και πάλι στα αρχικά του όρια. Η ευημερία του τόπου και πάλι μεγαλύτερη από ποτέ γινόταν. Το χρυσάφι αυξανόταν, όχι όμως από λάφυρα που έφερναν στρατιώτες από επιδρομές στα ξένα, αλλά από τις ειρηνικές συναλλαγές που είχε ο Βορράς με τους λαούς του κόσμου. Οι μάχες έληξαν σταδιακά και ο κόσμος ηρέμησε, απολαμβάνοντας οικονομική ευημερία και μέρες ειρήνης μετά από χρόνια πολλά.

Ο νεαρός βασιλιάς μεγάλωσε. Το μυαλό με την ψυχή του αντάμωσε.

Και έπειτα, σαν ερωτεύτηκε πρώτη φορά, την κόρη του Ισοκράτη και την έκανε γυναίκα του, κοντά στη νέα πια Βασίλισσα, έμαθε κάτι ακόμα:

Πως κανείς πιο καθαρά βλέπει με την καρδιά, παρά με τα μάτια…

 

Είχε περάσει πια καιρός. Είχε έρθει η ώρα για τον Τεντώρ να γυρίσει και πάλι με το κεφάλι ψηλά στη χώρα του και το παλάτι.

Και τότε, εκείνο το βράδυ, που κουρασμένοι από το ταξίδι ο Τεντώρ και η γυναίκα του έφτασαν εκεί, ανακάλυψαν με έκπληξη πως κάτι μαγικό είχε συμβεί: Στο ποτήρι, που ο Βασιλιάς είχε ξεχάσει το κλαράκι ελιάς του Ισοκράτη, το νερό όχι μόνο δεν είχε σωθεί, αλλά το ποτήρι ήταν γεμάτο, το κλαράκι ζωντανό και η ελίτσα είχε βγάλει ρίζες…

Αυτή τη φορά, δεν φυτεύτηκε το κλαράκι στην ζαρντινιέρα του νεαρού βασιλιά. Αλλά, λίγες μέρες μετά, Ο Τεντώρ, κρατώντας από το χέρι τη νέα του βασίλισσα, βγήκε μαζί της να το φυτέψει. Στο χώμα, στη γη, μπροστά από το παλάτι.

Και σαν ο κόσμος απόρησε, βλέποντας το νεαρό ζευγάρι να λερώνει τα χέρια του, ο Τεντώρ τους καθησύχασε:

«Στο Μακρινό Νότο από όπου προέρχεται η γυναίκα μου και το κλαδάκι αυτό», τους είπε, «η ελιά ειρήνης και σοφίας είναι σύμβολο». «Η κίνησή μου να το φυτέψω εδώ, συμβολίζει την πρόθεσή μου η χώρα να κυβερνάται  ειρηνικά. Σήμερα και από δω και πέρα. Και, όπως κάθε δέντρο εκτός από γη χρειάζεται σωστό προσανατολισμό, νερό και χάδι ανθρώπινο μέρα με τη μέρα, τώρα πια γνωρίζω πως τις ίδιες ανάγκες έχει και η πατρίδα μας: Να προσανατολίζεται σωστά. Να μεγαλώνει ειρηνικά, επιδιώκοντας με τους γείτονές της συνεργασία. Να γίνεται με δουλειά από όλους μας πιο πλούσια. Με το χάδι κάθε ανθρώπου που είναι κάτοικός της, αφού καθένας από μόνος του είναι σημαντικός για κείνη.»

«Κάποτε», κατέληξε, «νόμιζα ότι η μοίρα μου, η μοίρα σε αυτή τη χώρα, εξαρτιόταν μόνο από τα δικά μου χέρια. Γνωρίζω τώρα, ότι τα χέρια του καθενός είναι εξίσου σημαντικά. Τόσο για την πρόοδο της χώρας μας, όσο και για τον καθένα μας ξεχωριστά».

Το επόμενο πρωί, μουρμούριζαν πως κάτι παράξενο είχε συμβεί, αυτοί που περνούσαν μπροστά από το παλάτι. Βλέπετε, κατά τη διάρκεια της νύχτας το κλαράκι ελιάς άλλαξε μορφή και γίνηκε ένα μικρό, κανονικό δεντράκι..

Είχαν περάσει χρόνια πολλά από τότε που ανέλαβε βασιλιάς ο Τεντώρ. Πλησίαζαν και πάλι Χριστούγεννα. Στο διάστημα που πέρασε, το δεντράκι της Ελιάς μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Ο κορμός του χόντραινε και τα φύλλα του πύκνωναν γρήγορα, βρίσκοντας τροφή και προσοδοφόρο έδαφος μέσα στη γη. Το ύψος του αυξανόταν συνεχώς. Κάτοικοι του Μακρινού Βορρά ερχόντουσαν από όλα τα μέρη ανελλιπώς, για να το θαυμάσουν και να μνημονεύσουν ξανά τα λόγια του νέου, αλλαγμένου βασιλιά τους την πρώτη εκείνη μέρα που το φύτεψε. Έρχονταν κάτοικοι κι από την Δύση, αλλά και απ’ την Ανατολή. Βλέπετε, η διακυβέρνησή του Τεντώρ σ’όλα τα σημεία του ορίζοντα είχε γίνει γνωστή…

Εκείνο το βράδυ, ο Βασιλιάς καληνύχτισε όπως κάθε μέρα τη γυναίκα του, έριξε μια ματιά στο νεογέννητο γιο του και έπεσε να κοιμηθεί, νιώθοντας ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα από αγαλλίαση. Όμως, η σκέψη του έτρεχε σε όλα αυτά, που είχαν γίνει τα τελευταία χρόνια και έτσι δεν τον έπαιρνε ο ύπνος για ώρες πολλές. Το μυαλό του γύριζε αδιάκοπα στο χτες.

Μα και κάποια στιγμή, σαν επιτέλους τα μάτια του έκλεισε, ένα άγγιγμα, σαν χάδι, αισθάνθηκε στο μάγουλό του. Θάρρησε πως ένιωσε το χέρι της μάνας του στο πρόσωπό του και ξύπνησε. Η γυναίκα του κοιμόταν ήρεμη δίπλα του, ο γιος του στη κούνια του το ίδιο. Μα ένιωσε κάποιον ακόμα κοντά του. Στο μισοσκόταδο διέκρινε μια φιγούρα με μαλλιά μακριά.

Μα δεν φοβήθηκε τούτη τη φορά.

«Τώρα, ξέρεις», του είπε η μορφή.

«Η γνώση είναι δύναμη. Η πείρα δεν μεταφέρεται, αλλά μεταγγίζεται σιγά σιγά. Και αυτό γίνεται αργά, μέσω του ενδιαφέροντος για κάθε τι που μας περιβάλλει. Συνέχισε λοιπόν να μαθαίνεις όσα μπορείς περισσότερα για αυτά που σε αφορούν, αλλά και για τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Γιατί, γνωρίζοντάς τους, και γνωρίζοντας αυτοί εσένα, ανταλλάσσετε ο καθένας το δικό του κομμάτι αλήθειας. Και σαν αυτό μεγαλώσει, σαν αυτό τραφεί, γεννιέται η ειλικρινής αγάπη. Για τα πράγματα και τους ανθρώπους…»

«Συνετός, γίνεσαι μέσω της Γνώσης», συνέχισε, «και η αληθινή Τύχη, η Μοίρα, είναι με τους συνετούς. Ανήκουν πραγματικά στους τυχερούς εκείνοι που μέσω της γνώσης, αναγνωρίζουν τη χρονική στιγμή για την υλοποίηση των στόχων τους. ‘Η εκείνοι, που η πείρα τους τούς οδηγεί να αντιδράσουν με τρόπο σωστό στις δυσοίωνες καταστάσεις…Γιατί, γνώση πραγματική, για τον εαυτό μας και τους άλλους σημαίνει Αγάπη, και μόνο η Αγάπη στην Ευτυχία οδηγεί…»

«Τώρα πια που έχεις Γνώση, τώρα που έχεις φτάσει στην Αγάπη, τώρα πια μπορείς να φροντίσεις σωστά της Τύχης και της Ευτυχίας σου τα Δέντρα…», κατέληξε. «Τώρα πραγματικά μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο…». Και με τα τελευταία αυτά λόγια η σκιά της στις ακτίνες του ήλιου χάθηκε, καθώς ξημέρωνε.

Λίγες μέρες αργότερα, Παραμονή Χριστουγέννων, κάποιοι παρατήρησαν δυο νεαρά φυτά να μεγαλώνουν κοντά στο δέντρο της Ελιάς. Ήταν μια νεαρή κερασιά και μια μικρή βελανιδιά…

Το ίδιο βράδυ χιόνισε. Χιόνισε όμως πολύ, όπως στο Μακρινό Βορρά δεν είχε χιονίσει ποτέ πριν. Οι κάτοικοι ευτυχισμένοι πια στα σπίτια τους, στόλισαν το παραδοσιακό τους δέντρο, το Έλατο, σύμβολο της αναγέννησης, του νέου χρόνου που πλησίαζε. Τις επόμενες μέρες, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, ο καιρός άλλαξε και βγήκε ήλιος που χαμογέλασε ζεστός, αφύσικος στην καρδιά του χειμώνα. Κάποιοι αστειεύτηκαν ότι ο ήλιος συμβόλιζε την ζεστασιά που είχε μπει πια στην καρδιά τους, τόσο καιρό μετά τον πόλεμο. Πως ήταν τα πρώτα αληθινά, «ζεστά» τους Χριστούγεννα. Και όλοι, μα όλοι έμειναν έκπληκτοι, όταν ανήμερα Πρωτοχρονιά, αντίκρισαν πλήθος από κόκκινα λουλούδια, που έμοιαζαν με παπαρούνες μικρές, να ξεπροβάλλουν μέσα από το χιονιά, που σε ορισμένα κομμάτια είχε λιώσει, ακριβώς κάτω απ’ την Ελιά. Ήταν τόσο έντονο το κόκκινο μέσα στο λευκό, που έμοιαζε θαρρείς με στολίδι πορφυρό.

«Πορφυρό στολίδι που συμβολίζει την Αγάπη  πια σε αυτόν τον τόπο», σχολίασαν ορισμένοι.

Τότε, κάποια από τα μικρά παιδιά έκοψαν τις παπαρούνες και γελώντας με αυτά που οι μεγάλοι ονόμαζαν μικρό «θαύμα» , άρχισαν να στολίζουν το δεντράκι της Ελιάς…

Από τότε, έχουν περάσει χρόνια πολλά, αλλά στολίζεται πάντα παραδοσιακά στη χώρα του Βορρά μαζί με το Έλατο και η Ελιά. Ονομάζεται αλλιώς Δέντρο της Γνώσης ή και Δέντρο της Αγάπης. Όλοι οι κάτοικοι παρακολουθούν τα παιδιά να στολίζουν το γιγαντιαίο, γέρικο πια δέντρο, με τις παπαρούνες που φυτρώνουν έκτοτε κάθε χρόνο, μέσα στο καταχείμωνο. Μάλιστα, κοντά στην Ελιά, θα διακρίνει κανείς κάτι εξίσου αξιοπερίεργο για τη καρδιά του χειμώνα:

Τη μόνη Βελανιδιά που δε ρίχνει χειμωνιάτικα τα φύλλα της και μια ολάνθιστη Κερασιά, ντυμένη νυφούλα λουλούδια ολόλευκα…

*****

Κλείνοντας πια το παραμύθι αυτό

για το μικρό δέντρο του  Βορρά το μαγικό,

στολίδι τα Χριστούγεννα

στην ψυχή σας σαν θα μπει,

εύχομαι να είναι η Αγάπη,

η παντοτινή…

 scarlett raven

Εύχομαι σε όλους σας Καλή Δημιουργική Χρονιά, γεμάτη υγεία και όνειρα…!!!

Παιδικά όνειρα καλοκαιριού…

«Θα φτιάξω έναν κήπο μαγικό
για να πουλάω ηλιαχτίδες και γιογιό
και πεφταστέρια.
Θα φτιάξω ένα κιόσκι εξωτικό
για να πουλάω φεγγαράδες και λωτό
τα καλοκαίρια…»

Κάθε χάρτινο καραβάκι που πλέει στο πέλαγο, και ένα όνειρο παιδικό μας, θυμάστε;

Κάποια από αυτά μπορεί να τα πήρε η φουσκοθαλασσιά, άλλα να μούλιασαν για λίγο και μετά να στέγνωσαν κοντά σε αγάπη, κάποια άλλα κατέληξαν σε ένα κήπο μυστικό με ότι αγαπάμε περισσότερο…

Ας μην τα ξεχνάμε! Γιατί είναι αυτά που μας πάνε μπροστά από παιδιά…

Κλέφτης ονείρων

-«Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» τη ρώτησε.

(και αν δεν μεγαλώσω ποτέ;)

-«Θέλω να γίνω τα πάντα!», απάντησε εκείνη.

«Να γυρίσω τον κόσμο.

Να γνωρίσω ανθρώπους. Να ξαποστάσω σε βλέμματα. Να δώσω χέρια σε αγκαλιές και φωνή σε ελπίδες. Να καβαλήσω το σαμάρι του ήλιου, σαν βγαίνει το πρωί και έπειτα σαν κουρασμένος χύνεται στη θάλασσα. Και το βράδυ, να χτυπήσω την πόρτα, σε κάθε ψυχή χαμένη στο μαύρο βελούδο, με πόρτα αδαμάντινη, να δω θα μου απαντήσει; Γιατί είναι εκατομμύρια τα διαμάντια εκεί πάνω και εγώ πότε θα προλάβω;»

Και σαν το αγέρι μόνο φύσηξε απλά, τότε εκείνη κατάλαβε.

Της είχε αλλάξει μορφή.

Της έδωσε τη δυνατότητα μικρός κλέφτης να γίνει. Να μπει κρυφά στα βλέμματα που ζήτησε, στις φωνές να καθήσει. Να ακουμπήσει στις ελπίδες, να ξαποστάσει σε μέρη διαφορετικά. Να αφήσει σπόρο από τα δικά της όνειρα, αλλά και να χωθεί δειλά σε αυτά των άλλων…Κάπου εκεί ανάμεσα να τρυπώσει.

Με τη δεύτερη ριπή του, πετούσε ήδη ψηλά…